Η σχέση του Νίκου Καββαδία με την Θεσσαλονίκη αν και πολύ στενή, δεν αναφέρεται σε πολλά από τα ποιήματά του, μοναχά σε δύο το «Θεσσαλονίκη» και το «Θεσσαλονίκη ΙΙ». Για τον ποιητή, η πόλη αυτή είναι «ιερή», απόλυτα συνδεδεμένη με την γυναικεία ερωτική παρουσία. Δεν είναι ένας απλός τόπος, είναι η γειτνίαση με την θάλασσα που την κάνει αυτό που είναι. Ο ποιητής αγαπούσε πολύ την Θεσσαλονίκη, την περπατούσε, την εξερευνούσε στην παραλία, στα ντοκ του λιμανιού, εκεί γνώρισε φίλους ζωής και έρωτες. Η Καλαμαριώτισα που του έραβε πουκάμισα όπως γράφει ο ίδιος στην «Θεσσαλονίκη ΙΙ» είναι υπαρκτό πρόσωπο, όπως και όλα τα πρόσωπα που αναφέρονται στα ποιήματα του.
Στο ποίημα «Θεσσαλονίκη», η πόλη εμφανίζεται σχεδόν ονειρική, λουσμένη σε ένα ημίφως που ισορροπεί ανάμεσα στη νοσταλγία και τον ερωτισμό. Ο στίχος «Κάτω από φώτα κόκκινα / κοιμάται η Σαλονίκη» συμπυκνώνει αυτή τη διττή ατμόσφαιρα. Το κόκκινο φως παραπέμπει ταυτόχρονα σε λιμάνι, σε νυχτερινή ζωή, σε σώματα και επιθυμίες. Η πόλη δεν περιγράφεται ρεαλιστικά, αλλά ως ένας χώρος αισθήσεων. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Καββαδίας δεν ενδιαφέρεται να αποδώσει την τοπογραφία της με ακρίβεια παρά αρκείται σε λίγες λέξεις-κλειδιά, όπως είναι ο «Βαρδάρης» και η «Καλαμαριά», που λειτουργούν περισσότερο ως σημεία μνήμης παρά ως γεωγραφικά δεδομένα. Μας τοποθετεί στον χάρτη πολύ γρήγορα και απλά, χωρίς περιγραφές.
Η Θεσσαλονίκη του Καββαδία είναι μια πόλη που ανήκει στη νύχτα και στους ναυτικούς. Δεν είναι η πόλη των κατοίκων της, αλλά εκείνων που φτάνουν και φεύγουν. Η ματιά του ποιητή είναι κατεξοχήν στραμμένη προς την θάλασσα. Για εκείνον, η πόλη αποκτά νόημα όταν ιδωθεί από το κατάστρωμα, όταν προσεγγίζεται μέσα από την εμπειρία του ταξιδιού. Αυτό γίνεται ακόμη πιο σαφές στο ποίημα «Θεσσαλονίκη ΙΙ», όπου η φράση «Της Σαλονίκης μοναχά / της πρέπει το καράβι» λειτουργεί σχεδόν ως ποιητικό αξίωμα. Η πόλη δεν μπορεί να κατανοηθεί από τη στεριά· η στεριά περιορίζει, εγκλωβίζει, και αφαιρεί τη διάσταση του ονείρου.
Η προτροπή «Να μην τολμήσεις να τη δεις / ποτέ απ’ τη στεριά» δεν είναι απλά μια υπερβολή, είναι μια δήλωση αισθητικής και υπαρξιακής στάσης. Ο Καββαδίας υπονοεί ότι η αληθινή Θεσσαλονίκη -η δική του Θεσσαλονίκη- αποκαλύπτεται μόνο σε εκείνον που την προσεγγίζει ως περαστικός, ως ταξιδιώτης, ως κάποιος που δεν της ανήκει. Η απόσταση γίνεται απαραίτητη προϋπόθεση για την πραγματική της θέαση. Από τη στεριά, η πόλη μοιάζει καθημερινή, ίσως ακόμα και πεζή, ενώ από τη θάλασσα μεταμορφώνεται σε εικόνα, σε σύμβολο, σε επιθυμία για τους παρατηρητές της.
Η βιογραφική διάσταση του ποιητή ενισχύει αυτή την ερμηνεία. Ο Καββαδίας, ως ασυρματιστής σε εμπορικά πλοία, γνώρισε τη Θεσσαλονίκη μέσα από το λιμάνι της. Οι περίπατοι του στα ντοκ, οι φιλίες που σύναψε στην πόλη αυτή, οι γυναίκες που σημάδεψαν τη μνήμη του -όπως η «Καλαμαριώτισσα» που του έραβε πουκάμισα- δεν λειτουργούν ως απλά κειμενικά στοιχεία. Στον κόσμο του Καββαδία, τα πρόσωπα δεν είναι αφηρημένες φιγούρες, είναι «πιο αληθινά από τα αληθινά», καθώς ξαναζωντανεύουν μέσα από τις μνήμες και τις επιθυμίες του.
Ωστόσο, η αγάπη του για τη Θεσσαλονίκη δεν εκδηλώνεται με τον τρόπο που θα περίμενε κανείς από κάποιον που αγαπά μια πόλη, ενός τοπιογραφικού εγκωμίου προς αυτή. Δεν υπάρχει εξιδανίκευση με την έννοια της αναλυτικής περιγραφής. Αντίθετα, η πόλη εμφανίζεται αποσπασματικά, μέσα από εικόνες που μοιάζουν να αναδύονται και να χάνονται, όπως ακριβώς συμβαίνει όταν ένα καράβι πλησιάζει ή απομακρύνεται από το λιμάνι της. Αυτή η αποσπασματικότητα είναι ουσιώδης για την κατανόηση της Θεσσαλονίκης του Καββαδία. Η Θεσσαλονίκη δεν είναι ποτέ πλήρως παρούσα, αλλά πάντα μισοκρυμμένη, σαν να ανήκει περισσότερο στη μνήμη του παρά στην πραγματικότητα και σε εμάς τους υπόλοιπους.
Ενδιαφέρον είναι και το γεγονός ότι, παρά τη βαθιά θαλασσινή του ταυτότητα, ο Καββαδίας δεν «επιμένει» περιγραφικά στη θάλασσα μέσα στα συγκεκριμένα ποιήματα. Η θάλασσα υπάρχει ως προϋπόθεση θέασης της πόλης, ως οπτική γωνία, όχι ως αντικείμενο περιγραφής. Αυτό διαφοροποιεί τη δική του Θεσσαλονίκη από άλλες λογοτεχνικές ή τραγουδιστικές αναπαραστάσεις της πόλης, όπου η θάλασσα συχνά υποβαθμίζεται ή απουσιάζει. Στον Καββαδία, αντίθετα, η θάλασσα είναι το φίλτρο μέσα από το οποίο η πόλη αποκτά νόημα.
Η σχέση της Θεσσαλονίκης με την θάλασσα δεν είναι τόσο στενή όσο πιστεύουμε όσοι μένουμε μακριά της. Με εξαίρεση το εμπορικό της λιμάνι και την νέα παραλία, η υπόλοιπη θαλάσσια έκτασή της είναι εξαιρετικά παραμελημένη. Αυτή η εγκαταλειμμένη εικόνα είναι η καθημερινότητα των μόνιμων κατοίκων της. Για τους περισσότερους θεσσαλονικιώτικη θάλασσα είναι μόνο η νέα παραλία, κάτι που ξεφεύγει πολύ από την πραγματικότητα. Η αλήθεια είναι όμως πως η πόλη αυτή δεν θα ήταν η ίδια χωρίς την γειτνίασή της με την θάλασσα. Θα ήταν μια ακόμα επαρχιακή πόλη όπως και είναι ακόμα στις Ανατολικές και Δυτικές περιοχές της.
Η ιδέα ότι η Θεσσαλονίκη «πρέπει» να ιδωθεί από το καράβι αποκτά, έτσι, και μια ευρύτερη σημασία. Υποδηλώνει ότι κάθε τόπος έχει μια «σωστή» οπτική γωνία, έναν τρόπο προσέγγισης που αποκαλύπτει την ουσία του. Για τον Νίκο Καββαδία, αυτή η οπτική είναι πάντα συνδεδεμένη με την κίνηση, τη φυγή και το ταξίδι. Δεν είναι τυχαίο ότι το έργο του συνολικά διαπνέεται από μια διαρκή επιθυμία απομάκρυνσης, όχι απαραίτητα από έναν συγκεκριμένο τόπο, αλλά από την ακινησία ως κατάσταση. Για αυτό και ως νέος άνθρωπος αποφάσισε να μπαρκάρει πρώτη φορά στα 19 του και έπειτα δεν σταμάτησε ποτέ. Κινούταν μόνιμα και ασταμάτητα σε αντίθεση με τους στεριανούς φίλους του.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Θεσσαλονίκη λειτουργεί ως ένας ενδιάμεσος σταθμός, ούτε αφετηρία ούτε προορισμός, αλλά ένας τόπος που αποκτά σημασία ακριβώς επειδή βρίσκεται «εν κινήσει». Είναι μια πόλη που ανήκει στο πέρασμα, εκεί την βιώνεις, εκεί την κατανοείς και -γιατί όχι- την αγαπάς, όχι στην εγκατάσταση. Και ίσως αυτή να είναι η βαθύτερη μορφή αγάπης που της επιφυλάσσει ο ποιητής των θαλασσών: μια αγάπη που δεν διεκδικεί, δεν οικειοποιείται, αλλά παρατηρεί, θυμάται και μετασχηματίζει.
Εν τέλει η Θεσσαλονίκη του Καββαδία δεν είναι η πραγματική πόλη, αλλά η ποιητική της εκδοχή, μια πόλη που υπάρχει ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι, ανάμεσα στη θάλασσα και στη μνήμη του. Και όπως συμβαίνει με όλα τα σημαντικά τοπία στο έργο του, δεν αποτελεί παρά έναν ακόμη σταθμό στο μεγάλο αυτό ταξίδι της ζωής, του νου και της ψυχής του.
Διαβάστε ακόμα:
4 εμπειρίες στη Θεσσαλονίκη για να ανακαλύψετε ένα διαφορετικό πρόσωπό της

