Ο Αλέξανδρος Κιόσης σερβίρει τον καφέ σχεδόν τελετουργικά. Στο μικρό καφενείο-μπακάλικο που άνοιξε στο Βασιλικό Πωγωνίου, οι κινήσεις του έχουν τον ρυθμό της καθημερινότητας του χωριού, όχι της Αθήνας, όπου δούλευε μέχρι το 2011 ως ηχολήπτης.
«Λίπα» το ονόμασε, από τη σλαβική λέξη για τη φλαμουριά, το δέντρο που στέκεται στις πλατείες των βαλκανικών χωριών σαν σημείο συνάντησης. Έτσι και εδώ, έξω από το μαγαζί υπάρχει μια φλαμουριά. Κι αυτό ακριβώς είναι το μαγαζί του: ένα μέρος όπου τα πάντα ξεκινούν και καταλήγουν σε αυτό το χωριό, στα βορειοδυτικά των Ιωαννίνων.
Το Βασιλικό, Τσαραπλανά μέχρι το 1928, βρίσκεται στις πλαγιές του Δούσκου, λίγα χιλιόμετρα από τα ελληνοαλβανικά σύνορα. Πέτρινα σπίτια, στενά καλντερίμια, μια ησυχία που γαληνεύει. Εδώ γεννήθηκε το 1886 ο Αθηναγόρας, ο Οικουμενικός Πατριάρχης που έγινε σύμβολο διαλόγου ανάμεσα στις χριστιανικές Εκκλησίες. Εδώ, στη θέση «Παλαιόκαστρο», βρέθηκαν νομίσματα της εποχής του Πύρρου. Εδώ, στην πρώτη οθωμανική απογραφή του 1431, καταγράφηκαν μόλις 15 σπίτια, με τον οικισμό να αναφέρεται ως «Girapnana». Τα στρώματα της ιστορίας είναι τόσα που δύσκολα ξεχωρίζεις πού τελειώνει η μία εποχή και πού αρχίζει η επόμενη.
Τα κάστανα των Ενετών
Αυτό που βλέπεις πρώτα, ωστόσο, δεν είναι τα μνημεία, είναι τα δέντρα. Ο καστανεώνας που τυλίγει το χωριό δεν είναι άγριο δάσος, αλλά φυτεμένος, σύμφωνα με τους ντόπιους, από τους Ενετούς. Εισήγαγαν την καλλιέργεια της καστανιάς ως εναλλακτική του σιταριού: άλεθαν το κάστανο και το έκαναν αλεύρι, έφτιαχναν ψωμί, και έτσι τρέφονταν οι ορεινοί πληθυσμοί. Το ξύλο χρησίμευε στις κατασκευές, ανθεκτικό στην υγρασία, σχεδόν αιώνιο. Στις δεκαετίες του ’50 και του ’60, ο τοπικός συνεταιρισμός διαχειριζόταν την παραγωγή συστηματικά. Το κάστανο ήταν εξαγώγιμο προϊόν, το χωριό ζούσε από αυτό.
Μετά ήρθε η ερήμωση. Ο κόσμος έφυγε, τα δέντρα αρρώστησαν, ο συνεταιρισμός διαλύθηκε. Σήμερα, ένα νέο συνεταιριστικό σχήμα προσπαθεί να ξαναστήσει τη διαχείριση: καθαρισμός του δάσους, απομάκρυνση άρρωστων δέντρων, πιστοποίηση του κάστανου ως τοπικού προϊόντος. Μιλούν ακόμα για πεζοπορικές διαδρομές μέσα στον καστανεώνα. Αγροτουρισμός, ως ανάγκη επιβίωσης και όχι ως μόδα.
Η κουζίνα του δάσους
Πίσω στη «Λίπα», ο Αλέξανδρος ετοιμάζει κάστανο στιφάδο. Νηστίσιμο, με κανέλα και γαρύφαλλο, ένα πιάτο που τάιζε γενιές ολόκληρες τον χειμώνα. Η κουζίνα του ακολουθεί το δάσος: μανιτάρια, κυνήγι, άγρια χόρτα, χειροποίητα φύλλα πίτας. Κασιόπιτα με τοπικά τυριά. Λαχανοντολμάδες με πλούσιο αυγολέμονο, σύμφωνα με τη συνταγή του Πωγωνίου. Το λάχανο ζεματισμένο με προσοχή, η γέμιση αρωματισμένη με άνηθο και μαϊντανό. Τσιγαρίδες, λουκάνικα με πράσο.
Η «Λίπα» δεν είναι εστιατόριο: είναι μπακάλικο, καφενείο, άτυπο «τουριστικό γραφείο» και σαλόνι του χωριού, όλα μαζί. Από τις εφτά το πρωί σερβίρει καφέ στους ντόπιους. Το μεσημέρι μαγειρεύει για όποιον βρεθεί. Τα απογεύματα εξηγεί στους περαστικούς πού να περπατήσουν: στον καστανεώνα, στη Μονή Αγίου Κωνσταντίνου, στο Πυρρόκαστρο με τα ερείπια της αρχαίας ακρόπολης. Για τους πιο φιλόδοξους, η κορυφή της Νεμέρτσικας, στα 2.207 μέτρα, με θέα και στις δύο πλευρές των συνόρων.
Ο πληθυσμός του Βασιλικού έχει μειωθεί αισθητά. Το δημοτικό σχολείο έκλεισε, όπως και σε πολλά χωριά, και οι υπηρεσίες συρρικνώθηκαν. Κάποτε είχε τρεις γιατρούς και πέντε δασκάλους. Σήμερα έχει τον Αλέξανδρο και μια χούφτα ανθρώπους που πιστεύουν ότι η ιστορία αυτού του τόπου δεν τελείωσε.
Περπατώντας μαζί του στον καστανεώνα, ανάμεσα σε δέντρα που άλλα φροντίζονται και άλλα έχουν αφεθεί στην τύχη τους, η διαφορά φαίνεται με γυμνό μάτι. Τα δέντρα που δέχονται φροντίδα, ζουν αλλιώς. Σαν να ξέρουν ότι κάποιος νοιάζεται. Φεύγοντας από το Βασιλικό, παίρνεις μαζί σου τη γεύση του κάστανου και τη βεβαιότητα ότι υπάρχουν ακόμα μέρη στην Ελλάδα όπου ένα καφενείο μπορεί να κρατήσει ζωντανό ένα χωριό. Ή τουλάχιστον να προσπαθήσει.
Διαβάστε ακόμα:
Λίμνη Ζαραβίνα: Το κρυμμένο διαμάντι της Ηπείρου
Αποστολή στο Πωγώνι: Στο δάσος της Βήσσανης, με οδηγό τα μανιτάρια
Ανεξερεύνητοι Τόποι: Το Γεφύρι του Γκρέτσι, το κρυμμένο «θαύμα» του Πωγωνίου





