H μουσική της Καραΐνδρου μας συντροφεύει στον ομιχλώδη, φθινοπωρινό δρόμο μέσα στο δάσος του όρους Βίτσι, ενώ κατευθυνόμαστε προς τις Πρέσπες. Οι νεαροί ξυλοκόποι φορτώνουν τα μουλάρια και τις φοράδες με ξύλα δημιουργώντας εικόνες μιας άλλης εποχής.

38

Ο Αποστόλης Καλλιώρας μάς περιμένει χαράματα στην προκυμαία της Μικρής Πρέσπας. Πλέουμε, σε μια κατανυκτική σιωπή, με την ομάδα του φωτογραφικού, βιωματικού εργαστηρίου «Ροή» ενώ ο ίδιος οδηγεί την ηλιακή βάρκα του δήμου Πρεσπών, χωρίς μηχανή, γύρω από το νησάκι Άγιο Αχίλλειο με τη Βασιλική, στο πτηνο-κατοικημένο Βιδρονήσι και σε αγνώστους παράδεισους.

Σπάνια ήδη πουλιών τιτιβίζουν σε συγχορδία με τα θροΐσματα των φτερούγων των αργυροπελεκάνων και των χηνών στο νερό, ενώ οι καλαμιώνες αποκρίνονται μελωδικά στο χάδι του ανέμου. Θαρρείς ότι αυτή η πρωινή, υδάτινη συναυλία ξυπνά τον ήλιο και τον υψώνει. Το τσαχπίνικο χαμόγελο του Αποστόλη μοιάζει με τη συνέχεια του ορίζοντα, στις λίμνες του Τριεθνούς. «Με έφερε εδώ το συμπλήρωμα της ζωής στην πόλη, το υπεργέμισμα, το “δεν πάει άλλο” κι η έλξη της φύσης», μας λέει μεσολίμνια κατά τη μοναδική αυτή, ευλογημένη βαρκάδα καθώς η ηχώ της «γλύφει» το νερό.

Καθόμαστε στη αυλή της «Λιβελούλας», το μπαράκι που μόλις πέρυσι ονειρευόταν. Στα τραπεζάκια της πλατείας του πρεσπιώτικου χωριού Λευκώνα, ακούμε τον Bryan Ferry στο «Kiss and tell». Και η κουβέντα μας ξεκινά.

Από αστυνομικός στην πρωτεύουσα, γίνεσαι αγρότης, βαρκάρης, επιχειρηματίας και DJ στις Πρέσπες.

«Γεννήθηκα στην Αθήνα. Μεγάλωσα στην Λαμπρινή μέχρι τα δέκα μου, όταν μετακομίσαμε στα Τρίκαλα, για να ζήσουμε με τον αδερφό μου την παιδικότητα στο χωριό. Έτσι αποφάσισαν οι γονείς μας. Μετά το λύκειο έφυγα στην Ξάνθη όπου πέρασα αστυνομικός στη σχολή. Ήθελα την εργασία αυτή, όχι σαν όνειρο ζωής ντε και καλά, μα, για να γνωρίσω τον κόσμο και να δω πράγματα. Και είδα. Άλλη δουλειά είναι να είσαι αστυνομικός στα πεζοδρόμια κι άλλη για παράδειγμα, αρχιτέκτονας σε ένα γραφείο. Άλλες οι εμπειρίες. Ούτε ονειρευόμουν τον εαυτό μου με στολή αστυνομικού. Ήταν οι συγκυρίες κι η αποκατάσταση. Ήμουν δεκαεπτάμισι χρονών με εργασία, μισθό, στέγη και τροφή. Και στα είκοσί μου, που όλοι σπουδάζανε, εγώ είχα πλήρη αυτονομία. Ο πατέρας μου με έλεγε και με λέει «σοκακιάρη», επειδή εξερευνούσα ότι άγνωστο σοκάκι και πόρτα υπήρχε.

Αστυνομικές ταινίες έβλεπες;

Ό,τι έχουν οι ταινίες με τους ντετέκτιβ, τα περισσότερα τα έχω βιώσει μέσα σε δέκα χρόνια, στο λεκανοπέδιο. Έχεις ακούσει για τους ταξιτζήδες στο Λονδίνο, ότι κάποια στιγμή «αλλάζει ο εγκέφαλός τους» και αποκτούν το «the knowledge», τη γνώση της πόλης; Ε, αυτό είναι το πρώτο που απέκτησα, τη γνώση. Το δεύτερο είναι το ψυχογράφημα του Αθηναίου ανά περιοχή. Γνωρίζω την πόλη, πώς αναπνέει, πώς κοιμάται, τι την απασχολεί, πώς εργάζεται και κατ’ επέκταση τον Έλληνα, γιατί η Ελλάδα δεν είναι μόνο η Αθήνα, αλλά είναι. Και από ό,τι ξέρω δεν έχουν αλλάξει πολλά από τότε, κι ας έχουν περάσει χρόνια. Μακροσκοπικά γνωρίζω τις φυλές της πόλης, τους Περιστεριώτες, τους Γλυφαδιώτες, τους ανθρώπους «του κέντρου». Από την τριβή με τον κόσμο, ξέρω το ζόρι του ταξιτζή στην Αθήνα, το ζόρι αυτού που εργάζεται στην εταιρεία, τη «Χ», τη «Ψ», την «Ω», του δημοσίου υπαλλήλου. Έφθασα κάποια στιγμή πριν φύγω από την Αθήνα που αγαπώ, να βγαίνω από το σπίτι μου στον λόφο Γαλατσίου κοιτώντας τη θέα στο λεκανοπέδιο και να νιώθω ότι έχω πιει τουλάχιστον μια φορά καφέ με όλους, ότι τα μάτια μου έχουν περάσει από όλους, έστω μια φορά. Ότι γνωρίζω κάθε πλακάκι, κάθε στενό και κάθε τετράγωνο της Αθήνας οριζοντίως και καθέτως, τα υπόγεια και τα σαλόνια.

Τον φόβο, τι τον έκανες;

Τον φόβο από μικρός τον είχα, απλά, ήμουν παραπάνω τολμηρός από τους άλλους. Φοβόμουν και φοβάμαι. Κι ό,τι φοβάμαι, το εξετάζω, το γνωρίζω βαθύτερα και το πάω παραπέρα ώστε να ξεπεράσω το «comfort zone» που λέμε και στα Τρίκαλα. Άφοβος νιώθω στις οικείες καταστάσεις. Στο άγνωστο όλες οι πιθανότητες είναι ανοιχτές.

Το άγνωστο σε έλκυε;

Και με έλκει. Είχα και έχω μια περιέργεια για τη ζωή και για το πώς λειτουργούν τα πράγματα. Είμαι διψασμένος για τη γνώση. Ήμουν καλός αστυνομικός, έλεγαν. Σε ό,τι απαιτούσε η δουλειά, διάβαζα τους ανθρώπους, το πεζοδρόμιο, προέβλεπα τι θα γίνει, ήμουν γάτα. Είναι μια δουλειά που είναι έξω από τη νόρμα της κοινωνίας. Πρωτοχρονιάτικα στην υπηρεσία, παρατηρούσα. Όταν παρατηρείς χωρίς να κρίνεις, τότε καταλαβαίνεις. Πάντα με γοήτευαν οι άνθρωποι όπως και τα βιβλία. Από τρίτη δημοτικού διαβάζω. Έχω εξαντλήσει την δανειστική βιβλιοθήκη Τρικάλων -και τους δυο ορόφους- όλους τους κλασικούς, Καζαντζάκη, Κούντερα και Αϊνστάιν από τη βιβλιοθήκη του πατέρα μου.

Τι λένε οι γονείς σου για σένα;

«Ε καλά, από σένα περιμένω τα πάντα».

Δέκα χρόνια σε ειδική υπηρεσία στην Αθήνα και μετά; Τι έγινε και μετακόμισες στις Πρέσπες;

Πρώτη φορά, ήρθα εκδρομή το 2001, σε άδεια από τη αστυνομία, με ένα φίλο. Ταξιδεύαμε χωρίς προορισμό. Τρίκαλα, Γρεβενά, Κοζάνη, από φίλο σε φίλο. Στην Έδεσσα μας είπανε «να πάτε στις Πρέσπες, στον τάδε και στον τάδε». Με το που πλησίασα την Πρέσπα με γοήτευσε, την ερωτεύτηκα, μου έκανε κλικ χωρίς να ξέρω τι σημαίνει αυτό. Ίσως επειδή μεγάλωσα με τον Ιούλιο Βερν. Στο Αγγελοπουλικό αυτό τοπίο επανασυνδέθηκα με τα παιδικά μου βιώματα που έχω από τα Τζουμέρκα και τ’ Άγραφα.

Από τότε, είχα την Πρέσπα πάντα κατά νου ρωτώντας αν πουλιέται κάτι. Θυμάμαι, κάτι πουλιόταν επτά εκατομμύρια δραχμές. Είχα ένα αόριστο όνειρο ότι είμαι γέρος αγρότης με κτήμα και άλογα. Όταν μετά από εννιά χρόνια, αφού μπούκωσα στην Αθήνα, ρώτησα τον εαυτό μου «πού πάμε;», αυτός απάντησε «Πρέσπα». Ε, ήρθα.

Είναι σημαντικό να μπορούμε να ακούμε τον εαυτό μας;

Ήμουν ένα χωριατάκι. Είχα ζυμώσει πιτσιρίκι με τη γιαγιά, είχα αρμέξει τα ζωντανά με τον παππού στο Μιρόφιλο Τρικάλων, στον Αχελώο. Με μάγευε η φύση από παιδί, ιδίως τα βουνά. Κάθομαι και παρατηρώ ώρες ένα δέντρο και με βλέπει ο περαστικός και σκέφτεται «πάει, το ‘χασε αυτός», λέει και με προσκαλεί να φάμε με τα χέρια τα λαχανικά στη σαλάτα και τη σπέσιαλ «σαγανάρα» του συναδέλφου του Νίκου από το απέναντι ταβερνείο «Το καζάνι του παππού». Η μουσική ρέει με Sade και με ροφήματα «παλιοζωής» αγναντεύοντας τον ορεινό όγκο του Βαρνούντα που εκστατικά ορθώνεται μπροστά μας. «Από πέντε χρονών έχω μνήμες από δυο παππούδες και δυο γιαγιάδες. Τότε που οι περισσότεροι Αθηναίοι επέστρεφαν Χριστούγεννα, Πάσχα και καλοκαίρια με τα πορτ-μπαγκαζ γεμάτα αρνιά, τυριά, πίτες και λάδια. Δεκαπενταύγουστους με πανηγύρια και κλαρίνα γύρω από τα πλατάνια της πλατείας. Έχω κάνει αργαλειό κι έχω γνέσει μαλλί με τη γιαγιά. Φτιάχναμε τριχιές από γιδόμαλλο κι έπειτα η γιαγιά ερχόταν φορτωμένη από τα βουνά κουβαλώντας μόνη ξύλα. Είναι όλα χαραγμένα στη μνήμη από όταν θυμάμαι τον εαυτό μου.

Πήρες αγάπη;

Πήρα αγάπη από την οικογένεια μεγαλώνοντας. Δεν έχω παράπονο. Κοιτώντας πίσω αναλογίζω τον εαυτό μου. Πρώτη φορά έφυγα στα δέκα μου από την Αθήνα, κι έκανα ποδήλατο στην πυλωτή, προς τα Τρίκαλα όπου κυνηγούσαμε καρακάξες, βατράχια και καρδερίνες και ανεβαίναμε στις λεύκες πάνω-πάνω για να δούμε τις φωλιές των γερακιών.

Πώς αποχαιρέτησες την αστυνομία;

Τη δεύτερη φορά, έφυγα από μια ειδική υπηρεσία όπου βλέπαμε άλλα πράγματα. Θυμάμαι τον προϊστάμενο να μου λέει: «Πού θα πας; Εδώ είναι το παιχνίδι». Αυτό που ζούνε στην πόλη για μένα είναι φαντασιακό πλέον. Κι αν με ρωτήσεις, για τα κακά της ανθρωπότητας ευθύνεται το αστικό μοντέλο ζωής. Αν είμαστε 250.000 χρόνια στον πλανήτη όπως λένε τα βιβλία, από τη βιομηχανική επανάσταση και μετά μένουμε στη πόλη. Όλα τα χιλιάδες προηγούμενα χρόνια, στη φύση ζούσε ο άνθρωπος. Έξω.

Το ένστικτό μας είναι ο εαυτός μας;

E, ναι. Το άκουγα το ένστικτό μου από μικρός, και στη δουλειά έμαθα να το καλλιεργώ περισσότερο. Μέχρι και τη ζωή σου σώζεις όταν το ακούς. Με το ένστικτο λειτουργούν όσοι οδηγούν Φόρμουλα 1 ή εσείς οι φωτορεπόρτερ. Είναι λυπηρό που ζούμε στην εποχή της «λογικής» κι όλα μοιάζουν δαιμονικά.

Πλέον, σε κάθε άπιστο Θωμά της ανθρωπότητας, ο Τζόε Ντισπένσα λέει, ότι ούτε είμαστε έρμαια των γονιδίων μας, ούτε έχουμε προγραμματιστεί με έναν συγκεκριμένο τρόπο για το υπόλοιπο της ζωή μας. Η νέα επιστήμη που αναδύεται -η κβαντική φυσική και η νευροεπιστήμη- δίνει τη δυνατότητα σε όλους μας να δημιουργήσουμε την πραγματικότητα που επιλέγουμε.

Ό,τι άδειες παίρναμε, λοιπόν, με την πρώην σύζυγό μου, εδώ ερχόμασταν, όπου μας έφερνε το ένστικτο. Πριν εγκατασταθούμε, το 2009, είχαμε ήδη γνωστούς που μας τηλεφωνούσαν και ρωτούσαν «πότε έρχεστε;». Κάπως έτσι ζήτησα μετάθεση εδώ, για να εξοικειωθούμε. Στο αστυνομικό τμήμα του Αγίου Γερμανού. Ήρθαμε και είχαμε τα προς το ζην από την επομένη μέρα το πρωί.


Στην πράξη είναι πολύ δύσκολο να φύγεις μια μέρα ξαφνικά από την πόλη και να έρθεις να καλλιεργήσεις ντομάτες. Ωραίο το όνειρο, yes, χρειάζεται όμως πλάνο. Το δικό μου πλάνο ήταν να φύγω από την αστυνομία. Να κάνω ό,τι έχω να κάνω και να φύγω. Και το έκανα. Πήρε λίγο καιρό αλλά το έκανα.


Ήμουν ο αστυνομικός του χωριού κι ήμουν γεμάτος χαρά, τόση, που τους πρώτους έξι μήνες ούτε για ψώνια δεν πήγαινα στην Φλώρινα, ούτε ήθελα να βλέπω κόσμο, τσιμέντα και διαμερίσματα. Πήρα μια γερή δόση με τους κατοίκους, «αστυνόμε που είσαι;», τσίπουρα και κουβέντες μπαίνοντας για τα καλά στη ροή της εσωτερικής γαλήνης. Από φασαρία γεμάτος ήμουν. Με φωνάζανε για ψιλο-περιστατικά αλλά από κει που ήρθα -και ήξεραν από που είχα έρθει- λύνονταν όλα με ένα τηλεφώνημα στο τμήμα.

Κι η επόμενη πίστα;

Στο τμήμα του χωριού έμεινα μέχρι και το 2016. Εκείνη την πενταετία, με έξι άτομα φτιάξαμε μια ΚοινΣεπ, νοικιάσαμε ένα αγρόκτημα εκατό στρέμματα με ηλεκτρικές περιφράξεις, εφαρμόσαμε την περμακουλτούρα, εκτρέφαμε μαύρο χοίρο, καλλιεργούσαμε λαχανόκηπο, φράουλες και κάναμε διάφορες, ωραίες προσπάθειες. ΄Ήμουν ταυτόχρονα στην αστυνομία κι όταν ένιωσα έτοιμος για την επόμενη πίστα, έφυγα. Πάντα υπάρχει η επόμενη πίστα. Τα συνεργατικά έχουν τις δυσκολίες τους, έτσι, μια μέρα το λήξαμε. Ακολούθησαν, δυο δύσκολα χρόνια με βουτιά στο κενό. Ανδρώθηκα, 20 χρονών στο σώμα στην Αθήνα, μα κρατώ το παιδικό μου δέος στο φύλλο που πέφτει από το δέντρο ή στο πέταγμα της πεταλούδας.

Το σχολείο της φάρμας, τι σε δίδαξε;

Να μαθαίνω τις εποχές, το φεγγάρι και το κρύο. Με χιονιά να ξυπνώ χωρίς ρολόι να πηγαίνω να ταΐσω τα ζώα. Πρωτοχρονιά, άφηνα το γλέντι. Με περίμεναν. Πόσες φορές αφήνομαι παρατηρώντας πώς φροντίζει η γουρούνα τα γουρουνάκια. Όσο παρατηρώ, βλέπω. Τα λιβάδια. Θα έχει βελανίδι; Δεν θα έχει; Πώς τα διαλέγει το γουρούνι;
Λεπτομέρειες στα μοτίβα της φύσης που όσο τα παρατηρείς φθάνεις στο άπειρο κι έτσι διαβάζεις τον κόσμο, σε μοτίβα, πίσω από την εικόνα και τη γραφικότητά της φθάνοντας στην μετάγνωση.

Δέκα χρόνια στην αστυνομία στη Αθήνα και πέντε χρόνια φαρμέρης; Πως παραλληλίζονται οι εμπειρίες σου;

Το ένα συμπλήρωσε το άλλο. Εκστασιασμένος με τη φύση παρατηρούσα τα ζώα στη φάρμα παραλληλίζοντάς τη με τη φάρμα του Όργουελ. Η φάρμα για τους ανθρώπους, το μαντρί, είναι η πόλη. Τα πρόβατα φοβούνται το λύκο αλλά στο τέλος ο βοσκός τα σφάζει. Οι γιατροί πάνω στα γουρούνια κάνουν πειράματα, η φυσιολογία μας είναι κοντινή. Ο μαύρος χοίρος είναι σπάνια φυλή. Βρήκαμε έξι γουρουνάκια με ένα φίλο από την Άρτα και φθάσαμε κάποια στιγμή να έχουμε πάνω από εκατό. Μπορεί να νομίζουμε ότι ισχύει ο νόμος του ισχυρού, μα, σε ανώτερο επίπεδο η φύση λειτουργεί συνεργατικά. Ο Ινδιάνος όταν σκότωνε το βουβάλι, ταυτόχρονα το τιμούσε και επέλεγε να σκοτώσει ένα ευάλωτο, λιγότερο χρήσιμο στο κοπάδι. Όπως ο Ινδιάνος, κι ο παππούς μου- που έχω το όνομά του και φορώ το δαχτυλίδι του, προσευχόταν όταν έσφαζε ένα αρνί το Πάσχα. Τον έβλεπα που κάτι έλεγε από μέσα του και είχε τη γνώση να κάνει τη σφαγή χωρίς να ταλαιπωρήσει το ζώο κι έβλεπα στης γιαγιάς το μάγουλο ένα δάκρυ να κυλά. Άλλο παράδειγμα; όταν στέγνωσαν τα ποτάμια επειδή τα ελάφια αυξήθηκαν σε μια περιοχή και έφαγαν όλη τη βλάστηση, έβαζαν λύκους στη περιοχή που ρύθμιζαν τον πληθυσμό των ελαφιών ώστε να ισορροπεί το σύστημα. Ο παππούς μου λέει «ό,τι κάνει η γίδα στο πουρνάρι, κάνει το πουρνάρι στη γίδα». Η φύση κάνει κύκλους που κρατάνε πολύ μεγαλύτερο χρόνο από όσα χρόνια ζει ο άνθρωπος. Εκεί που τώρα έχει οξιές, κάποτε είχε άλλα δέντρα και μετά από χίλια χρόνια θα έχει άλλα. Αλλά εμείς στενόμυαλα θέλουμε να διατηρήσουμε την οξιά, χωρίς να ρωτήσουμε τη Μαμά Γη, la pacha mama.

Η «Λιβελούλα» και τα ταξίδια πως συνδυάζονται;

Ονειρευτήκαμε τη «Λιβελούλα», την επιχείρησή μας, με τον Σάκη Κουτσό. Παλιός εραστής της Πρέσπας κι αυτός, στην ανησυχία του, ένιωσε την ανάγκη του τόπου για ένα στέκι με καλή μουσική κι έτσι κάπως ανταμώσαμε και συνδεθήκαμε μέσα από το κοινό μας όνειρο. Ο Σάκης με επαγγελματική εμπειρία στα ξενοδοχεία, στο δικό του πλήρωμα του χρόνου, ήθελε να αφήσει το σπίτι και τη μεγαλούπολη Θεσσαλονίκη για να έρθει εδώ. Θέλαμε να αποφύγουμε τη σκλαβιά του να κρατάμε μόνοι μας το μαγαζί. Ούτε θα το κάναμε μόνοι μας. Εκεί είναι το δέσιμο: να μπορεί μια ο ένας και μια ο άλλος, ώστε να ταξιδεύουμε. Είμαστε μέσα σε έναν παρθένο τουριστικό προορισμό με πολλαπλάσιες δυνατότητες. Συγχρονιζόμαστε κι έχουμε πολλά στα σκαριά. Χαιρόμαστε όταν έρχεται κόσμος στην βάρκα ή στο μπαρ που λένε ότι θέλουν να μείνουν εδώ. Κάνουμε πρόσκληση στα νέα μυαλά με επιχειρηματικότητα. Θέλει υπομονή, επιμονή και σεβασμό σε αυτό που θέλεις να κάνεις, όπως και σε αυτό που έχεις να αντιμετωπίσεις, στον τόπο.

×
play button
PLAY FULL VIDEO

Αποχαιρετιζόμαστε με αγκαλιά και χορό. Ο Αποστόλης εκπληρώνοντας ένα ακόμη όνειρό του, μοιράζεται το πάθος του για τη μουσική και πίσω από την κονσόλα του DJ, βάζει το τέκνο κομμάτι «Plastic Dreams» του Jaydee, στη διαπασών. Στο μεσημεριάτικο αυτό πανηγύρι πραγματοποιείται και ένα δικό μου όνειρο που το χορεύω με ευγνωμοσύνη.
Ο φίλος και Ονειρευτής επιλέγει να περπατά στο μονοπάτι που χαράζει το oνοματεπώνυμό του, στην Αποστολή του και στην Καλή Ώρα. Τον ευχαριστώ για αυτό.