Φτάσαμε στο Κλαυσί λίγο μετά τις τρεις το απόγευμα. Η πινακίδα στην είσοδο του χωριού λέει Κλαυσίο, αλλά κρατήσαμε τον νεωτερισμό. Κατεβήκαμε από το αυτοκίνητο και περπατήσαμε για λίγο. Τίποτα. Ούτε ψυχή. Μόνο ο ήχος του νερού από κάποια βρύση εκεί κοντά και ένας ελαφρύς ήχος των κλαδιών από τα έλατα που έφτανε σαν ψίθυρος από τις πλαγιές του Κώνισκου.

12

Εννέα χιλιόμετρα από το Καρπενήσι, και αίσθηση άλλου κόσμου. Ή μάλλον, αίσθηση ενός κόσμου που έχει σταματήσει να ψάχνει την προσοχή κάποιου. Ο Αλέξανδρος πήρε τη φωτογραφική και χάθηκε στα σοκάκια. Εγώ κάθισα σε μια βρύση, έβαλα το χέρι κάτω από το παγωμένο νερό και σκέφτηκα ότι ακριβώς αυτό ήθελα να κάνω.

Εκεί ήρθε και ο σκύλος. Είναι ο σκύλος που θα υποδεχτεί τους επισκέπτες του χωριού, καθώς είναι πάντα εκεί γύρω στην πλατεία. Είναι φιλικός και ταυτόχρονα βαριέται εύκολα. Ασχολήθηκε για λίγο μαζί μας, μας συνόδευσε για λίγο στο χωριό και μετά μας άφησε στην τύχη μας, και επέστρεψε στην πλατεία.

Στον πλάτανο

Η πλατεία Μάρκου Μπότσαρη έχει έναν πλάτανο που απλώνεται πάνω από τα τραπεζάκια σαν να τα έχει υιοθετήσει εδώ και δεκαετίες, και ίσως να είναι αλήθεια. Τα σπίτια γύρω, χτισμένα με την τοπική γκρίζα πέτρα, φαίνεται να βγαίνουν από το έδαφος, όχι να έχουν χτιστεί πάνω του. Δεν ξέρεις πού τελειώνει το βουνό και πού αρχίζει το χωριό. Στα μισά στο πρώτο σοκάκι, η πόρτα μιας αυλής, άνοιξε και βγήκε ο κ. Ανδρέας. Επέστρεφε από δουλειά, και μας είδε με το αδιάφορο βλέμμα κάποιου που έχει ξαναδεί ανθρώπους να τριγυρνούν στα σοκάκια του με φωτογραφικές.

Από την Αθήνα

«Από πού είστε;» «Από την Αθήνα», του είπαμε. Για να είμαι ειλικρινής κάθε φορά που με ρωτάει κάποιος από πού είμαι, μου παίρνει λίγο χρόνο για να απαντήσω. Αν είμαι κοντά στη Μεσσηνία, λέω από τον Αγιαννάκη, αν είμαι από Αθήνα και πάνω λέω Αθήνα, γιατί μένω στην πόλη 30 χρόνια. Στάθηκε εκεί και μας μίλησε. Το Κλαυσί που θυμάται ο κ. Ανδρέας δεν είναι αυτό που βλέπουμε σήμερα. Ήταν χωριό με παιδιά στις αυλές, με γυναίκες στα μπαλκόνια, με έναν καθημερινό θόρυβο που τώρα λείπει. Οι νέοι έφυγαν, οι πιο μεγάλοι έμειναν, και οι 126 κάτοικοι της απογραφής είναι μια ευγενική υπερβολή. «Τα Σαββατοκύριακα ζωντανεύει», λέει, χωρίς ιδιαίτερο ενθουσιασμό, όπως λέει κάποιος μια πραγματικότητα που έχει αποδεχτεί.

Και ζωντανεύει όντως. Η ταβέρνα του Μαθέ, που στεγάζεται στον ίδιο χώρο από το 1890, τα Σαββατοκύριακα δεν έχει τραπέζι. Συναντήσαμε την οικογένεια που την λειτουργεί, τα Σαββατοκύριακα μόνο. Μάθαμε για το μοσχαράκι στο πήλινο και τις χειροποίητες πίτες που μαζεύουν κόσμο από το Καρπενήσι και πιο πέρα. Λίγα βήματα παρακεί, «Το Καφέ της Χαράς», ένα μικρό καφέ που φαίνεται να το φρόντισαν με προσοχή, προσφέρει την εναλλακτική εκδοχή. Εμείς το πετύχαμε κλειστό, και ήταν πραγματικά κουκλίστικο, καθώς τα φύλλα από τον πλάτανο είχαν καλύψει τα χρωματιστά τραπέζια και καρέκλες, δημιουργώντας μία εικόνα ξεχωριστή. Αξίζει να το δείτε και μία μέρα που θα δουλεύει κανονικά. Είναι αρκετό; Είναι αυτό που υπάρχει. Λίγο πιο κάτω από το χωριό, κάτω από ένα στέγαστρο προστασίας που καταλαβαίνεις ότι μπήκε για να μείνει, βρίσκεται ο λόγος που το Κλαυσί δικαιούται ένα ταξίδι και όχι απλώς μια στάση.

Από την αρχαιότητα

Η Παλαιοχριστιανική Βασιλική του Αγίου Λεωνίδη ανακαλύφθηκε το 1956, όταν μια καταιγίδα παρέσυρε χώμα και αποκάλυψε ψηφιδωτά του 6ου αιώνα που είχαν καλυφθεί εκεί από τον σεισμό του 551 μ.Χ. Οι ντόπιοι τα λένε «χαμοκέντηση», αυτά τα ψηφιδωτά, και η λέξη έχει περισσότερη ακρίβεια από οποιαδήποτε αρχαιολογική περιγραφή. Ψάρια, πουλιά, γεωμετρικά σχέδια, 205 τετραγωνικά μέτρα που είναι τόσο ζωντανά που κοιτάς γύρω σου να δεις ποιος τα έκανε. Οκτώ επιγραφές στο δάπεδο μαρτυρούν μια κοινότητα με επίσκοπο, διακόνισσες, οικονόμους. Αυτό δεν ήταν ένα ορεινό ξωκλήσι. Ήταν πόλη. Το όνομα «Κλαυσί» προέρχεται από τον κλαυθμό. Από το κλάμα των επιζώντων μετά την επιδρομή των Γαλατών το 279 π.Χ. Αν στέκεσαι πάνω σε αυτά τα ψηφιδωτά και ξέρεις αυτή την ιστορία, το τοπίο αλλάζει.

Φύγαμε με το σκοτάδι να πέφτει στις κορυφές και τον Αλέξανδρο να γκρινιάζει ότι χρειαζόταν άλλη μια ώρα φως. Το Κλαυσί πήρε το όνομά του από το κλάμα. Αλλά αυτό που αφήνει πίσω του στον επισκέπτη είναι κάτι που δύσκολα κολλάει σε λέξεις. Ίσως γιατί σπάνια συναντάς ένα χωριό που έχει τόσα να πει και διαλέγει να τα λέει με τον δικό του τρόπο.

Διαβάστε ακόμα:

Νέα Βίνιανη Ευρυτανίας: Δεν είναι στην Αμερική, είναι στα Άγραφα

Ανεξερεύνητοι Τόποι: Κρίκελλο Ευρυτανίας, ένα αυθεντικό ορεινό χωριό ανάμεσα στα έλατα

Αποστολή στην Ευρυτανία: Ανακαλύπτοντας τους ανθρώπους, τη φύση και την γαστρονομία του Μεγάλου Χωριού