Κάποιοι τόποι σου κλείνουν το μάτι με μια τσαχπινιά δική τους, γνήσια, αυθεντική. Έχουν σκοπό να τους επισκεφθείς για να δημιουργήσεις τις ολόδικές σου εμπειρίες. Στη σκιά του θεϊκού όρους, του Ολύμπου, συνυπάρχουν ομορφιά, ιστορία, πρωτογενής παραγωγή, μύθοι και θρύλοι.

18

Παλαιός Παντελεήμων

Η εθνική οδός Θεσσαλονίκης -Αθηνών, αμέσως μετά την παράκαμψη, λόγω εργασιών, της Κατερίνης, ανοίγει διάπλατη, με τρεις αψεγάδιαστες λωρίδες κυκλοφορίας. Οι ορεινοί όγκοι της Πιερίας, στα δεξιά, πρώτα τα Πιέρια και, σε μια αρμονική μετάβαση των κορυφών, ο Όλυμπος, κλέβουν τη ματιά, σκιάζουν τη μονοτονία του ορίζοντα, ορθώνονται απότομα από την ακτογραμμή στα αριστερά, κεντάνε την επιτομή της ομορφιάς του ελληνικού ανάγλυφου. Ο ουρανός, μολυβένιος με αποχρώσεις του γκρι και με νερό φορτωμένος, εντείνει το χρωματικό κορεσμό της εποχής και της περιοχής. Οι χοντρές ψιχάλες, απλώνονται στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου πριν τις απομακρύνει ο υαλοκαθαριστήρας.

Ο Παλαιός Παντελεήμονας διακρίνεται από την εθνική, στα μισά της πλαγιάς, ανάμεσα στις πολύχρωμες φυλλωσιές των δέντρων, με τις κεραμένιες στέγες και τους πέτρινους τοίχους. Το χωριό επιβεβαιώνει τη φήμη του, ακόμη από τα πρώτα λεπτά του περπατήματος στα σοκάκια του. Κτίσματα όμορφα, στιβαρά, μεγαλοπρεπείς βουνίσιες κατασκευές, με στοίχημα μακροζωίας στο πέρασμα των χρόνων. Η θέα προς τη γκρίζα θάλασσα φαίνεται από κάθε σημείο του χωριού.

Το κάστρο του Πλαταμώνα μοιάζει με όμορφη διακοσμητική προσθήκη σε ηλεκτρικό τρενάκι που έχει στήσει κάποιος στο σαλόνι του. Ανάμεσα σε κάποια μικρά ανοίγματα του ουρανού, ο ήλιος φωτίζει τη Θεσσαλονίκη, σημείο εκκίνησης αυτού του ταξιδιού. Μέσα στην εκκλησία του Παλαιού Παντελεήμονα, επισκέπτες από τις γειτονικές, ορθόδοξες χώρες, ανάβουν ένα κεράκι, κοιτούν την κατασκευή του ναού με θαυμασμό και αυτοφωτογραφίζονται, δημιουργώντας ψηφιακές αναμνήσεις αυτής τους της επίσκεψης. Μια -δυο παραδοσιακές ταβέρνες και κάποια όμορφα μαγαζάκια με βοτάνια, κρατούν ακόμη την εικόνα αυτού του χωριού σε μια όμορφη αισθητική, η οποία μοιάζει πια να κινδυνεύει να χαθεί.

Στο Λιτόχωρο

Στα κρόσσια του υπέροχου υφαντού που σχηματίζει ο Όλυμπος περιμετρικά, πριν αρχίσει την απότομη άνοδό του προς τον ουρανό, ορατό από χιλιόμετρα μακριά, στέκεται, σαν να ξαπλώνει στην ελαφριά ανηφόρα, το Λιτόχωρο. Σημείο συνάντησης για τους επισκέπτες του βουνού, εκκίνηση αλλά και κατάληξη μετά από μια μεγάλη, έως την κορυφή, αλλά και πιο μικρή, στο μονοπάτι Ε4 και στους καταρράκτες του Ενιπέα, πεζοπορία, το Λιτόχωρο μοιάζει να αγγίζει τις χαράδρες του Ολύμπου. Αν και είναι χτισμένο απλωμένα, με την έκτασή του να μοιράζεται σε μεγάλη, σχετικά, απόσταση, όλα μοιάζουν να συμβαίνουν στις δύο πλατείες κοντά στον Ιερό Ναό του Αγίου Νικολάου και στον κεντρικό δρόμο που οδηγεί σε αυτές. Η μικρή αυτή πόλη, συνυφασμένη στη συνείδηση του επισκέπτη με τη σύνδεσή της με το βουνό, μοιάζει να αναπτύσσεται, με όμορφο και ήπιο τρόπο. Εστιατόρια πολύ καλής ποιότητας, εγγυημένες ταβέρνες, σούβλες αλλά και όμορφα μπαρ και wine bar, στις πλατείες αλλά και στις όχθες του ρέματος του Ενιπέα, καθώς και η ποιοτική διαμονή, κάνουν το Λιτόχωρο εξωστρεφές και ελκυστικό.

Το μονοπάτι «Τίταρος»

Έχοντας συνεννοηθεί από την προηγούμενη μέρα με την Έλενα Δημάτη, πεζοπόρο, δρομέα βουνού και κάτοικο του Αγίου Δημητρίου Πιερίας, ξεκινώ πολύ νωρίς το πρωί από το Λιτόχωρο για να διπλασιάσω, με τις ενδιάμεσες στάσεις αλλά και τον αργό, απολαυστικό ρυθμό οδήγησης, το χρόνο που αναφέρει ο πλοηγός. Μετά από μια σύντομη στάση στη νέα Ιερά Μονή του Αγίου Διονυσίου εν Ολύμπω, μόλις λίγα χιλιόμετρα από το σημείο εκκίνησης, αφού η Παλαιά Μονή βρίσκεται κοντά στη θέση Πριόνια, ακολουθώ κατεύθυνση βόρεια, περνώντας μέσα από τα Πλατανάκια αλλά και το Δίον, με τον μοναδικό αρχαιολογικό χώρο, έναν από τους ομορφότερους στη βόρεια Ελλάδα. Η ημέρα είναι λαμπρή, ηλιόλουστη, καθαρή, ολοφώτεινη. Οι χιονισμένες κορφές του Ολύμπου στα αριστερά, στραφταλίζουν διαφορετικά όσο κινούμαι με το αυτοκίνητο στις ατέλειωτες ευθείες της περιοχής. Η γη είναι πλούσια, οι καλλιέργειες ακτινίδιων αλλά και αμπελιών απλώνονται σε πολλά στρέμματα γης, παράγοντας, ανάλογα στην εποχή, ζουμερούς καρπούς. Ο τρύγος των σταφυλιών «Κρίμσον» μπορεί να φτάσει μέχρι και τις τελευταίες ημέρες του Οκτωβρίου, απασχολώντας αρκετούς εργάτες από την ευρύτερη περιοχή.

Στον Άγιο Δημήτριο, η Έλενα Δημάτη με περιμένει στο ομώνυμο οικογενειακό ξενοδοχείο με σκοπό να περπατήσουμε μαζί στο μονοπάτι «Τίταρος», το οποίο εκτείνεται σε μήκος περίπου 18 χιλιομέτρων μέσα σε πλούσια βλάστηση, με ήπιες υψομετρικές διαφορές αλλά προσφέροντας ιλιγγιώδεις εικόνες από τα «Τρία αδέρφια», τις τρεις κορυφές του βουνού, το Μύτικα, το Στεφάνι και το Σχολιό. Σε κάθε στροφή του βατού μονοπατιού, παντρεύονται το καφετί χώμα του δρόμου με τις πλούσιες φυλλωσιές των δέντρων και τα συχνά ξέφωτα. Λίγους ανθρώπους συναντήσαμε κατά τη διάρκεια αυτής της βόλτας, κυνηγούς κυρίως, κάνοντας χρήση της νόμιμης άδειάς τους και της εμπρόθεσμης κυνηγετικής περιόδου. Καθώς περπατούμε, η Έλενα μου μεταφέρει τον ενθουσιασμό της για την επιλογή της να ζήσει μόνιμα στον Άγιο Δημήτριο εδώ και έξι χρόνια, αλλά και για τα σχέδια που έχει για την ήπια και με σεβασμό τουριστική ανάπτυξη της περιοχής, εδώ, στην «πλάτη» του Ολύμπου.

Πέτρα Ολύμπου

Οι διαδρομές στη δυτική, βορειοδυτική πλευρά του Ολύμπου είναι πανέμορφες, ήσυχες, λίγο απόκοσμες. Οι διαρκείς στροφές δημιουργούν ένα μικρό βέρτιγκο στον νέο επισκέπτη, χωρίς να τον ταλαιπωρούν όμως. Στην Πέτρα, η ταβέρνα ετοιμάζει τη σούβλα για τους επισκέπτες του Σαββατοκύριακου, απλώνοντας μια διακριτική μυρωδιά καμένου ξύλου και της πρώτης τσίκνας από το ανεπανάληπτο κοκορέτσι. Τα ανισόπεδα δρομάκια μοιράζουν τα ήσυχα σπίτια με τις αυλές τους στην πλαγιά. Ο μικρός σκύλος, ένα μπέρδεμα σαλονιού και φύλακα, με ακολουθεί στη βόλτα μου, χωρίς να ζητιανεύει κάτι, ίσως μόνο λίγα χάδια. Λίγο πιο πάνω, ένα μικρό τρακτέρ κάνει χρήση της επιδεξιότητας του οδηγού του και μπαίνει με την όπισθεν σε μια αυλή όπου θα κοπούν τα ξύλα του χειμώνα.

Λίγα χιλιόμετρα έξω από την Πέτρα, σε ένα πλάτωμα, περιφραγμένο και με σημάδια εγκατάλειψης, βρίσκεται το κτίριο του παλιού Θεραπευτήριου Ψυχιατρικών Παθήσεων Ιεράς Μονής Πέτρας Ολύμπου. Πέρα από την εντελώς σεναριακή εικόνα που δίνει με την πρώτη ματιά, το όλο σύμπλεγμα κτιρίων έχει μια ιστορία. Καθώς ο Ηγούμενος Βασίλειος μου ανοίγει τη σιδερένια πύλη και μπαίνουμε στη μεγάλη αυλή, μαθαίνω και την πορεία του κτιρίου μέσα στο χρόνο. Κυριολεκτικά στη μέση της εσωτερικής αυλής, στέκεται καλοδιατηρημένη η Ιερά Μονή Πέτρας από τον 12ο αιώνα. Υπάρχει και η θεωρία της ανέγερσής του ακόμη δύο αιώνες πιο πριν. Περιμετρικά της Ιεράς Μονής κτίζονται κοιτώνες και λειτουργεί ως ανδρικό μοναστήρι μέχρι τον Αύγουστο του 1925 όπου η εκκλησία χάνει την κυριότητά της Μονής.

Το 1939 ο χώρος λειτουργεί ως σανατόριο για ασθενείς με φυματίωση και το 1970 ξεκίνησε τη λειτουργία του ως ψυχιατρικό νοσοκομείο έως το 2004 όπου έκλεισε. Καθώς ο Ηγούμενος Βασίλειος με ξεναγεί στους ανακαινισμένους από την εκκλησία χώρους αλλά και στο εσωτερικό της Μονής, με περηφάνεια λέει ότι η κυριότητα της Μονής επέστρεψε στην εκκλησία ακριβώς 100 χρόνια μετά την απώλειά της, στις 8. Αυγούστου 2025. Οι κίτρινοι -μπεζ τοίχοι του ορθογώνιου κτιρίου περιμετρικά, τα κάγκελα σε κάποια από τα παράθυρα, ο εγκαταλελειμμένος χώρος των «πλυντηρίων», τα ανοιχτά παράθυρα που χάσκουν και τα παντζούρια που κρέμονται από έναν μεντεσέ, σε συνδυασμό με τον υπέροχο Ιερό Ναό στο εσωτερικό, με το περίτεχνο τέμπλο αλλά και την βαθιά κατανυκτική ατμόσφαιρα, αναγάγουν την επίσκεψή μου εδώ σε ένα από τα πιο παράξενα και ταυτόχρονα ενδιαφέροντα σημεία των ταξιδιών μου.

Σκοτεινά

Πολλές ήταν οι προτροπές να επισκεφθώ το, σχεδόν εγκαταλελειμμένο χωριό Σκοτεινά, στον επαρχιακό δρόμο Κατερίνης -Φτέρης, κοντά στο νεότερο χωριό Φωτεινά. Πολλοί και οι θρύλοι με τους οποίους με στόλισαν αλλά και με προειδοποίησαν αναφορικά σε αυτό το πολύ όμορφο χωριό, χτισμένο σε μια ανήλια πλαγιά, πάνω από ένα ορμητικό ρέμα. Θρύλοι για στοιχειά αλλά και ενέργεια παράξενη στο χωριό αυτό, αιτία και αφορμή, όπως λέγεται, για την εγκατάλειψή του από τους κατοίκους του, μαζί με το τέλος των εργασιών στο εργοστάσιο ξυλείας στην είσοδο του χωριού και τη δημιουργία των Φωτεινών.

Μην έχοντας ποτέ τη διάθεση να πιστεύω σε πνεύματα και δεισιδαιμονίες, οδηγώ τον υπέροχο δρόμο που οδηγεί στο χωριό, θαυμάζω τη θέα του από απέναντι, όπου και παρκάρω το αυτοκίνητο και κινούμαι με διάθεση και όρεξη προς το γεφύρι Μόρνα, το άλλο όνομα του χωριού. Το κτίριο του παλιού εργοστασίου ξυλείας στέκει γερό, τυλιγμένο με βλάστηση, κισσούς και αναρριχητικά φυτά στους τοίχους του, προδίδοντας για λίγο την ευημερία της περιοχής όσο λειτουργούσε. Κάποια κιτρινισμένα τετράδια με νούμερα και σημειώσεις έχουν επιβιώσει του χρόνου και της υγρασίας. Το 1966 το αποκαλούσαν «Πανεπιστήμιο των Δασών». Το Κρατικό Εργοστάσιο Επεξεργασίας Ξύλου, έδωσε ζωή στην περιοχή τις δεκαετίες του ΄50 και του ΄60. Χαρακτηριστικό της ποιότητας της ξυλείας ήταν ότι επελέγη η Μόρνα για να κατασκευαστεί η θαλαμηγός του Βασιλιά Όθωνα, το 1830.

Το ρέμα τρέχει ορμητικά, το μονοπάτι είναι χτισμένο με πέτρα. Τα σπίτια του χωριού είναι κλειστά, άλλα παρατημένα, άλλα απλώς κλειστά από τους, ακόμη, ιδιοκτήτες τους. Μόνο η εκκλησίες στέκουν γερές, παρά τις ανάγκες αναστήλωσης που χρειάστηκαν στην πάροδο των χρόνων. Η απόλυτη απουσία ανθρώπινης δραστηριότητας στο χωριό κατά τη διάρκεια της παραμονής μου, δεν μου προκάλεσε κάποια ανησυχία, παρά την ανύπαρκτη κάλυψη του δικτύου κινητής τηλεφωνίας. Επιστρέφοντας στο αυτοκίνητο, διαπίστωσα την ανάγκη μιας λογικής εξήγησης, προσπαθώντας να διατηρήσω την ψυχραιμία μου. Το αυτοκίνητο δεν αντιδρούσε. Τίποτα. Μηδέν. Δεν ήθελε να ξεκινήσει. Καθώς πλησίαζε η ώρα του σούρουπου και χωρίς σήμα στο κινητό, εξομολογούμαι την ξαφνική μου ανάγκη να αρχίσω να φωνάζω ως αντίδοτο στο ανεξήγητο. Το ολοκαίνουριο αυτοκίνητο, χωρίς να έχει παρουσιάσει ούτε ένα μικρό ψεγάδι στη λειτουργία του, απλώς δεν ξεκινούσε. Και, ξαφνικά, χωρίς να αλλάξω κάτι στη διαδικασία της προσπάθειάς μου εκκίνησής του, ξεκίνησε. Έτσι. Έφυγα. Γρήγορα.

Ποιος να τον φανταστεί, αν δεν τον επισκεφθεί ο ίδιος, έναν τόπο; Πώς να χωρέσει μια εμπειρία στο προσωπικό καρνέ του καθενός χωρίς τις ιστορίες των ντόπιων, χωρίς τα μοιράσματα, τα μαγειρέματα, τα κρασιά και τις μουσικές τους; Χωρίς την εικόνα του οπαδού τοπικής ομάδας ο οποίος έχει ανέβει στην καρότσα του αγροτικού για να βλέπει καλύτερα; Χωρίς την παρατήρηση των χεριών της Αγγελικής καθώς «χτίζει» τα μουσικά όργανα; Χωρίς την επαφή με τις αναζητήσεις και τις ανησυχίες των νέων ανθρώπων και τον τρόπο που τις εκφράζουν; Πως να αντιληφθεί ο ταξιδιώτης την ποιότητα ενός τόπου αν δεν πάρει το χρόνο του σε κάθε σημείο ενδιαφέροντος; Κι ας είναι λιγότερα. Η Πιερία είναι το σμίξιμο του υψηλότερου όρους με τη θάλασσα, τόσο κοντά του. Είναι η απαλή μετάβαση από τον σύγχρονο πολιτισμό στην επαφή με τη φύση. Είναι οι γεύσεις και τα καλέσματα. Είναι οι άνθρωποι.

Διαβάστε ακόμα:

Όλυμπος: Ένας περίπατος στους πρόποδες του Όρους των Θεών

Αποστολή στην Πιερία: Η Αγγελική Λύσσα επέλεξε το Λιτόχωρο για να ζήσει και να αφιερωθεί την τέχνη της οργανοποιίας

Παλαιός Παντελεήμονας: Ένα χωριό σαν σκηνικό ταινίας