Δεκατέσσερα χιλιόμετρα από τα ελληνο-αλβανικά σύνορα, στα 700 μέτρα υψόμετρο, το Δελβινάκι αποτελεί ένα από τα πιο απομονωμένα και συνάμα πλούσια σε παράδοση χωριά της Ηπείρου. Περιτριγυρισμένο από πυκνά δρυοδάση και χαραγμένο στους πρόποδες του Κασιδιάρη, το χωριό αυτό φυλάσσει έναν θησαυρό που ξεπερνά κατά πολύ το μέγεθός του: την τέχνη του πολυφωνικού τραγουδιού.
Πρωινός καφές στο καφενείο του Μάνθου
Φτάνουμε το πρωί στην κεντρική πλατεία, όπου ο Μάνθος και η Μαριάννα σερβίρουν ήδη καφέδες στους ντόπιους. Το καφενείο τους, ανοιχτό από τις 8 το πρωί μέχρι αργά το βράδυ, λειτουργεί ως το καθημερινό σημείο συνάντησης του χωριού. «Μείναμε μόνιμα εδώ», μας λέει η Μαριάννα, ενώ φέρνει τον ελληνικό καφέ που παραγγείλαμε.
Το μέρος έχει διπλή ταυτότητα: πρωινό στέκι για καφέ και απογευματινό για τσίπουρο. Η κάρτα των μεζέδων αντανακλά την ηπειρώτικη κουζίνα. Χοιρινό λεμονάτο, κοκκινιστό μοσχάρι, κεφτεδάκια, λαγός στιφάδο, κολοκυθοανθοί γεμιστοί, βολβοί σαλάτα.
Η σιωπηλή ακμή που σταμάτησε απότομα
Το Δελβινάκι γνώρισε εποχές πλούτου που σήμερα φαίνονται απίστευτες. Από τον 18ο έως τον 19ο αιώνα, οι κάτοικοί του ταξίδευαν ως έμποροι στην Κωνσταντινούπολη, τη Ρουμανία, τη Ρωσία και την Αίγυπτο. Ο πλούτος που συγκέντρωναν επέστρεφε στο χωριό με τη μορφή επιβλητικών αρχοντικών και εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Το 1875 χτίστηκε το Αρρεναγωγείο-Παρθεναγωγείο, ένα διώροφο λιθόκτιστο σχολείο με κάτοψη σε σχήμα «Ε», για Ελευθερία, μια τολμηρή δήλωση εθνικής αντίστασης την εποχή της οθωμανικής κυριαρχίας.
Το 1913, όμως, η Συνθήκη του Λονδίνου χάραξε το σύνορο με την Αλβανία, διαμελίζοντας την ιστορική ενότητα του Πωγωνίου. Το Δελβινάκι, από εμπορικό κέντρο, μετατράπηκε σε ακριτικό χωριό. Οι πόλεμοι του 20ού αιώνα και η μετανάστευση των δεκαετιών του ’50 και ’60 άδειασαν σταδιακά τον οικισμό. Σήμερα, περπατώντας στα πλακόστρωτα καλντερίμια, βλέπεις τα πέτρινα αρχοντικά με τις βαριές ξύλινες πόρτες και τα περίτεχνα ανάγλυφα υπέρθυρα, αρχιτεκτονική μαρτυρία μιας εποχής που δεν επέστρεψε ποτέ.
Η λίμνη των θρύλων
Πέντε χιλιόμετρα από το χωριό, η λίμνη Ζαραβίνα, κρύβεται ανάμεσα στα δάση. Παρά την περιορισμένη της επιφάνεια (0,3 τετραγωνικά χιλιόμετρα), φτάνει τα 31,5 μέτρα βάθος, από τις βαθύτερες φυσικές λίμνες της χώρας. Το δυσανάλογο αυτό βάθος, έχει τροφοδοτήσει επί αιώνες τοπικούς θρύλους για βυθισμένα χωριά και υπόγειες συνδέσεις με μακρινούς ποταμούς. Στα νερά της ζει η ενδημική «ηπειρωτική τσίμα», ένα είδος ψαριού στα όρια της εξαφάνισης, ενώ στις όχθες της απαντάται σπάνια ορχιδέα. Η λίμνη προστατεύεται από το δίκτυο NATURA 2000.
Το τραγούδι που ξεκίνησε πριν από τη γραφή
Αλλά αν υπάρχει κάτι που κάνει το Δελβινάκι μοναδικό, αυτό είναι η μουσική του. Το ηπειρώτικο πολυφωνικό τραγούδι, αναγνωρισμένο από την UNESCO ως μνημείο άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς, βρίσκει εδώ έναν από τους τελευταίους φυσικούς του χώρους. Το τραγούδι είναι αυστηρά ομαδικό και a cappella, βασισμένο στην πεντατονική κλίμακα. Η εκτέλεσή του απαιτεί συγκεκριμένους ρόλους: ο «παρτής» ξεκινά τη μελωδία, ο «γυριστής» απαντά με λαρυγγισμούς που θυμίζουν πτηνά, ενώ οι «ισοκράτες» κρατούν έναν συνεχή βόμβο, το θεμέλιο πάνω στο οποίο χτίζεται ο ήχος.
Ο αείμνηστος Πετρολούκας Χαλκιάς, γεννημένος εδώ το 1934, ανέδειξε το ηπειρώτικο κλαρίνο σε παγκόσμιο φαινόμενο. Σε μια εμφάνισή του στην Αθήνα, όπου έπαιξε ηπειρώτικο μοιρολόι, ένας Ινδός πρέσβης του ομολόγησε δακρυσμένος ότι αναγνώρισε στη μελωδία προσευχές που χρησιμοποιούνται στην Ινδία από την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Η κουζίνα της ανάγκης
Στην κουζίνα του Δελβινακίου κυριαρχεί η πίτα. Όχι ως ορεκτικό, αλλά ως κυρίως γεύμα. Η κασιόπιτα ή αλευρόπιτα, είναι η πιο χαρακτηριστική: ένας χυλός από αλεύρι, αυγά και γάλα που απλώνεται σε λεπτή στρώση, καλύπτεται με θρυμματισμένη φέτα και βούτυρο, και ψήνεται μέχρι να ροδίσει. Απλή, γρήγορη, πεντανόστιμη. Comfort food ορεσίβιων ανθρώπων. Στις ταβέρνες της πλατείας, σερβίρονται ακόμη ψητά από τοπικό αρνί και κατσίκι, ενώ όταν η σεζόν του κυνηγιού το επιτρέπει, κάνει την εμφάνισή του και το αγριογούρουνο από τα δάση του Κασιδιάρη.
Επιστροφή στη Σιωπή
Φεύγοντας από το καφενείο του Μάνθου, κοιτάζω πίσω την πλατεία. Ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, με το ξυλόγλυπτο τέμπλο του 1850 και τις τοιχογραφίες του 1646, δεσπόζει σιωπηλός. Γύρω του, τα πέτρινα αρχοντικά φαίνονται σχεδόν νοσταλγικά για τις εποχές που οι αυλές τους γέμιζαν φωνές.
Το Δελβινάκι δεν είναι προορισμός για όποιον αναζητά εύκολη ψυχαγωγία. Είναι για εκείνους που θέλουν να ακούσουν την ιστορία που ψιθυρίζει η πέτρα, τη μουσική που κρύβεται στη σιωπή των βουνών, τη μνήμη μιας Ελλάδας που αντιστέκεται στην εξαφάνιση.
Διαβάστε ακόμα:
Λίμνη Ζαραβίνα: Το κρυμμένο διαμάντι της Ηπείρου
Πού να φάτε καλά στο Πωγώνι: 7 γαστρονομικές στάσεις
Αποστολή στο Πωγώνι -Κάτω Μερόπη: Επισκεφθήκαμε το καφενείο όπου χτυπά η καρδιά του χωριού






