Σκιτσογράφος, μουσικός, περφόρμερ, πλάνητας, μποέμης. Ο Κώστας Μπέζος έζησε σύντομη, αλλά γεμάτη ζωή, από απολαύσεις, δοκιμασίες και επιτυχία. Γνωρίζουμε, σήμερα, κυρίως ένα δύο ρεμπέτικα κομμάτια από όσα μάς άφησε παρακαταθήκη («Στην Υπόγα», «Κάηκε ένα σχολείο»), αλλά ειλικρινά η saga και η περσόνα του Κώστα αποτελούν εξαιρετική πηγή έμπνευσης για τον οποιονδήποτε, ανεξαρτήτως ακουσμάτων και μουσικού γούστου. Το δοκίμιο του κοινωνιολόγου Δημήτρη Κούρτη «Πάμε στη Χονολουλού- Κώστας Μπέζος 1905-1943» (εκδ. Αίολος) φωτίζει άγνωστες, σχεδόν ξεχασμένες όψεις της ιστορίας της μεσοπολεμικής Αθήνας, με τον Μπέζο στο επίκεντρο, ο οποίος γεννήθηκε στο Μπολάτι Κορινθίας το 1905 και απεβίωσε στην Αθήνα το 1943, ούτε σαράντα ετών.

25

Την Αθήνα την ήξερε, την αγαπούσε και την τριγυρνούσε, δεν έλειπε από καλλιτεχνικά δρώμενα, από «σαλόνια» και από ταβέρνες, πάντα πρώτος στο γλέντι και αχόρταγος παρατηρητής προσώπων και καταστάσεων. Έχει γράψει για την Αθήνα την άνοιξη του 1938, με αφορμή μια επίσκεψή του στον Βοτανικό: «Η Αθήνα κλείνει στα σπλάχνα της όλα τα είδη της ζωής. Εκτός από τη δική της εκδήλωση, έχει στο αίμα της λίγο Παρισάκι, λίγη Βουδαπέστη, λιγάκι Νέα Υόρκη, λίγο Άργος, λίγη Αράχωβα, λίγη Ανατολή, ίσως και Αφρική». Ο Μπέζος βιώνει και εκφράζει, ως άνθρωπος, ως άντρας και ως καλλιτέχνης, μια αδιάκοπη (έσω και έξω) κίνηση: συγχρωτίζεται με τη λογοτεχνική γενιά της δεκαετίας του ’20 στο φιλολογικό στέκι του Μπαγκείου, εργάζεται ως σκιτσογράφος στις σημαντικότερες εφημερίδες της δεκαετίας του ’30, ταξιδεύει αχόρταγα στην Ελλάδα, στα Βαλκάνια, στην Τουρκία, στην Αίγυπτο. Παράλληλα, και βασικά, παίζει χαβάγιες, ένα υβριδικό ελληνικό μουσικό είδος, επηρεασμένο από τη χαβανέζικη μουσική, αλλά ριζωμένο στην ελληνική πραγματικότητα, που λειτούργησε ως ονειρική διαφυγή για το κοινό που ασφυκτιούσε πολιτικά και κοινωνικά την περίοδο του Μεσοπολέμου.

Μέσα από τα σκίτσα, τις μουσικές του και τα ταξιδιωτικά κείμενα που έγραφε εν κινήσει, ο Μπέζος ξεδιπλώνει πτυχές της εποχής και της ίδιας της ψυχής του. Στα χαβανέζικα, «Χονολουλού» σημαίνει «προστατευμένος κόλπος». Στη Χονολουλού, ο γλεντζές και οξυδερκής Μπέζος μπορεί να μην έφτασε ποτέ (ίσως μέσα στη φαντασία του να είχε πάει πολλές φορές), αλλά από τα μέρη τα οποία επισκέφθηκε, εντός και εκτός Ελλάδος, φρόντισε να κρατήσει ακριβά αποστάγματα. Η καλλιεπής, οξυδερκής και ευαίσθητη, σχεδόν ποιητική, γραφή του αποκαλύπτεται για πρώτη φορά στο ευρύ κοινό χάρη στο βιβλίο του Δημήτρη Κούρτη, από όπου και οι φωτογραφίες που ενδύουν αυτό το θέμα.

Γράφει, ας πούμε, στο κείμενό του «Χριστουγεννιάτικη ανάμνηση από την Θεσσαλονίκη»: «Η δίψα της περιπέτειας με είχε κυριεύσει και ταξίδευα από πόλη σε πόλη και από χώρα σε χώρα, άλλοτε ευτυχισμένος με αρκετούς παράδες και άλλοτε ελεεινός χωρίς ένα σέντσι στη φόδρα. Έτσι βρέθηκα τότε στη Θεσσαλονίκη, χωρίς ένα σέντσι. Ερχόμενα από το Ζάγκρεμπ της Σερβίας με χαμένο τελείως το ηθικό μου, για να βρω ίσως κάποια πηγή ανεφοδιασμού στη χώρα μου. Ο σκοπός μου ήταν να έρθω στην Αθήνα, βέβαια, στους γνωστούς μου, αλλά ελάτε που δεν υπήρχαν ναύλα για να συνεχίσω το ταξίδι!».

Από το αρχείο του συγγραφέα του βιβλίου Δημήτρη Κούρτη

Ταξίδια στην Ελλάδα

Ο Μπέζος, από το 1930 ως το 1933, ταξίδεψε στην Καλαμάτα, στον Μυστρά (τον αποκαλεί «το ζωντανό ποίημα των αιώνων») και στο Ναύπλιο. Εντυπωσιάστηκε από τις θρυλικές, καθώς τις αποκαλεί, πόλεις της Ηπείρου, την Πρέβεζα και την Άρτα, ενώ δεν παρέλειψε να κάνει τη διαδρομή Ιωάννινα-Παραμυθιά. Η χάρη του έφτασε από την Ιτέα ως την Άμφισσα, ενώ βρέθηκε επίσης στη Θεσσαλονίκη, στην Αμαλιάδα και στο Κιάτο. Εκεί, στο Κιάτο, συνάντησε τον Αττίκ με το θερινό συγκρότημα της περίφημης Μάντρας του, ο οποίος βρισκόταν σε περιοδεία στην ελληνική επαρχία, της οποίας ο κόσμος, όπως σημειώνει φλεγματικά ο Μπέζος, «διψάει για κάτι το καινούργιο, άσχετο με τα συνηθισμένα θεάματα των ξεπεσμένων θιάσων που ναυαγούν και φεύγουν από τα παράθυρα το ίδιο βράδυ».

Δείτε μερικά ακόμα χαρακτηριστικά αποσπάσματα από τις συγκεκριμένες περιπλανήσεις του:

«Όταν το καράβι έφτασε μια ώρα περίπου έξω από την Ιτέα, η θάλασσα άρχισε να καλμάρει. Τα φώτα της πόλης, σαν πυγολαμπίδες, μαζί με τα γύρω κατάμαυρα βουνά έμοιαζαν με δόντια σφιγμένα από το πίσω μέρος. (…) Σε λίγο, η Ιτέα αρχίζει να μας δίνει στο φως του ηλεκτρισμού καθαρότερα τα χαρακτηριστικά της. Το απόγευμα το αυτοκίνητο μας οδηγεί εις τα έξω μέρη της Πρεβέζης, εκεί όπου βρίσκονται τα τεράστια και μεγαλοπρεπή τούρκικα κανόνια. Ύστερα από δέκα λεπτών διαδρομή, μέσα από τον απέραντο βενετσιάνικο αμπελώνα, ηλικίας αρκετών αιώνων, φτάνουμε στα «Κανόνια». Ο καιρός τα ’χει καλύψει με παχύ στρώμα σκουριάς. Γύρω, υψώνονται δύο λοφίσκοι, επίτηδες φτιαγμένοι διά να μην επιτρέπουν την θέαν εις τον εχθρό. (…) Απέναντί μας ακριβώς, φαίνονται τα βουνά της Λευκάδος και η πόλις, όμοια μ’ άσπρους κύβους. Σιγά-σιγά, η νύχτα απλώνεται στο βάθος των γκρίζων βουνών και στα νερά του Ιονίου πελάγους. Ξαναγυρίζουμε στην πόλη. Στο πέρασμά μας, ανάμεσα από τα ξύλινα και μισοσχισμένα χαμηλά πορτόφυλλα, λουρίδες από φωτισμένα τζάμια και από σγουρά ξανθά μαλλιά μάς αποχαιρετούν».

Το 1935 και το 1936 τα ταξίδια συνεχίστηκαν σε Ζάκυνθο και Κέρκυρα, Κομοτηνή, Δράμα, Καβάλα, Ζύρνοβο (ένα χωριό της ανατολικής Μακεδονίας, στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα). Στη Ζάκυνθο, ο Μπέζος εντυπωσιάστηκε από τη γνωριμία του με τον κόντε, τον Διονύσιο Ρώμα, έναν απόγονο «βενετσιάνικης αρχοντικής ράτσας με τίτλους και κιτάπια», αν και ένιωσε άβολα μες στο αρχοντόσπιτό του, πράγμα που περιγράφει εξόχως γλαφυρά: «Βαριά η μούχλα των αιώνων πλακώνει την ψυχή από τον τεράστιο πλακόστρωτο προθάλαμο που οδηγεί στο κυρίως εσωτερικό. Όλα βαραίνουν εκεί μέσα, τόσο που με συνθλίβουν, με ζαρώνουν σαν φυσαρμόνικα. Ολόγυρα, με κοιτάζουν οι καδραρισμένοι πρόγονοι του κόντε, βλοσυροί, απειλητικοί, σα να μου λένε: “Πώς τολμάς και μπαίνεις στο αρχοντικό μας;”».

Όλα όμως αυτά είχαν αίσιο τέλος. Ο Μπέζος δεν έπαθε τίποτα, το αντίθετο, έφυγε για Κέρκυρα με ψυχή φουσκωμένη από χαρά: «Στο πρώτο γέλιο του ήλιου, ετοίμασα τα μπαγάζια μου. Έπρεπε να φύγω εκείνο το πρωί με τον “Πολικό” για την Κέρκυρα. Ο κόντες με συνόδευσε ως την προκυμαία, με το παλτό ριγμένο, όπως πάντα, στις πλάτες. Όρθιος στη βάρκα, γεμάτος ενθουσιασμό, γιατί εξετίμησα πραγματικά τον άνθρωπο αυτόν, καθώς βγαίναμε στ’ ανοιχτά, φώναξα με όλη τη δύναμη της ψυχής μου αθηναίικα: Γεια σου, κόντε!».

Η Κωνσταντινούπολη

Ο Κωστής Μπέζος ταξίδεψε τον Γενάρη του 1937 (όχι για πρώτη ούτε για τελευταία φορά) στην Κωνσταντινούπολη και κατέγραψε, μαζί με σκίτσα, όλα όσα έζησε σε τέσσερις συνέχειες στη θεσσαλονικιώτικη εφημερίδα «Μακεδονία». Συγκεκριμένα, εκτυπώθηκαν στις σελίδες της εφημερίδας στις 31 Μαρτίου, την 1η Απριλίου, στις 3 Απριλίου και στις 4 Απριλίου του 1937. Στο πρώτο του χρονογράφημα, ο Κωστής Μπέζος αφηγείται το ταξίδι με το πλοίο και στέκεται με έκπληξη στην πρακτική των τουρκικών αρχών να επιβιβάζονται στο πλοίο και να ελέγχουν τα έγγραφα των επιβατών πριν ακόμη πατήσουν το πόδι τους στο έδαφος της γειτονικής χώρας.

Παράλληλα, καταγράφει τις πρώτες εντυπώσεις από την Κωνσταντινούπολη, την Ιστανμπούλ ή Σταμπούλ, όπως την αποκαλεί ο ίδιος: τον Βόσπορο, το Πέραν και την έντονη εμπορική του κίνηση. Περιδιαβαίνει τους δρόμους της Πόλης και αποτυπώνει το χρώμα και τον παλμό της, στέκεται μπροστά σε μια επιβλητική προτομή του Κεμάλ Ατατούρκ, αναφέρεται στο «Γαλατά Σεράι» και στους μαθητές του και επισκέπτεται το «Λαμαρτίν Σοκάκ» με τις νεόδμητες, εύπορες πολυκατοικίες.

Απολαμβάνει ζεστό «τσορμπά», την παραδοσιακή, αραιή σούπα-ζωμό που έπιναν και πίνουν ακόμα οι Τούρκοι, έξοχο θερμαντικό, όπως σημειώνει και ο Μπέζος. Ψάχνει να βρει λίγη από την «παλιά Ιστανμπούλ» και, τελικά, την αναπλάθει στη φαντασία του. Τον εντυπωσιάζει η ευρωπαϊκότητα και ο εκσυγχρονισμός της, φυσικά σε επίπεδα πολύ ανώτερα από αυτά της Αθήνας. Ο Μπέζος μοιάζει να γουστάρει πολύ και με τη νυχτερινή ζωή της Πόλης: καμπαρέ με «κυπαρισσένιες» αρτίστες, κέντρα, πάλκα και άλλα στέκια, «παράδεισοι της νυχτερινής Ιστανμπούλ».

Δείτε τι ωραία που περιγράφει το βίωμα της μουσικής διασκέδασης:

«(…) Και το βιολί με τις γλυκιές του δοξαριές σε θάβει βαθιά σε κόσμους νοσταλγίας, πόθου, λησμονιάς. Τα χαράματα, χωμένοι στα παλτά σαν χελώνες, σιγοτραγουδάμε στον έρημο δρόμο:

Γκεζίντ μπιρ ισίκ βαρ

Πεσιντέ μπιρ ασίκ βαρ

(Στα μάτια σου έχεις μια χάρη. Στο κορμί σου μια υπερηφάνεια»)

Ο συγγραφέας και ερευνητής Δημήτρης Κούρτης εξηγεί ότι ο Μπέζος ταξίδευε στην Κωνσταντινούπολη αρκετά συχνά, από τις αρχές της δεκαετίας σχεδόν κάθε χρόνο με την μπάντα του, τα Άσπρα Πουλιά (η οποία κάθε φορά απαρτιζόταν από διαφορετικά μέλη, σε σύνθεση και σε αριθμό), και το 1934 μαζί με τη Μάντρα του Αττίκ, μετά την περιοδεία στην Αίγυπτο. Το 1937, για παράδειγμα, επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη για αρκετούς μήνες, από τον Μάιο έως και τον Ιούλιο, και μετά πάλι τον Σεπτέμβριο. Ύστερα, άλλη μια φορά, τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 1938.

Από το αρχείο του συγγραφέα του βιβλίου Δημήτρη Κούρτη

Τα τελευταία ταξίδια του Κωστή

Από το 1937 ως το 1941, ο Μπέζος πήγε στο Σιδηρόκαστρο. Έπειτα, βρέθηκε και στην Κρήτη και, στο ενδιάμεσο, όπως αναφέραμε πιο πάνω, «χτύπησε» άλλη μια Σταμπούλ. Τον Μάη του ’38 βρέθηκε στο Κακοσάλεσι (πρώην Αυλώνας) -Αττική, δηλαδή, Τατόι, Βαρυμπόμπη. Τον εντυπωσίασε τον Κωστή η βλάστηση της αττικής υπαίθρου, άνοιξη, χαρά Θεού. Καταγράφει με φανταστική τρυφεράδα τις στιγμές του: το ουζάκι κάτω από τον πεύκο, αριστοκρατικό απεριτίφ όταν καταναλώνεται, λέει, στη φύση και όχι στο σαλόνι, «το ατελείωτο χάρμα της Αττικής», με την ολάνθιστη διαδρομή και τους «φιόγκους από αγριπούρναρα και σκίνα», ύστερα, στην κορφή, στο Κακοσάλεσι, γλέντι με νταούλια και πίπιζες. Ο Κωστής συμμετέχει ολόψυχα στο γλέντι, χορεύει, τραγουδά, πίνει «ρετσινάτο ντόπιο από τη χωριάτικη κανάτα». Μοιάζει να ρουφά τη ζωή μέχρι το μεδούλι της. Σα να ξέρει, με μια παράξενη, υποσυνείδητη γνώση, ότι δεν πρόκειται να ζήσει πολύ.

Ο Κώστας Βάρναλης έγραψε ένα πολύ ζεστό και συγκινητικό σημείωμα στην εφημερίδα Πρωίαν, με αφορμή τον θάνατο του συνεργάτη και φίλου του, Κώστα Μπέζου. Ανάμεσα σε άλλα, γράφει το εξής: «Τι άδικα που χάθηκε μία εξαιρετική καλλιτεχνική ψυχή, ένας θαυμάσιος άνθρωπος, ο τελευταίος της γενεάς των βοημών!».

Μποέμης μέχρι τέλους, ο Μπέζος. Μποέμ χωρίς μουσικές, έρωτες, ταξίδια δεν είναι μποέμ. Απαρνήθηκε κάθε ρουτίνα και σταθερότητα για να εξερευνήσει ό,τι προλάβαινε και ό,τι μπορούσε, να το τρυγήσει με τις αισθήσεις του. Κι εμείς «βαριόμαστε» να πάμε μια βόλτα μέχρι το πάρκο; Ας αποτελέσει έναυσμα ο Κωστής και οι περιπέτειές του για να ζήσουμε, άμεσα, μία απόδραση μαγική, απρόβλεπτη, όλο ζωή. Και ίσως να την καταγράψουμε, όπως ακριβώς θα έκανε ο Μπέζος.

Διαβάστε ακόμα:

7 μουσεία που ορίζουν την πολιτιστική ταυτότητα των Ιωαννίνων

6+1 βιβλιοπωλεία στο Παρίσι με κινηματογραφική ομορφιά

Ένα πολιτιστικό ταξίδι για το 2026: 10 στάσεις στην Παλιά Πόλη της Ρόδου, τον θησαυρό ιστορίας των Δωδεκανήσων