Τα Θεοφάνια είναι από τις μεγάλες θρησκευτικές γιορτές που συνοδεύονται από ιδιαίτερα έθιμα. Το κυριότερο, που λαμβάνει χώρα σε όλη την Ελλάδα, είναι η ρίψη του σταυρού σε νερό, ωστόσο σε ορισμένες περιοχές συναντά κανείς και άλλα έθιμα με ρίζες σε παλαιότερες λαϊκές και διονυσιακές παραδόσεις.
Στην Ερμιόνη η ρίψη του σταυρού στη θάλασσα αποτελεί μια ιεροτελεστία που ξεκινά από την προηγούμενη ημέρα, ενώ στη Δράμα, στο χωριό Μοναστηράκι, αναβιώνει ένα τοπικό δρώμενο με χορό στην πλατεία, που παραπέμπει σε αρχέγονες τελετουργίες.
Αν, λοιπόν, θέλετε μια εξόρμηση με θαλασσινή αύρα, θα βάλετε πλώρη για την Ερμιόνη. Αν, αντίθετα, αναζητάτε μια διαφορετικού τύπου εμπειρία, το Μοναστηράκι της Δράμας προσφέρει μια γιορτή με έντονο το στοιχείο της παράδοσης και της συλλογικής συμμετοχής.
Ερμιόνη
Στην παραθαλάσσια κωμόπολη της Ερμιόνης, στα νοτιοανατολικά της Αργολίδας, τηρείται το ξεχωριστό έθιμο με το όνομα «γιάλα-γιάλα». Οι προετοιμασίες για το έθιμο ξεκινούν την παραμονή, με τους ντόπιους, συνήθως νεαρούς που πρόκειται να καταταγούν στον στρατό και θα συμμετάσχουν στο βούτηγμα για τον σταυρό, να κατεβαίνουν στο λιμάνι για να στολίσουν τις βάρκες από τις οποίες θα βουτήξουν, με κλαδιά φοίνικα, μυρτιές και σημαίες. Στη συνέχεια, οι νέοι ξεχύνονται στην πόλη τραγουδώντας το «γιάλα-γιάλα» και περνούν από τα σπίτια, όπου οι νοικοκυραίοι τους περιμένουν με χαρές και κεράσματα.
Την επόμενη ημέρα, ντυμένοι με ναυτικές στολές, πηγαίνουν στον Μητροπολιτικό Ναό των Ταξιαρχών για να πάρουν την ευλογία του ιερέα και στη συνέχεια όλοι μαζί κατευθύνονται προς το λιμάνι, όπου πραγματοποιείται ο καθαγιασμός των υδάτων. Οι νέοι κουνoύν τις βάρκες με δύναμη, συνεχίζοντας να τραγουδούν το «γιάλα-γιάλα». Όταν ο ιερέας ρίξει τον σταυρό και την εικόνα της Παναγίας για τρίτη φορά στο νερό, οι νέοι βουτούν από τα καΐκια στη θάλασσα. Όλοι όσοι συμμετέχουν στο βούτηγμα λαμβάνουν την ευλογία της Εκκλησίας, ωστόσο εκείνοι που θα καταφέρουν να πιάσουν τον Τίμιο Σταυρό και την εικόνα της Παναγίας συνήθως παίρνουν ως ενθύμιο και έναν χρυσό σταυρό, δώρο του δήμου και της Εκκλησίας.
Το έθιμο έχει τις ρίζες του στους ψαράδες και τους σφουγγαράδες, οι οποίοι πριν ξεκινήσουν το ταξίδι τους βουτούσαν στη θάλασσα για να πιάσουν τον Τίμιο Σταυρό, ως σύμβολο καλής τύχης και προστασίας. Η τελετουργία ολοκληρώνεται με το πιάσιμο του σταυρού και στη συνέχεια ο κόσμος κατευθύνεται στα σπίτια και στις ταβέρνες, όπου ακολουθεί φαγητό και γλέντι για όσους γιορτάζουν.
Μοναστηράκι Δράμας
Στον βορρά, εκτός από το θρησκευτικό κομμάτι των Θεοφανίων, τηρείται και ένα εντελώς διαφορετικό έθιμο, οι «Αράπηδες» ή «Μπαμπούγερα». Πρόκειται για ένα δρώμενο με ρίζες σε αρχαϊκές, διονυσιακές παραδόσεις, που κορυφώνεται ανήμερα των Θεοφανίων και λαμβάνει χώρα στο χωριό Μοναστηράκι, αλλά και σε άλλα χωριά της περιοχής, όπως η Νικήσιανη, το Παγονέρι, η Καλή Βρύση, ο Ξηροπόταμος, ο Βώλακας κ.ά. Το όνομά του προέρχεται από τη μεταμφίεση των συμμετεχόντων, οι οποίοι φορούν μαύρες κάπες που θυμίζουν φλοκάτες. Η μεταμφίεση συμπληρώνεται από οξυκόρυφες μάσκες από γιδοπροβιές, κουδούνια, ή «μπατάλια» όπως τα αποκαλούν, δεμένα στη μέση, και ξύλινο σπαθί στα χέρια, ενώ τα παπούτσια κατασκευάζονται από ακατέργαστο δέρμα χοίρου, τα λεγόμενα «τσερβούλια». Το έθιμο συνήθως ξεκινά δύο με τρεις ημέρες νωρίτερα και κορυφώνεται στις 6 Ιανουαρίου.
Οι Αράπηδες πλαισιώνονται από τους «Παππούδες», τις «Γκιλίγκες» και τους «Τσολιάδες», με τη συνοδεία τρίχορδων λυρών και νταϊρέδων. Το δρώμενο αποσκοπεί στην ευετηρία, δηλαδή την καλοχρονιά και τη γονιμότητα, και βασίζεται στο συμβολικό τρίπτυχο της νεκρανάστασης, της ευγονίας και της ευκαρπίας. Συνδέεται με την αναγέννηση της φύσης μετά τον χειμώνα, τη γονιμότητα της γης και την ευχή για πλούσια σοδειά, καθώς και με την επιθυμία των ανθρώπων για πολλά και υγιή παιδιά.
Την παραμονή πραγματοποιείται η προετοιμασία και η μύηση της «τσέτας», δηλαδή της ομάδας των ανδρών που συμμετέχουν στο έθιμο, καθώς δικαίωμα συμμετοχής έχουν μόνο άνδρες ηλικίας από 14 έως 40 ετών. Το ίδιο απόγευμα, με τη δύση του ήλιου, μικρά παιδιά βγαίνουν στους δρόμους χτυπώντας δυνατά τα κουδούνια, δίνοντας το σήμα της άφιξης των «Αράπηδων» και προαναγγέλλοντας όσα θα ακολουθήσουν την επόμενη ημέρα.
Ανήμερα των Θεοφανίων, το πρωί, η «τσέτα», φορώντας μάσκες, προβιές και κουδούνια, μαζί με τους μουσικούς, περιδιαβαίνει το χωριό. Περνούν από τα σπίτια των κατοίκων, τους παρασύρουν στον χορό και το γλέντι και κατευθύνονται όλοι μαζί προς την πλατεία για τον «τρανό χορό», μέσα σε μια ατμόσφαιρα γεμάτη ιαχές, μουσική και εκκωφαντικά κουδουνίσματα. Στον χορό συμμετέχουν οι «Γκιλίγκες», άνδρες μεταμφιεσμένοι με τοπικές γυναικείες φορεσιές, καθώς και οι «Παππούδες», άνδρες ντυμένοι με την παλιά, γιορτινή ανδρική ενδυμασία του τόπου. Στην ομάδα υπάρχουν και οι «Τσολιάδες» ή «Εύζωνοι», που φορούν φουστανέλα, μαύρο μαντήλι και κεντημένες «τσέβρες», δηλαδή μαντίλια, στους ώμους και στροβιλίζονται μπροστά από τον πρωτοχορευτή, προβάλλοντας φαλλικά σύμβολα γονιμότητας.
Καθώς ο χορός εξελίσσεται, δύο Αράπηδες αρπάζουν μια «Γκιλίγκα» και τη βγάζουν έξω από τον κύκλο, σε μια συμβολική πράξη γονιμοποίησης. Στη συνέχεια, δύο Τσολιάδες την απομακρύνουν από αυτούς και την επαναφέρουν τιμητικά στην πρώτη θέση του χορού, κίνηση που συμβολίζει τη γονιμότητα του ανθρώπου και τη σημασία της. Λίγο αργότερα ξεσπά σύγκρουση ανάμεσα σε δύο Αράπηδες, η οποία καταλήγει στον «θάνατο» του ενός. Τότε όλοι συγκεντρώνονται γύρω από τον νεκρό και, με χορό, πηδήματα και τον ήχο των κουδουνιών, τον ανασταίνουν, αποδίδοντας συμβολικά τη νεκρανάσταση. Σταδιακά ο χορός περιορίζεται και ολοκληρώνεται, σηματοδοτώντας το τέλος του δρώμενου και του Δωδεκαημέρου.
Διαβάστε ακόμα:
8 έθιμα των Θεοφανίων σε όλη την Ελλάδα
Ραγκουτσάρια: Τις πρώτες μέρες κάθε χρόνου κάτι μοναδικό συμβαίνει στην Καστοριά






