Ο χειμώνας είναι η εποχή που οι λίμνες δείχνουν τον πραγματικό τους χαρακτήρα. Μακριά από την καλοκαιρινή εξιδανίκευση και την ανοιξιάτικη ευφορία μάς προσκαλούν να τις εξερευνήσουμε αλλιώς. Το νερό αποκαλύπτει πιο σκοτεινά χρώματα, η ομίχλη κατεβαίνει χαμηλά, οι ήχοι ηρεμούν και η φύση αναπαύεται. Τα ταξίδια γύρω από τις λίμνες χαρακτηρίζονται ούτως ή άλλως από παρατήρηση και εκείνες λειτουργούν σαν καθρέφτες: ό,τι κουβαλάς μέσα σου, το βλέπεις να αντανακλάται στο νερό. Μπορεί τη χειμωνιάτικη περίοδο να μην υπάρχει έντονο ενδιαφέρον παρατήρησης πανίδας και πολύχρωμης χλωρίδας, όμως η ατμόσφαιρα και η σιγαλιά που συναντά ο επισκέπτης γύρω από τις εν υπνώσει λίμνες αποτελούν το τέλειο δέλεαρ για μία διαφορετική εκδρομή.
Η ταινία «Όλα είναι Δρόμος» του Παντελή Βούλγαρη κέρδισε το κοινό κυρίως για την ιστορία με το περίφημο μπουζουξίδικο Βιετνάμ. Στο δεύτερο μέρος, όμως, του σπονδυλωτού φιλμ, ο Θανάσης Βέγγος, σε μία από τις πιο υποβλητικές και προσωπικές του στιγμές, υποδύεται έναν ηλικιωμένο θηροφύλακα που ζει στο Δέλτα του Έβρου και αγαπά τα σπάνια πτηνά που ενδημούν στην περιοχή. Τα πλάνα του Αντώνη, έτσι λέγεται ο ήρωας, στη βάρκα και γύρω, στις όχθες των νερών, είναι συγκλονιστικά. Πράγματι, κοντά στα ελληνοτουρκικά σύνορα, στο πανέμορφο Δέλτα του Έβρου, υπάρχουν πολλές λίμνες και λιμνοθάλασσες: η Λίμνη των Νυμφών, η ανατολικότερη λίμνη της ηπειρωτικής Ελλάδας, και η μικρότερη Λίμνη Σκέπη, που έχουν γλυκό νερό. Σημαντικές είναι και οι λιμνοθάλασσες Δράνα, Λακί, Παλούκια, ανάμεσα σε δεκάδες άλλες περιοχές με γλυκά ή υφάλμυρα νερά, όπου δίνουν το ραντεβού τους οι ντόπιοι ψαράδες.
Οι λίμνες στην Βόρεια Ελλάδα συνώνυμες της χειμερινής ομορφιάς
Στη λίμνη Παμβώτιδα, στα Ιωάννινα, ο χειμώνας ξεκινά νωρίς. Η ομίχλη τυλίγει την πόλη από τα χαράματα και το νησάκι μοιάζει να αιωρείται, σαν σκιά που πηγαινοέρχεται στο βάθος. Οι πάπιες μαζεύονται κοντά στις όχθες, οι ψαράδες ρίχνουν δίχτυα και τα καφενεία γύρω από τη λίμνη γεμίζουν από ντόπιους που ξέρουν ότι εδώ ο χρόνος κυλά αλλιώς. Ένα τσίπουρο, λίγα λόγια, βλέμμα στο νερό. Τα Ιωάννινα τον χειμώνα χρειάζονται διάθεση για βόλτα με ζεστό ντύσιμο και, γιατί όχι, μια φωτογραφική στο χέρι. Μια βόλτα στον παραλίμνιο δρόμο, μια μικρή διαδρομή με το καραβάκι ως το νησάκι, ένα πέρασμα από το κάστρο αρκούν για να καταλάβεις πως αυτή η πόλη είναι φτιαγμένη για εποχές με κρύο.
Στη Δοϊράνη, στα σύνορα με τη Βόρεια Μακεδονία, το τοπίο γίνεται πιο λιτό, σχεδόν γυμνό. Η λίμνη είναι μικρή αλλά γεμάτη ζωή. Οι ψαράδες εξακολουθούν να δουλεύουν, οι πάπιες και τα αποδημητικά πουλιά βρίσκουν καταφύγιο και οι όχθες έχουν κάτι από ξεχασμένο ελληνικό φιλμ: σκουρόχρωμα νερά, καλαμιές, ένα παλιό ποδήλατο ακουμπισμένο σε έναν κορμό. Εδώ, ένα γεύμα σε ταβέρνα με ψάρι και κρασί αρκεί για να νιώσεις ότι έφτασες κάπου αυθεντικά. Δεν χρειάζεται πολλά: ένα τραπέζι κοντά στο τζάμι, λίγη συζήτηση με τους ανθρώπους του χωριού και η λίμνη να απλώνεται μπροστά σου σαν σκηνικό ονείρου.
Στην Κερκίνη, στη βόρεια Ελλάδα, ο χειμώνας φοράει τα πιο μουντά αλλά και πιο τρυφερά του χρώματα. Η λίμνη απλώνεται ρηχή, με σμήνη πουλιών να χαράζουν τροχιές πάνω από το νερό και βουβάλια να βόσκουν στις όχθες. Ο ουρανός συχνά χαμηλώνει τόσο, που δεν ξεχωρίζεις πού τελειώνει το σύννεφο και πού αρχίζει η αντανάκλασή του. Εδώ ο ταξιδιώτης έρχεται για να δει και να ακούσει: να πάρει μια βάρκα, να παρατηρήσει κορμοράνους, πελεκάνους, πάπιες, να σταθεί σ’ ένα παρατηρητήριο και να αφήσει τον χρόνο να κυλήσει. Μετά, απολαμβάνει ένα ζεστό φαγάκι σε μια ταβέρνα στο χωριό, με κρέας βουβαλιού και κρασί, κλείνοντας τον κύκλο μιας μέρας που μοιάζει περισσότερο με τελετουργία.
Στην Καστοριά, η λίμνη της Ορεστιάδας στολίζει την πόλη και την αντανακλά σαν καθρέφτης. Τον χειμώνα, τα νερά παγώνουν στις άκρες, τα γυμνά δέντρα σχηματίζουν σχέδια πάνω στον ουρανό και τα αρχοντικά καθρεφτίζονται στο νερό. Ο γύρος της λίμνης με τα πόδια ή με ποδήλατο είναι ίσως ο πιο ωραίος τρόπος για να νιώσεις την πόλη: μοναστήρια σκαρφαλωμένα σε βράχια, παλιές γειτονιές, ήχοι από εκκλησιαστικές καμπάνες. Στις όχθες, τα καφέ και τα ουζερί γεμίζουν αργά το απόγευμα, όταν το κρύο δυναμώνει και η λίμνη σκοτεινιάζει. Είναι η στιγμή που η πόλη κουκουλώνεται και μαζεύεται προς τα μέσα, ενώ η θέα προς τα έξω γίνεται υπόθεση λίγων: όσων μένουν λίγο παραπάνω στο παγκάκι, με τα χέρια στις τσέπες κι ίσως ένα τσιγάρο, για να δουν τα φώτα να ανάβουν ένα ένα.
Από τη λιμνίσια περιπλάνηση, οι Πρέσπες τον χειμώνα αποτελούν εμπειρία σχεδόν μυσταγωγική. Η Μικρή και η Μεγάλη Πρέσπα, τα χωριά Ψαράδες και Άγιος Γερμανός και το τοπίο που ακουμπά σε τρεις χώρες δημιουργούν μια αίσθηση απομόνωσης και μεγαλείου μαζί. Η φύση σαφώς πρωταγωνιστεί: πουλιά, καλάμια, βράχια με παλιές αγιογραφίες, νερό που αλλάζει χρώμα μέσα στη μέρα, από μολυβί σε γαλάζιο και σε πρασινόμαυρο. Οι θερμοκρασίες πέφτουν, αλλά τα σπίτια και οι ξενώνες φωτίζονται από τις σόμπες και τα τζάκια. Τα καφενεία εδώ είναι λίγα, ζεστά, με κουβέντες χαμηλόφωνες και φαγητό βασισμένο στις πρώτες ύλες: φασόλια Πρεσπών, πιπεριές, ψωμί, κρασί. Τίποτα περιττό, τίποτα επιτηδευμένο. Η δραματουργία του περιβάλλοντος και των ανθρώπων ολοκληρώνει την εμπειρία.
Κατεβαίνοντας πιο νότια, η μαγεία συνεχίζεται.
Στη λίμνη Τριχωνίδα, στην Αιτωλοακαρνανία, τη μεγαλύτερη φυσική λίμνη της Ελλάδας, ο χειμώνας φέρνει μια εκσταστική χάρη. Το τοπίο είναι ανοιχτόχρωμο, φωτεινό ακόμη και τις εποχές που ο ήλιος είναι πιο απόμακρος. Οι όχθες προσφέρονται για περπάτημα, για διαδρομές με αυτοκίνητο από χωριό σε χωριό, για στάσεις σε μικρά καφενεία που μοιάζουν να σε περιμένουν. Οι μικροί οικισμοί γύρω από τη λίμνη κρατούν τον δικό τους ρυθμό, μακριά από τουριστική ένταση. Το φαγητό βασίζεται στη γη και στο νερό: ψάρια της λίμνης, λαχανικά, απλές συνταγές χωρίς πολλά στολίδια.
Λίγο πιο δίπλα, η λίμνη Λυσιμαχία, χωρίς τη μεγαλοπρέπεια της «μεγάλης αδελφής» της, προσφέρει μια σχεδόν πρωτόγονη οικειότητα: χωράφια που φτάνουν μέχρι το νερό, μικρά γεφύρια, δρόμους που οι ντόπιοι διασχίζουν χωρίς ίσως να συνειδητοποιούν ότι ζουν δίπλα σε έναν υδάτινο μικρόκοσμο. Τον χειμώνα, το τοπίο θολώνει γλυκά, με τα βουνά στο βάθος να γκριζάρουν και τη λίμνη να μεταμορφώνεται σε ένα επίπεδο καθρέφτισμα ουρανού και σύννεφων.
Μεταξύ Αγρινίου και Αμφιλοχίας, ανάμεσα σε λόφους και χαμηλά βουνά, η λίμνη Αμβρακία απλώνεται διακριτικά, μακριά από τις γνωστές τουριστικές διαδρομές. Τον χειμώνα, ο δρόμος γύρω της είναι σχεδόν άδειος, άντε να δεις λίγα αυτοκίνητα, κάνα τρακτέρ, κάποιο φορτηγό. Το νερό της είναι βαθύ, σκούρο, κι έχει κάτι απόκρυφο, σαν να μην έχει αποκαλύψει ακόμα όλα του τα πρόσωπα. Τα χωριά γύρω της είναι μικρά, με εντελώς αντιτουριστικά καφενεία που ανοίγουν από νωρίς το πρωί για τους μόνιμους.
Κι αν προχωρήσουμε νοτιοανατολικά, προς τη Φωκίδα και τη Στερεά Ελλάδα, ο χειμώνας στις όχθες των λιμνών γίνεται πιο φωτεινός, αλλά εξίσου εσωστρεφής. Η τεχνητή λίμνη του Μόρνου, αγκαλιασμένη από βουνά και έλατα, δίνει την αίσθηση ότι βρίσκεσαι σε αλπική γωνιά, μόνο που εδώ το σκηνικό συμπληρώνεται ιδανικά από πετρόκτιστα χωριά, πλατείες με πλατάνια και καφενεία που σερβίρουν ρεβίθια, τραχανά και κρασί χύμα. Πιο ανατολικά, οι λίμνες Υλίκη και Παραλίμνη, στη Βοιωτία, λειτουργούν σαν παρασκήνια ενός οδικού χάρτη που όλοι προσπερνούν βιαστικά. Τον χειμώνα, όμως, αν σταθείς για λίγο στην άκρη του δρόμου και κοιτάξεις το νερό, καταλαβαίνεις ότι κι αυτές οι «περαστικές» λίμνες έχουν τον δικό τους βιορυθμό: πουλιά που διασχίζουν τον ουρανό, καλάμια που θροΐζουν, σύννεφα που χαμηλώνουν και ακουμπούν, λες, πάνω στην επιφάνεια του νερού.
Διαβάστε ακόμα:
Βεγορίτιδα: Eκεί όπου η ηρεμία έχει σώμα, υφή και χρώμα




