Από το Παρανέστι ως τον Λεπίδα, την Αγία Βαρβάρα, τον Λειβαδίτη και πίσω στην Ξάνθη, η δεύτερη μέρα αυτού του road trip κύλησε σαν μια διαδρομή γεμάτη στάσεις, μια βουτιά σε μία από τις πιο πράσινες, ήσυχες και άγριες πλευρές της βόρειας Ελλάδας.

15

Η ημέρα ξεκίνησε νωρίς, με ένα πρωινό που δύσκολα ξεχνιέται. Στο ξενοδοχείο Νέσσος, πάνω από το Παρανέστι, ο ιδιοκτήτης είχε ετοιμάσει ένα από εκείνα τα ζεστά, σχεδόν οικογενειακά πρωινά: ομελέτα, μανιταρόπιτα, κρέπα, καφές και ησυχία. Από το παράθυρο, το βλέμμα απλωνόταν πάνω από τον οικισμό και τη βαθιά πράσινη κοιλάδα. Το Παρανέστι δεν είναι τυχαία ένα από τα χωριά που το Travel.gr έχει παρουσιάσει ως «πράσινο διαμάντι» της Ανατολικής Μακεδονίας: βρίσκεται πάνω στον άξονα του Νέστου και λειτουργεί σαν σταθμός για όποιον θέλει να μπει στα δάση, στα ρέματα και στους καταρράκτες της περιοχής.

Στην κουβέντα με τον άνθρωπο του ξενοδοχείου υπήρχε και μια ελαφριά πίκρα. Μιλούσε για έναν τόπο πανέμορφο, αλλά κουρασμένο από την έλλειψη επισκεψιμότητας. Για τον τουρισμό που έχει ατονήσει, για μια περιοχή που, παρότι διαθέτει μερικά από τα πιο εντυπωσιακά φυσικά τοπία στη βόρεια Ελλάδα, μένει έξω από τον βασικό χάρτη των ταξιδιωτών. Μέσα στο παγωμένο πρωινό του Μαρτίου ξεκίνησα προς τα Διπόταμα και μπήκα στον δασικό δρόμο για τον καταρράκτη του Λεπίδα. Ο ίδιος ο καταρράκτης κρύβεται μετά από περίπου 700 μέτρα καθοδικής πεζοπορίας, μέσα σε ένα πυκνό δάσος με οξιές, βελανιδιές, σφεντάμια και φτελιές. Το νερό πέφτει από ύψος περίπου 30 μέτρων και η κλιμακωτή διάταξη των βράχων κάνει την πτώση του πιο θεατρική απ’ όσο αφήνει να φανταστεί κανείς η πρώτη εικόνα του μονοπατιού.

Εκεί έφτασα την ιδανική στιγμή, όταν ο ήλιος είχε αρχίσει μόλις να χτυπά το νερό. Η πεζοπορία προς τα κάτω ήταν σύντομη, αλλά η επιστροφή είχε αρκετή δυσκολία: η ανηφόρα ήταν απότομη και αρκετή για να με ξυπνήσει για τα καλά. Παρόλα αυτά, ο Λεπίδας είχε κάτι πολύ γνήσιο. Σε κερδίζει. Το δάσος γύρω του είναι τόσο ήρεμο και ταυτόχρονα τόσο πυκνό, που εύκολα νιώθεις ότι μοιράζεσαι τον χώρο με ζώα και ήχους που δεν βλέπεις, μόνο υποψιάζεσαι.

Κι εκεί που δεν το περιμένεις, βρίσκεις ένα καφενείο πλήρως εναρμονισμένο με το τοπίο, φτιαγμένο από έναν άνθρωπο που σέβεται και αγαπά το βουνό. Στο καφενείο Αρκουδόρεμα, μερικά χιλιόμετρα πιο κάτω, ο κύριος Δημήτρης με υποδέχτηκε με τον τρόπο που μόνο τα ορεινά καφενεία ξέρουν. Ένας ελληνικός καφές, λίγη κουβέντα και ιστορίες για το δάσος που βρίσκεται γύρω μας. Είναι ανοιχτό πλέον μόνο Σαββατοκύριακα και αργίες, τουλάχιστον την περίοδο που το επισκέφθηκα, αλλά αξίζει ένα τηλέφωνο τις καθημερινές, γιατί μπορεί να είστε τυχεροί και να τον πετύχετε να κάνει δουλειές. Εκεί κοντά βρίσκεται και ο καταρράκτης της Αγίας Βαρβάρας, ο πρώτος καταρράκτης της περιοχής των Διποτάμων, με ύψος περίπου 15 μέτρα. Τα νερά του σχηματίζουν μια μικρή λίμνη (βάθρα) και ο χώρος γύρω του έχει διαμορφωθεί ως σημείο αναψυχής, μια όαση το καλοκαίρι. Τη ημέρα που βρέθηκα εκεί, όμως, η γέφυρα είχε αφαιρεθεί για λόγους ασφαλείας και το ποτάμι ήταν φουσκωμένο, οπότε έμεινα στην απέναντι πλευρά, παίρνοντας μόνο εναέρια πλάνα και αφήνοντας τον καταρράκτη στην απόσταση που επέβαλαν οι συνθήκες.

Στον δρόμο προς τα ανατολικά και τον τελευταίο καταρράκτη για σήμερα, έκανα μια στάση στη Σταυρούπολη. Είναι ένας από εκείνους τους οικισμούς που λειτουργούν σαν φυσική παύση ανάμεσα σε βουνό και πόλη. Εδώ βρίσκεται και ένα από τα λίγα βενζινάδικα της περιοχής πριν μπείτε στα ορεινά της Ξάνθης, με το επόμενο να βρίσκεται κοντά στο χωριό Πλατανιά, δυτικά του Παρανεστίου. Μόλις 27 χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Ξάνθης, η Σταυρούπολη στέκει ως σταυροδρόμι ανάμεσα σε Ξάνθη, Δράμα και Καβάλα, με μια πλατεία που ακόμη κρατά την αυθεντικότητα της υπαίθρου. Έναν ελληνικό και ένα ολόφρεσκο πιροσκί με τυρί μετά, ήμουν έτοιμος για οδήγηση.

Ο επόμενος προορισμός ήταν ο Λειβαδίτης. Ο καταρράκτης του Λειβαδίτη, γνωστός και ως καταρράκτης του Τραχωνίου, βρίσκεται κοντά στο ομώνυμο χωριό, που είναι χτισμένο σε υψόμετρο περίπου 1.200 μέτρων και θεωρείται ένα από τα πιο ορεινά κατοικημένα χωριά της Θράκης. Ένας από τους πιο εντυπωσιακούς καταρράκτες της βόρειας Ελλάδας, με ύψος που ξεπερνά τα 50 μέτρα, σε μια περιοχή που δεν εντυπωσιάζει μόνο με το μέγεθος του νερού, αλλά κυρίως με το δάσος, το υψόμετρο και την αίσθηση μεγαλείου. Η πεζοπορία μέχρι εκεί, έστω και σύντομη στη δική μου εκδοχή της ημέρας, είχε έντονες κατηφόρες και ένα μονοπάτι φροντισμένο, με σήμανση που δείχνει ότι η περιοχή έχει αγαπηθεί πολύ από πεζοπόρους και trail runners. Όταν έφτασα, ήταν ήδη απόγευμα. Το κρύο δυνάμωνε και το φως λιγόστευε, οπότε δεν έμεινα πολύ. Μερικές φωτογραφίες, λίγος θαυμασμός μπροστά στην κάθετη πτώση του νερού και ύστερα επιστροφή.

Κι όμως, όπως συχνά συμβαίνει σε τέτοιες ημέρες, το πιο ξεχωριστό κομμάτι ήρθε όταν νόμιζα πως όλα είχαν πια τελειώσει. Στον δρόμο προς την Ξάνθη, ανάμεσα σε μαύρα πεύκα και ανηφορικά περάσματα που θύμιζαν περισσότερο βόρεια Ευρώπη παρά βόρεια Ελλάδα, έκανα μια στάση στο Γεφύρι του Παπά. Πρόκειται για ένα παλιό πέτρινο γεφύρι, του οποίου η ονομασία συνδέεται με τον νερόμυλο που λειτουργεί δίπλα του και ανήκε παλαιότερα σε παπά. Είναι από εκείνα τα μικρά μνημεία της ορεινής υπαίθρου που περνούν σχεδόν απαρατήρητα, αλλά αλλάζουν τον τρόπο που βλέπεις τη διαδρομή. Ένας ύμνος στην ορεινή ζωή της Ελλάδας πριν την εξέλιξη της τεχνολογίας.

Γυρίζοντας τελικά στην Ξάνθη, αυτό που είχε μείνει ήταν ότι πέρασα από έναν τόπο σαν αυτόνομο σύμπαν. Από το πρωινό στο Παρανέστι μέχρι το τελευταίο φως στα δάση του Λειβαδίτη, η μέρα αυτή έμοιαζε με ένα πέρασμα από νερό, δάσος, πέτρα και ησυχία. Ίσως αυτό να είναι το δώρο της Ροδόπης. Να συνειδητοποιείς ότι έχεις αφήσει πίσω σου την ένταση της πόλης και αφήνεσαι στον ρυθμό της.

Διαβάστε ακόμα:

Νέστος: Ο μυθικός ποταμός της Βόρειας Ελλάδας

Νέστος: Ένας ποταμός με τοπία αρχέγονης, καθηλωτικής ομορφιάς

Εξερευνώντας τον μυστηριώδη Λειβαδίτη στο όρος της Ροδόπης