Μια χώρα που συνδυάζει την τεχνολογική πρωτοπορία και την πειθαρχία των Σαμουράι με τη μαγεία, την αρμονία και την τελειότητα.
Λένε ότι η Sakura, η ανθισμένη κερασιά, είναι η πιο ποιητική μορφή της Ιαπωνίας. Ίσως γιατί δεν έχουν επισκεφθεί τη χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου φθινόπωρο. Την εποχή των κόκκινων και των χρυσοκίτρινων φύλλων. Τότε που τα σφενδάμια, οι κέδροι, οι σημύδες, οι ιτιές και τα γκίνκο αγκαλιάζουν και μεταμορφώνουν με την ζωηρή χρωματική τους παλέτα, κήπους, ναούς και ιερά. Κάθε Νοέμβριο, η γκέισα της Ανατολής με τα ανθισμένα χρυσάνθεμα, τo κόκκινο κιμονό και τις φιλντισένιες χτένες στα μαύρα της μαλλιά, ξεδιπλώνει το μαγικό ραβδάκι, πλέκει τα Χαϊκού της και με τη συνοδεία των ήχων του τρίχορδου λαούτου της Σαμισέν συναρπάζει ντόπιους και ξένους.
Η θέαση των φθινοπωρινών φύλλων γνωστή ως Koyo ή Momijigari έχει αναδειχθεί ως μια ακόμη αγαπημένη συνήθεια των Ιαπώνων, αντίστοιχη με αυτή των ανθισμένων κερασιών την άνοιξη. Πίσω ωστόσο από τις ποιητικές εικόνες κρύβεται το πρόσωπο μιας ασυνήθιστης, ιδιαίτερης χώρας. Η Ιαπωνία είναι μια χώρα γεμάτη αντιθέσεις, ένα ταξίδι στο μέλλον, αλλά και στο μακρινό παρελθόν.
Γλυκόπικρη και πιπεράτη, απόμακρη και τρυφερή, αυθεντική και συνάμα σύγχρονη και πρωτοποριακή. Ένα γοητευτικό συνονθύλευμα που απαιτεί χρόνο για να το ανακαλύψεις.
Η Ιαπωνία, λένε, έχει τα δικά της μονοπάτια κι αν δεν τα γνωρίζεις χάνεσαι. Αλήθεια είναι, όμως σε αυτή την χώρα χάνεσαι, ευχαρίστως. Βοηθούν και οι πολλές αντανακλάσεις. Θαμπώνεσαι από την μαγεία, την ομορφιά, την αρμονία, την χάρη. Απλώνεις το χέρι, πιάνεις το νήμα της μαγείας κι ακολουθείς τα φαντάσματα, τα σκανταλιάρικα yokai. Σε όλη τη διαδρομή, ξεκινώντας από τον Βορρά και την ιερή πόλη του Νίκκο, περνώντας από την αρχαία οδό Νακασένκο με τις αυθεντικές πόλεις και τα παραμυθένια χωριά των Ιαπωνικών Άλπεων, την αρχαία πρωτεύουσα Νάρα, την ιστορική Καμακούρα, το όρος σύμβολο της Ιαπωνίας, το Φούτζι, και το Χακόνε με τις θειούχες ρωγμές του, τα κάστρα των Σαμουράι στο Ματσουμότο και το Χιμέτζι, την πολύπαθη Χιροσίμα, τη Ματσουγιάμα και το ιερό νησί Μιγιατζίμα στην κλειστή θάλασσα Σέτο, έως τη λαμπερή πόλη του Κιότο, το φουτουριστικό Τόκιο και την Οσάκα, παρατηρούσα, άκουγα, μάθαινα, απολάμβανα. Όλες μου οι αισθήσεις βρίσκονταν σε διαρκή εγρήγορση.
Άκουσα απίθανες ιστορίες και μύθους για θεούς και αυτοκράτορες, υπερφυσικά και ανήσυχα πνεύματα, πρίγκιπες και πριγκίπισσες που μεταμορφώθηκαν σε ξωτικά και δαιμόνια, αλλά και για πολεμιστές Σαμουράι που ανέπτυξαν καλλιτεχνικές δεξιότητες και υπηρέτησαν την τέχνη και την αισθητική τελειότητα. Είδα παγόδες να υψώνονται ανάμεσα στα κόκκινα δέντρα σαν πουλιά με φτερούγες έτοιμα να πετάξουν. Ναούς και ιερά με περίτεχνες πύλες, χρυσά και μπρούτζινα αγάλματα, Βούδες και θηλυκούς Μποντισάτβες, καθώς και προσόψεις διακοσμημένες με φύλλα χρυσού, συμβολικές μορφές και ξυλόγλυπτα.
Πέρασα κάτω από αμέτρητες εμβληματικές κόκκινες πύλες Torri που άνοιγαν ιερούς δρόμους σε πράσινες βουνοπλαγιές. Είδα λευκοντυμένους προσκυνητές να προσεύχονται και να καίνε θυμιάματα, Γκέικο και Μάικο να χορεύουν. Μπήκα σε ιερές σπηλιές και αφέθηκα στο απόλυτο σκοτάδι του υπόγειου ιερού στον βουδιστικό ναό του Ναγκάνο αναζητώντας με την αφή το μεταλλικό κλειδί στον τοίχο για να ανοίξω «την πύλη της φώτισης», να βρω το δρόμο, να επιστρέψω πάλι στο φως. Ανέβηκα σε πανύψηλα κάστρα με ξύλινα γυαλισμένα πατώματα και ξανθά ψάθινα χαλάκια Τατάμι, θαύμασα την αρχιτεκτονική τους κομψότητα, την αμυντική ευφυΐα, την αρμονία και την αισθητική τελειότητα.
Χαλάρωσα στα ιαματικά λουτρά των θερμών πηγών Όνσεν και απόλαυσα τα παραδοσιακά ιαπωνικά πιάτα, την τεμπούρα, το σούσι, το ράμεν, το σουκιγιάκι και την ιεροτελεστία του καϊσέκι. Μαγεύτηκα από την ηρεμία, την γαλήνη, την ομορφιά και την αρμονία των Ιαπωνικών Κήπων κι αφέθηκα στον στοχαστικό διάλογο που μου προσέφερε η φύση. Σε όλη αυτή την μακρά διαδρομή μας, στα νησιά Χονσού και Σικόκου, δεν ήταν λίγες οι στιγμές που ένιωσα σαν να βρίσκομαι σε άλλο πλανήτη.
Από το πολύβουο, φουτουριστικό Τόκιο με τους ουρανοξύστες, τις hi tech και εκκεντρικές γειτονιές, τα τρένα-βολίδα, την καθαριότητα στους δρόμους και τις ηλεκτρονικές θερμαινόμενες τουαλέτες, έως τα απομονωμένα ιερά και τα στοιχειωμένα πανάρχαια δάση η Ιαπωνία είναι μια χώρα που επιφυλάσσει πολλές εκπλήξεις στον επισκέπτη. Τα πάρκα και οι πόλεις λάμπουν από καθαριότητα. Κάτι που είναι αξιοθαύμαστο και αξιοπερίεργο συγχρόνως, καθώς δεν υπάρχουν κάδοι στους δημόσιους χώρους. Παρότι προβλέπονται πρόστιμα για την ρύπανση, η διατήρηση της καθαριότητας στην Ιαπωνία βασίζεται παραδοσιακά στην κοινωνική ευθύνη. Κάθε πολίτης μαθαίνει από παιδί να φροντίζει για τα σκουπίδια του. Τα μεταφέρει ο ίδιος στο σπίτι του.
Στους δρόμους δεν θα δεις φυσικά ούτε γόπες και αποτσίγαρα, καθώς το κάπνισμα απαγορεύεται με εξαίρεση ορισμένα σημεία που φέρουν ειδική σήμανση. Η ευγένεια, η υπομονή, οι χαιρετισμοί, οι υποκλίσεις, ο χαμηλός τόνος φωνής για να μην ενοχλήσουν τον διπλανό τους και τα συνεχή «arigatō gozaimasu» (ευχαριστώ πολύ) χαρακτηρίζουν την καθημερινότητα των Ιαπώνων. Περιμένουν υπομονετικά στις ουρές για το Μετρό ή για να πάρουν ένα street food χωρίς εκνευρισμούς και σπρωξίματα. Την ίδια στιγμή χιλιάδες είναι οι αυτόματοι πωλητές στους δρόμους, σε μικρά εστιατόρια και καταστήματα. Δίνεις την παραγγελία και το αντίστοιχο αντίτιμο στον αυτόματο «σερβιτόρο» και σε λίγα λεπτά έχεις μπροστά σου στον πάγκο το αχνιστό ράμερ από τα χέρια του χαμογελαστού μάγειρα.
Η γοργόνα του Ειρηνικού
Ως ένα κομψοτέχνημα, πειθαρχημένο, αλλά γεμάτο πάθος, ψυχή και χάρη την περιέγραψε ο Λευκάδιος Χέρν. Γοργόνα του Ειρηνικού την χαρακτήρισε ο μεγάλος συγγραφέας και στοχαστής Νίκος Καζαντζάκης. «Χώρα μυστηριώδη, μοιραία που μάχεται να σμίξει τις μεγάλες αντιθέσεις και να δημιουργήσει την ανώτερη σύνθεση». Το όνομά της Νιχόν ή Νιπόν αποτελεί συνδυασμό δύο ιδεογραμμάτων με τις λέξεις Ήλιος και Αρχή. Φωλιασμένη ανάμεσα στον Ειρηνικό Ωκεανό και την Ιαπωνική θάλασσα, η Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου, αποτελείται από τέσσερα μεγάλα νησιά (Χοκάϊντο, Χονσού, Κιούσου, Σικόκου) και περίπου 6850 νησάκια.
Τα περισσότερα νησιά είναι ηφαιστειογενή. Καλυμμένα με βουνά από λάβα, κάποια σβησμένα κι άλλα καπνίζουν ακόμη, λίμνες-καλντέρες, χαράδρες και θερμές πηγές που εκτοξεύουν ζεματιστό νερό, φουμαρόλες και άσπρα σύννεφα καπνού. Παρότι τα τελευταία χρόνια έχει υποκύψει στον υπερτουρισμό, η χώρα σε μεγάλο τμήμα της, ιδίως στην περιφέρεια, αναδύεται μέσα από το «δαχτυλίδι της φωτιάς» σχεδόν ανέγγιχτη κουβαλώντας στους ώμους της αιώνες πολιτισμού, ιστορίας, μυθολογίας και λαογραφικής παράδοσης. Η Ιαπωνία έχει καταφέρει να συνδυάσει την πνευματικότητα του Σίντο και του Βουδισμού, την πειθαρχία και την αισθητική των Σαμουράι, την δυναμική της εκβιομηχάνισης της εποχής Μεϊτζί και την σύγχρονη τεχνολογική υπεροχή.
Η ιαπωνική παράδοση συνυπάρχει δημιουργικά με την καινοτομία και την πρόοδο και η καθημερινότητα παραμένει συνδεδεμένη με την φύση, την γαλήνη, την αρμονία και την τελειότητα. Οι παραδοσιακές τέχνες και το θέατρο (Θέατρο Νο και Καμπούκι) αντανακλούν την αισθητική και την λεπτότητα, την ισορροπία ανάμεσα στο φυσικό και το ανθρώπινο. Η χώρα καταλαμβάνει συνολική έκταση περίπου 378.000 τετρ.χλμ. από τα οποία μόνο το 20% του εδάφους της είναι καλλιεργήσιμο. Το μεγαλύτερο μέρος του καταλαμβάνεται από ριζοχώραφα. Ο πληθυσμός της αγγίζει τα 123,6 εκατομμύρια κατοίκους.
Το Τόκιο μαζί με την ευρύτερη μητροπολιτική περιοχή του συγκεντρώνει 33 εκατομμύρια κατοίκους παραχωρώντας τα σκήπτρα της πολυπληθέστερης μητροπολιτικής περιοχής στον κόσμο που κατείχε έως πρόσφατα, στην Τζακάρτα. Πλέον κατατάσσεται στην τρίτη θέση μετά από την Τζακάρτα και την Ντάκα. Η πρωτεύουσα της Ιαπωνίας δεν ήταν εξαρχής η μεγαλούπολη που γνωρίζουμε σήμερα. Αρχικά, ήταν ένα μικρό ψαροχώρι, γνωστό ως Έντο πριν γίνει η έδρα του σογκουνάτου Τοκουγκάβα το 1603. Για πάνω από 250 χρόνια, το Έντο ήκμασε ως πολιτικό και πολιτιστικό κέντρο, ενώ ο αυτοκράτορας παρέμενε στο Κιότο. Το 1868, κατά τη διάρκεια της περιόδου Μεϊτζί, ο αυτοκράτορας μετακόμισε στο Έντο, το οποίο έκτοτε μετονομάστηκε σε Τόκιο, που σημαίνει «Ανατολική Πρωτεύουσα».
Το Τόκιο έχει ξαναχτιστεί και επανασχεδιαστεί πολλές φορές καθώς υπέστη μεγάλες καταστροφές από τον σεισμό του Κάντο το 1923 και τους βομβαρδισμούς του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν καταστράφηκε σχεδόν ολοσχερώς. Από τα ερείπια εκείνης της περιόδου αναδύθηκε το νέο Τόκιο, το οποίο με την προετοιμασία και την διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων του 1964 σηματοδότησε την επιστροφή της Ιαπωνίας στην διεθνή σκηνή.
Τόκιο: Ζεν κήποι, ιερά και τεχνολογική πρωτοπορία
Με ανάμικτα αισθήματα πάτησα το πόδι μου στο Τόκιο. Κι είναι αλήθεια ότι από την πρώτη ημέρα ένα πολιτισμικό σοκ με κυρίευσε. Ένιωσα να ασφυκτιώ μέσα στο χάος. Όχι το κυκλοφοριακό, το υπόγειο δίκτυο μετρό και τα τρένα είναι πολύ καλά οργανωμένα, αλλά το ιδιότυπο χάος που κατακλύζει τις μεγάλες πολυσύχναστες κεντρικές συνοικίες, με τους ουρανοξύστες και τα πολυώροφα εμπορικά κέντρα. Σιμπούγια, Σιντζούκου, Ακιχαμπάρα και Χαρατζούκου, συνθέτουν το πολύβουο και εκκεντρικό πρόσωπο της σύγχρονης πόλης. Απέχουν λίγα μόλις χιλιόμετρα από την Ασακούσα την ιστορική συνοικία του Έντο κι όμως έχεις την αίσθηση πως τους χωρίζουν αιώνες.
Η Ασακούσα με τα στενά δρομάκια και τα καταστήματα που διαθέτουν αναμνηστικά και θυμίαμα, διατηρεί την ατμόσφαιρα του παλιού Έντο. Είναι η πιο πολυσύχναστη περιοχή, καθώς φιλοξενεί τον ναό Σενσό-τζι (Senso-ji), έναν από τους παλαιότερους και εμβληματικούς ναούς της χώρας. Ο ναός είναι αφιερωμένος στην Θεότητα του Ελέους Κάννον. Χτίστηκε το 645, όταν δύο ψαράδες βρήκαν και ανέσυραν το άγαλμα της Θεάς από τον ποταμό Σουμίντα.
Η είσοδος Kaminari-mon, η «Πύλη του Κεραυνού» με το τεράστιο κόκκινο φανάρι και η παραδοσιακή οδός Νακαμίσε οδηγούν στην εσωτερική πύλη Χόζο-μον την «Πύλη του Θησαυροφυλακίου» και στην πενταώροφη παγόδα που φθάνει σε ύψος τα 55 μ. Η Νακαμίσε καταλαμβάνει μόλις 250 μ. και φιλοξενεί περίπου 90 μικρά καταστήματα με παραδοσιακά είδη. Παρότι τα περισσότερα κτήρια του ναού έχουν ανακατασκευαστεί μετά από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο χώρος διατηρεί την ιερότητά του προσελκύοντας εκατομμύρια πιστούς που φθάνουν εδώ για προσκύνημα.
Στον αντίποδα η Γκίνζα (Ginza) με τα φαρδιά πεζοδρόμια, την μοντέρνα αρχιτεκτονική και τα πολυτελή εμπορικά κέντρα είναι το σύμβολο της νεωτερικότητας και της δυτικότροπης κομψότητας της Ιαπωνίας. Από τον 19ο αιώνα καθιερώθηκε ως η βιτρίνα της ιαπωνικής αστικής ζωής. Το πάρκο Ουένο, το πρώτο δυτικού τύπου πάρκο της Ιαπωνίας συγκεντρώνει πολλά μουσεία και γκαλερί τέχνης, λίμνες και ιερά. Μια μεγάλη έκταση στην βορειοανατολική πλευρά του πάρκου καταλαμβάνουν τα κτήρια του Εθνικού Μουσείου του Τόκιο. Στο μουσείο είχαμε την ευκαιρία να περιηγηθούμε στην ιστορία του ιαπωνικού πολιτισμού που ξεδιπλώνεται μέσα από χιλιάδες εκθέματα, ανάμεσα σε αυτά πίνακες, γκραβούρες, γλυπτά, πανοπλίες Σαμουράι, υφάσματα, μάσκες, κεραμικά και παλαιά βουδιστικά αγάλματα.
Το κεντρικό Τόκιο
Στην καρδιά του Τόκιο, στην περιοχή Τσιγιόντα, βόρεια και δυτικά του ποταμού Σουμίντα, εδώ όπου ο πρώτος Σογκούν Ιεγιάσου Τοκουγκάβα έχτισε το κάστρο του το 1590, βρίσκεται ακόμη το αυτοκρατορικό παλάτι. Η κατοικία του αυτοκράτορα Ναρουχίτο και της συζύγου του Μασάκο. Η πέτρινη γέφυρα Νιτζουμπάσι με την διπλή καμάρα αποτελεί την κεντρική είσοδο του παλατιού. Οι κήποι του είναι ανοιχτοί για το κοινό μόνον δύο φορές το χρόνο. Η λιτή γεωμετρία των τειχών του αντανακλάται στα νερά της τάφρου Hibiya που το περιβάλλει.
Στο πάρκο Σίμπα στην ίδια περιοχή υψώνεται το κτήριο ορόσημο για την Ιαπωνία, ο Πύργος του Τόκιο, με ύψος που υπερβαίνει τα 332 μ. Ήταν το υψηλότερο κτήριο στη χώρα μέχρι το 2012, οπότε ολοκληρώθηκε το Tokyo Skytree με ύψος 634 μ. Τα παρατηρητήρια των δύο κτηρίων και ο ουρανοξύστης Tokyo Metropolitan Government Building ύψους περίπου 240 μ., έργο του αρχιτέκτονα Kenzō Tange προσφέρουν πανοραμική θέα στο Τόκιο, ενώ τις φωτεινές, ασυννέφιαστες ημέρες μπορείς να δεις να σχηματίζεται στον ορίζοντα η κωνική σιλουέτα του Φούτζι.
Η ψαραγορά Tsukiji
Στο Τόκιο μπορείς να βρεις και να δοκιμάσεις τα πάντα, από σούσι, τεμπούρα, ράμεν μέχρι παγωτά με γεύση πράσινου τσαγιού μάτσα. Το πράσινο τσάι πάντως δεν το λάτρεψα, ωστόσο η επίσκεψη στην ψαραγορά Τσουκίτζι (Tsukuji) στην ίδια περιοχή ήταν μια μοναδική εμπειρία. Ένας μικρός λαβύρινθος γεμάτος πολύχρωμους πάγκους με ψάρια και οστρακοειδή που στάζουν θαλασσινό νερό. Είναι η πιο πολυσύχναστη αγορά της χώρας και φημίζεται για το φρέσκο σούσι της. Το ιαπωνικό φαγητό είναι τελετουργία και φιλοσοφία ζωής. Οι μερίδες είναι μικρές, σερβίρονται συνήθως σε μπολ ή μικρά τετράγωνα πιάτα και προσφέρουν εκτός από ρύζι μια ποικιλία γεύσεων με βάση το ψάρι, το κρέας, το τόφου και τα εποχικά λαχανικά. Συνοδεύονται από σάλτσα σόγιας και μισή κουταλιά καυτερό γουασάμπι.
Έχει πέσει η νύχτα όταν φθάνουμε στην Ακιχαμπάρα τον παράδεισο των gamers, των anime fans και των manga. Μια συνοικία που δεν κοιμάται ποτέ. Πάλλεται νύχτα μέρα από τους ήχους, τις παράξενες παιδικές φωνές των κόμικς και τα πολύχρωμα φώτα. Τεράστιες γιγαντοοθόνες με κινούμενα σχέδια χορεύουν στις προσόψεις και στις στοές των εμπορικών κέντρων. Μια πολύχρωμη ηλεκτρονική Βαβέλ, ταυτισμένη με την ανάπτυξη της τεχνολογίας.
Το δυτικό Τόκιο
Το πρωί, από τη στάση Σιναγκάουα, όπου βρισκόμασταν, επιβιβαστήκαμε στο μετρό με προορισμό τον σταθμό Σιντζούκου. Σιντζούκου και Σιμπούγια είναι οι δύο πολυπληθείς δυτικές συνοικίες της πόλης, που χαρακτηρίζονται από ζωτικότητα και σύγχρονο χάος. Αποτελούν τον καρδιακό παλμό του Τόκιο, που χτυπά σε ξέφρενους ρυθμούς ημέρα και νύχτα. Στην περιοχή Σιντζούκου βρίσκονται το Εθνικό Πάρκο Γκιοέν, οι περισσότεροι ουρανοξύστες, τα Μητροπολιτικά Κυβερνητικά Γραφεία του Τόκιο -κτήριο ορόσημο του Τάνγκε Κένζο- καθώς και το Κεντρικό Ολυμπιακό Στάδιο, μεγάλα ξενοδοχεία, εμπορικά κέντρα, γραφεία και εστιατόρια.
Στη Σιμπούγια, οι ουρανοξύστες φιλοξενούν πλήθος καταστημάτων και εστιατορίων, ενώ η λάμψη των νέον δίνει χρώμα στη νύχτα. Η πολυσύχναστη και πολυφωτογραφημένη διάβαση πεζών Shibuya Scramble Crossing, μια επίδειξη οργανωμένου χάους, αποτελεί θέαμα και ευκαιρία για selfie για τους χιλιάδες τουρίστες που τη διασχίζουν. Περιβάλλεται από ψηλά κτήρια με τεράστιες φωτεινές οθόνες στις προσόψεις και έντονες διαφημιστικές πινακίδες. Δίπλα της, η μικρή πλατεία Χάσικο, με το άγαλμα του πιστού σκύλου -σύμβολο πίστης και αφοσίωσης που έχει συγκινήσει εκατομμύρια ανθρώπους με την ιστορία του- αποτελεί ακόμη ένα σημείο συνάντησης και την επόμενη στάση για φωτογράφηση.
Η Σιμπούγια γειτνιάζει σχεδόν με την Χαρατζούκου, την πιο νεανική και εκκεντρική συνοικία της πόλης. Η οδός Τακεσίτα αποκαλύπτει τις νέες συνήθειες και τάσεις της νεανικής ιαπωνικής μόδας. Η Χαρατζούκου είναι διάσημη για το street style και την pop κουλτούρα και εύστοχα περιγράφεται ως «μια βόλτα στην τρέλα των νεαρών Ιαπώνων». Στη συνοικία υπάρχουν «καφέ» για ζωόφιλους, όπου θα δεις νεαρούς Ιάπωνες να περνούν την ώρα τους αγκαλιά με λευκά γουρουνάκια. Φυσικά η συντροφιά χρεώνεται με την ώρα.
Το Σιντοϊστικό ιερό Μεϊτζί
Σε αυτό το υπερσύγχρονο περιβάλλον με τους φρενήρεις ρυθμούς, τα παραδοσιακά αξιοθέατα σπανίζουν. Κι όμως υπάρχει ένα ιερό που συγκεντρώνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Το ιερό Μεϊτζί (Meiji Jingu) αφιερωμένο στον αυτοκράτορα Μεϊτζί, τον πρώτο αυτοκράτορα της σύγχρονης Ιαπωνίας και την σύζυγό του Σοκέν. Πρόκειται για ένα νεότερο ιερό, το οποίο εγκαινιάστηκε το 1920 και ανακατασκευάστηκε μετά από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Βρίσκεται μέσα σε ένα πάρκο με 100.000 δένδρα, τα οποία φυτεύτηκαν μετά από την κατασκευή του.
Μόλις πέρασα την τεράστια ξύλινη ιερή πύλη Τορίι και ακολούθησα το μονοπάτι που οδηγεί στο ιερό, ένιωσα σαν να άφησα την πολύβουη πόλη πίσω μου και μπήκα σε ένα ήρεμο δάσος. Οι συλλογές με τα βαρέλια σάκε και μπίρας που έχουν τοποθετηθεί δεξιά και αριστερά στο μονοπάτι σε μικρή απόσταση από το ιερό, είναι ένα απροσδόκητο θέαμα. Το ιερό είναι απλό, αλλά αποτελεί ένα από τα πιο σεβαστά σιντοϊστικά ιερά της πόλης. Οι πιστοί που έρχονται εδώ γράφουν ευχές σε ξύλινες πινακίδες και περνούν από εξαγνισμό. Αυτή είναι άλλωστε και η προσταγή του Σιντό: εξαγνίσου, καθάρισε το σώμα και την καρδιά σου.
Πάρκο Γκιοέν και κήποι
Στην Ιαπωνία δεν υπάρχουν μεγάλες πλατείες. Υπάρχουν όμως μεγάλοι κήποι, όπου οι κάτοικοι καταφεύγουν για ένα μικρό διάλειμμα ή έναν στοχαστικό περίπατο, μακριά από την πολύβουη καθημερινότητα. Το πάρκο Σιντζούκου Γκιοέν είναι ένας πολύ ιδιαίτερος κήπος. Συνδυάζει το ιαπωνικό τοπίο με την γαλλική συμμετρία και το αγγλικό ύφος. Λιμνούλες, βραχάκια, δέντρα, θάμνοι, φυτά, ανθισμένα χρυσάνθεμα, πέτρινα φανάρια και βρύα συνθέτουν το τοπίο που αποπνέει γαλήνη, ομορφιά και χάρη. Καταλαμβάνει 58,53 εκτάρια και φιλοξενεί περισσότερα από 20.000 δέντρα, συμπεριλαμβανομένων εκατοντάδων κερασιών. Ένας περίπατος στα ελικοειδή μονοπάτια του γύρω από τις γαλήνιες λίμνες, μας έδωσε την ευκαιρία να απολαύσουμε την ομορφιά και να θαυμάσουμε τις παραδοσιακές τεχνικές διαμόρφωσης του ιαπωνικού κήπου.
Και η αθέατη όψη
Πίσω ωστόσο από τους ανθισμένους κήπους με την αρμονία και την φινέτσα, στο Τόκιο η Ιαπωνία έχει πετάξει το κιμονό της και τρέχει το τρένο της τεχνολογίας. Η ιλιγγιώδης ταχύτητα όμως με την οποία κινείται το τρένο έχει φθάσει σε σημείο να συνθλίβει ανθρώπους. Πτυχές αυτής της αθέατης πλευράς μας αποκάλυψε η Γιορίκα, η Γιαπωνέζα ξεναγός που μας συνόδευε όλες τις ημέρες. Στην Ιαπωνία οι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας παραμένουν παγωμένες εδώ και 30 χρόνια. Αντίθετα, η υπερεργασία και τα εξαντλητικά ωράρια έχουν αυξηθεί τα τελευταία χρόνια σε σημείο εξουθένωσης των εργαζομένων.
Λένε ότι οι Ιάπωνες τηρούν σαν προσευχή τρεις στίχους από ένα ποίημα του Μεϊτζί, του αυτοκράτορα, που έφερε τον εκσυγχρονισμό και την δυτικοποίηση στη χώρα: «Όπου κι αν σε έταξε η μοίρα -βασιλιάς ή χαμάλης- ξόδεψε τον εαυτό σου έως το τέλος». Πιστοί στο πνεύμα του αυτοκράτορα, οι σημερινοί εργαζόμενοι δουλεύουν μέχρι να καταρρεύσουν. Η αίσθηση του καθήκοντος και η πίστη στην εταιρεία είναι τόσο πιεστικές, που τους οδηγούν στην αποξένωση, στην απομάκρυνση από το οικογενειακό περιβάλλον και στη μοναξιά. Πολλοί κοιμούνται πάνω στα λάπτοπ στα καφέ ή στους δρόμους, άλλοι καταφεύγουν στα ιζακάγια (κάτι αντίστοιχο με τα δικά μας μεζεδοπωλεία) όπου πίνουν μέχρι τελικής πτώσης κι άλλοι προστρέχουν στις «αδελφές ψυχές» οι οποίες προσφέρονται με το αζημίωτο για να ακούσουν τον πόνο τους και όχι μόνον. Ο αλκοολισμός έχει αυξηθεί δραματικά τα τελευταία χρόνια, όπως και η φτώχεια και η μοναξιά.
Η σύσταση Υπουργείου Μοναξιάς και Κοινωνικής Απομόνωσης επιχειρεί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα. Πρόβλημα επιβίωσης αντιμετωπίζουν επίσης πολλοί ηλικιωμένοι οι οποίοι εργάζονται ως τα βαθιά γεράματα ή αναγκάζονται να διαπράττουν μικροαδικήματα ώστε να φυλακιστούν για να βρουν στέγη, τροφή και συντροφιά. Η χώρα διακρίνεται για το υψηλό προσδόκιμο ζωής, αλλά η υγεία και η πρόνοια παρουσιάζουν μεγάλες ελλείψεις. Τα παιδιά εκπαιδεύονται από το νηπιαγωγείο στην πειθαρχία, την επιμονή, την υπευθυνότητα και την συνεχή προσπάθεια. Οι μαθητές επιφορτίζονται με το έργο της καθαριότητας στις τάξεις, σκουπίζουν διαδρόμους, καθαρίζουν τουαλέτες. Σε πολλά δημοτικά σχολεία δεν υπάρχει καν προσωπικό καθαριότητας.
Οι ανισότητες
Ακόμη, πολλές είναι οι ανισότητες που κρύβονται πίσω από τους κήπους και την βιτρίνα του τεχνολογικού θαύματος. Οι γυναίκες αμείβονται με χαμηλότερους μισθούς σε σύγκριση με τους άντρες, ένα μικρό ποσοστό εξελίσσεται στην διοικητική ιεραρχία κι ένα μεγάλο ποσοστό εγκαταλείπει την εργασία μετά από την μητρότητα. Τα τελευταία χρόνια οι γεννήσεις έχουν μειωθεί καθώς όλο και περισσότερες γυναίκες αρνούνται τον γάμο και την παραδοσιακή οικογενειακή ζωή που τις φορτώνει ανισομερώς με πρόσθετα βάρη και τις υποχρεώνει να τίθενται οι ίδιες στην υπηρεσία και την προσωπική φροντίδα του άνδρα.
Μετά από όλα αυτά είναι να απορείς πως μια ανδροκρατούμενη κοινωνία εξέλεξε πρόσφατα στο πρωθυπουργικό αξίωμα, μία γυναίκα. Το γεγονός ότι η Σαναέ Τακαϊτσι, είναι μια πολιτικός με υπερσυντηρητικές απόψεις, που υπερασπίζεται την διατήρηση των παραδοσιακών αρχών της Ιαπωνίας, ίσως να αποτελεί μία εξήγηση.
Ο κώδικας τιμής και το σύγχρονο χαρακίρι
Στην Ιαπωνία η αποτυχία δεν συγχωρείται. Πιστοί στον κώδικα τιμής που τους κληρονόμησαν οι Σαμουράι οι σύγχρονοι Ιάπωνες έχουν περάσει από το Χαρακίρι στην εξαφάνιση. Η εξαφάνιση το «σύγχρονο Χαρακίρι» των λεγόμενων Johatsou (εξατμισμένοι) οφείλεται στο γεγονός ότι δεν μπορούν να αντέξουν την αποτυχία και το όνειδος της ντροπής που την συνοδεύει. Μια αποτυχία στις εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο, η απόλυση από την εργασία ή η αδυναμία να αποπληρώσουν τις οφειλές τους οδηγούν τους ανθρώπους αυτούς στην απόφαση να εξαφανιστούν, να δραπετεύσουν από την οικογένεια και το γνώριμο κοινωνικό περιβάλλον και να ξεκινήσουν μια νέα ζωή με άλλο όνομα σε άγνωστο μέρος. Λέγεται ότι υπάρχουν εταιρείες που αναλαμβάνουν τα διαδικαστικά για την αλλαγή της ταυτότητας, αλλά και την μετακόμιση στο άγνωστο μέρος. Μετά από όλα αυτά μια ανάσα βαθιά και μια βουτιά στην αύρα του βορρά, στα φαράγγια, τους καταρράκτες και τις καλντέρες με το αμίλητο βάθος. Νίκκο, η ιερή πόλη του βορρά, παρέα με τα τζίζο (Jizo) και τα φαντάσματα.
Το Νίκκο
Βράχοι, βρύα, νερό έσμιγαν σιωπηλά κάτω από τον καταπράσινο θόλο. Το φαράγγι Kanmangafuchi, σχηματίστηκε από την λάβα του κοντινού όρους Ναντάι. Τρέχει παράλληλα με τον ποταμό Οτάνι και παρόλο που η ονομασία του παραπέμπει σε άβυσσο, είναι ένας τόπος με αθέατη ομορφιά όπου οι ντόπιοι εγκατέστησαν μια σειρά από αγάλματα Τζίζο. Τα μικρά Μποντισάτβα, είναι προστάτες των παιδιών, των εγκύων γυναικών, των εμβρύων και των πασχόντων. Με τα ζωηρά κόκκινα σκουφάκια τους και τα μαντήλια που κρέμονται από το λαιμό είναι μια πρόσθετη ζωηρή πινελιά στη χρωματική παλέτα που ξετυλίγει η φύση του Νίκκο. Το φαράγγι φιλοξενεί περισσότερα από 70 αγάλματα. Κάθε Τζίζο έχει την δική του έκφραση και όλα στέκονται σιωπηλά αποπνέοντας μια απέραντη γαλήνη. Το Νίκκο απέχει 150 χλμ. από το Τόκιο κι εκτός από τις φυσικές του ομορφιές είναι διάσημο για τα ιερά και τους ιστορικούς χώρους του.
Στην καρδιά της πόλης, στους πρόποδες του όρους Ναντάι, μέσα σε ένα δάσος από πανύψηλους κέδρους, δεσπόζει το περίφημο ιερό Τοσόγκου. Το ιερό συγκρότημα περιλαμβάνει περισσότερα από 12 κτήρια, περίτεχνες πύλες, παγόδες και αυλές και είναι αφιερωμένο στον Ιεγιάσου Τοκουγκάβα, ιδρυτή του σογκουνάτου Τοκουγκάβα, του φεουδαρχικού καθεστώτος που κυβέρνησε την Ιαπωνία επί 265 χρόνια. Το μαυσωλείο του Ιεγιάσου, ο οποίος θεοποιήθηκε μετά θάνατον, χτίστηκε το 1617, κατά τη διάρκεια της περιόδου Έντο, όταν τη θέση του σογκούν κατείχε ο γιος του, Χιντετάντα Τοκουγκάβα. Το συγκρότημα επεκτάθηκε τη δεκαετία 1630–1640 από τον εγγονό του, Ιεμίτσου, στον οποίο οφείλεται το εντυπωσιακό ιερό που βλέπουμε σήμερα.
Το μεγαλοπρεπές σύνολο γοητεύει τους επισκέπτες με τον περίτεχνο διάκοσμο και τη δεξιοτεχνία των τεχνιτών του, που αντανακλά την ιαπωνική αισθητική και παράδοση. Ανάμεσα στα επιμέρους στοιχεία ξεχωρίζει η πύλη Γιομέιμον, με τους 12 λευκούς κίονες και τα αμέτρητα γλυπτά. Είναι διακοσμημένη με χιλιάδες φύλλα χρυσού, εκατοντάδες ξυλόγλυπτα με συμβολικές μορφές και λεπτοδουλεμένες λακαριστές επιφάνειες.
Στον στάβλο των Ιερών Αλόγων εντυπωσιάζει το ανάγλυφο των τριών σοφών πιθήκων που «δεν βλέπουν, δεν ακούν και δεν λένε τίποτα κακό», μια ρήση που παραπέμπει στην ηθική φιλοσοφία του σογκουνάτου. Το μικρό, διάσημο γλυπτό Nemuri Neko, η «Κοιμισμένη Γάτα», θεωρείται σύμβολο ειρήνης και ηρεμίας. Η πύλη Κάραμον, διακοσμημένη σε κινέζικο στυλ, οδηγεί στην αίθουσα προσευχής και στην κύρια αίθουσα του Τοσόγκου. Στο εσωτερικό των περισσότερων κτηρίων δεν επιτρέπεται η φωτογράφηση.
Λιτό και μετριοπαθές, το Μαυσωλείο του Ιεμίτσου διακρίνεται για το χρυσό, το μαύρο και το κόκκινο χρώμα του. Στο συγκρότημα περιλαμβάνονται επίσης ο πύργος των τυμπάνων και το καμπαναριό. Η πενταώροφη παγόδα χτίστηκε αρχικά το 1650 με χορηγία ενός Ιάπωνα φεουδάρχη, καταστράφηκε αργότερα από πυρκαγιά και ανακατασκευάστηκε το 1818. Κάθε όροφος αντιπροσωπεύει ένα στοιχείο: τη γη, το νερό, τη φωτιά, τον άνεμο και τον ουρανό. Φυλαχτά, συμβολικά αφιερώματα και χαρτάκια με δεήσεις των πιστών για υγεία, τύχη και γονιμότητα κατακλύζουν τον χώρο. Το ιερό συγκρότημα περιλαμβάνεται από το 1999 στα Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO.
Στην ευρύτερη περιοχή του Εθνικού Πάρκου του Νίκκο ξεχωρίζει η ηφαιστειακή λίμνη Τσουζέντζι. Σχηματίστηκε περίπου 20.000 χρόνια πριν, ύστερα από ηφαιστειακή έκρηξη που δημιούργησε φυσικό φράγμα, σε υψόμετρο 1.269 μέτρων. Στις όχθες της, ο οικισμός Τσουζέντζικο είναι γνωστός για τις θερμές πηγές και την υπέροχη θέα. Η περιοχή διαθέτει πολλούς καταρράκτες, με τον Κέγκον να ξεχωρίζει ως ο πιο εντυπωσιακός, με ύψος 97 μέτρα. Επιστρέφοντας αργά το βράδυ στο Τόκιο, ψήσαμε σουκιγιάκι. Το επόμενο πρωινό αφήσαμε πίσω μας την πόλη. Η πορεία προς τον νότο, με οδηγό τη χιονισμένη κορυφή του Φούτζι, μας οδήγησε στον Ειρηνικό Ωκεανό και στην ιστορική Καμακούρα.
Διαβάστε ακόμα:
Ταξίδι στην Ιαπωνία -Ένα οδοιπορικό στη χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου
Κιότο: Η γραφική καρδιά της Ιαπωνίας
Ένας Έλληνας περιγράφει την ζωή στο Τόκιο και μάς καθοδηγεί σε ένα ταξίδι που τα έχει όλα




