Αφήσαμε πίσω μας το πολύβουο Τόκιο και πήραμε το δρόμο για τα βουνά. Τις πανάρχαιες Ιαπωνικές Άλπεις. Μία πορεία στην καρδιά της γιαπωνέζικης ψυχής. Εκεί όπου κάθε εποχή έχει χαράξει το δικό της αποτύπωμα στη μνήμη και το τοπίο. Ένας αυθεντικός ορεινός κόσμος που συνδυάζει αρμονικά φύση, ιστορία, κουλτούρα. Κορυφές που αγγίζουν τα σύννεφα, αχανείς καταπράσινες κοιλάδες, γαλήνιες λίμνες και ποταμοί που στροβιλίζονται σε βαθιά φαράγγια. Κι ανάμεσα στις βουνοκορφές, στις κοιλάδες και τους χαμηλούς λόφους φωλιάζουν δεκάδες πόλεις και χωριά με άρωμα Έντο.
Ένα μακρύ ταξίδι στην καρδιά της αυθεντικής Ιαπωνίας, στο φως και τα χρώματα του Φθινοπώρου. Ήμουν γερμένη στο παράθυρο και γύρω μου ξετυλιγόταν το travelling της φύσης. Να βλέπεις να απλώνει με χάρη η φύση τα χρυσάφια της στις πλαγιές κι ο ήλιος με τις ακτίνες του να βαθαίνει τις σκιές. Δεν χόρταινα να κοιτάζω και να θαυμάζω το εξαίσιο θέαμα.
Η περιοχή των Άλπεων φημίζεται για τα κάστρα και τα ιερά προσκυνήματα, τα μνημεία και τους βουδιστικούς ναούς, αλλά και για τα εμπορικά κέντρα της, τα παραδοσιακά πανδοχεία, την καλλιτεχνική παράδοση, τους επιδέξιους ξυλουργούς τεχνίτες και τα αγροτόσπιτα Γκάσο με τις κάθετες αχυρένιες σκεπές. Τόποι εσωστρεφείς και ασκητικοί, με εντυπωσιακό ορεινό ανάγλυφο που διατρέχει ο Νακασέντο. Ο ιστορικός «δρόμος μέσα στα βουνά» που είχε μετατραπεί σε αρτηρία και δύναμη ζωής για το σογκουνάτο. Σε αυτόν τον δρόμο που σήμερα βυθίζεται στη σιωπή θα επιχειρήσουμε να πιάσουμε το νήμα της ιστορίας ακολουθώντας τα βήματα των Σαμουράι, των εμπόρων και των προσκυνητών της φεουδαρχικής εποχής.
Εδώ, στη σιωπηλή ύπαιθρο γύρω από τις ξύλινες γέφυρες, τα ιστορικά χάνια, τους μικρούς ναούς- αφιερώματα, τους βωμούς που κρύβονται κάτω από τα βρύα και τα ξύλινα σπιτάκια με τις γκριζογάλανες σκεπές, η παράδοση είναι πανίσχυρη, τα δάση ιερά και οι θεοί του σιντοϊσμού πανταχού παρόντες. Τα Κάμι μάς ακολουθούσαν σε κάθε μας βήμα.
Ματσουμότο: Το κάστρο του κορακιού
Πρώτη στάση στο κάστρο του Ματσουμότο. Πρόβαλε από μακριά, ανάμεσα στα σφενδάμια και τις ιτιές. Ιστορικό και πολιτιστικό ορόσημο της πόλης του Ματσουμότο που περιβάλλεται από τις Ιαπωνικές Άλπεις. Γνωστό και ως «Κάστρο του κορακιού» λόγω του χαρακτηριστικού μαύρου χρώματος στο εξωτερικό τοίχωμά του, χρονολογείται από τα τέλη του 16ου αιώνα και συγκαταλέγεται στους εθνικούς θησαυρούς της Ιαπωνίας. Είναι από τα παλαιότερα και σημαντικότερα διατηρημένα κάστρα της χώρας, με το αρχικό ξύλινο κυρίως φρούριό του να παραμένει άθικτο. Το κάστρο, αν και διέθετε κρυφές αμυντικές ικανότητες, δεν ενεπλάκη ποτέ σε μάχη.
Σε αντίθεση με άλλα ανακατασκευασμένα κάστρα από σκυρόδεμα, το κάστρο του Ματσουμότο προσφέρει μια αυθεντική ματιά στην αρχιτεκτονική της φεουδαρχικής εποχής και του σογκουνάτου Τοκουγκάβα.
Διασώθηκε χάρη στην παρέμβαση των κατοίκων του Ματσουμότο, οι οποίοι το αγόρασαν και το συντήρησαν τον 19ο αιώνα, επί εποχής Μεϊτζί, όταν πολλά άλλα κάστρα καταστράφηκαν. Στο εσωτερικό του εκτίθενται μεταξύ άλλων πανοπλίες και όπλα Σαμουράι. Ανεβαίνοντας ξυπόλυτοι (τα παπούτσια δεν επιτρέπονται μέσα στα κάστρα) τις απότομες εσωτερικές ξύλινες σκάλες που συνδέουν τα έξι πατώματα του κάστρου, απολαύσαμε από τον τελευταίο όροφο, την πανοραμική θέα στην οροσειρά Χίντα των Άλπεων και στην πόλη του Ματσουμότο. Τη γενέτειρα της παγκοσμίου φήμης εικαστικού Γιαγιόι Κουσάμα. Ο εξωτερικός χώρος του κάστρου πλαισιώνεται από έναν ιδιαίτερο κήπο με κερασιές, σφενδάμια και κέδρους κι αποτελεί δημοφιλή προορισμό για την παρατήρηση των κόκκινων φύλλων. Το βράδυ το κάστρο φωτίζεται με έντονα μπλε χρώματα.
Αζουμίνο, ο τόπος του Γουασάμπι
Λίγα χιλιόμετρα βορειότερα στους πρόποδες της οροσειράς των Άλπεων στο Αζουμίνο μάς περιμένει το νυχτερινό μας κατάλυμα. Μία περιοχή στην επαρχία Ναγκάνο με άφθονα κρυστάλλινα νερά που εντυπωσιάζουν με τη διαφάνεια και την καθαρότητά τους. Κλασικό αγροτικό τοπίο, η περιοχή του Αζουμίνο, φημίζεται για τις θερμές πηγές και το Wasabi της. Τα νερά που ρέουν από τις Άλπεις δημιουργούν το τέλειο περιβάλλον που επιτρέπει στους αγρότες να καλλιεργούν υγιεινό, πικάντικο wasabi. Το αγρόκτημα Daio Wasabi Farm είναι μία από τις μεγαλύτερες φάρμες της περιοχής.
Δημιουργήθηκε το 1915 και καταλαμβάνει περισσότερα από 15 εκτάρια καλλιεργειών, με λαμπυρίζοντα γαλαζωπά ρυάκια, μικρές γέφυρες κι ολόγυρα φτελιές και σφενδάμους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα βιώσιμης γεωργίας, η φάρμα είναι ανοιχτή στους επισκέπτες που επιθυμούν να δουν από κοντά την καλλιέργεια του φυτού και να δοκιμάσουν το αυθεντικό Wasabi. Το Wasabi είναι μια πικάντικη πράσινη πάστα που σερβίρεται ως καρύκευμα με πολλά ιαπωνικά πιάτα, ιδιαίτερα με το σούσι και το σασίμι. Προέρχεται από το ρίζωμα ή το παχύ μέρος του στελέχους του φυτού Wasabi japonica, που είναι ενδημικό στην Ιαπωνία. Τα άνθη, τα φύλλα και οι μίσχοι του φυτού χρησιμοποιούνται επίσης στην κουζίνα με διάφορους τρόπους όπως βρασμένα με σάλτσα σόγιας ή μαγειρεμένα με ρύζι. Η καλλιέργειά του φυτού στην περιοχή ξεκίνησε πριν από 140 χρόνια. Μια βόλτα στο αγρόκτημα ανάμεσα στα διάσπαρτα πέτρινα γλυπτά, το κανάλι, και τον νερόμυλο του Ακίρα Κουροσάβα, σκηνικό από την ταινία του «Όνειρα» (1990) που παραμένει ακόμη στη θέση του, ανοίγει διάπλατα ένα παράθυρο στην αύρα, στον καθαρό αέρα και στην αυθεντική ψυχή της περιοχής.
Στο Πάρκο των πιθήκων
Η ευρύτερη επαρχία Ναγκάνο προσελκύει το ενδιαφέρον των ταξιδιωτών με τις πεζοπορικές της διαδρομές, τις θερμές πηγές και τα χιονισμένα τοπία της. Προχωρώντας ακόμη βορειότερα θα φθάσουμε στο Πάρκο Τζιγκοκουντάνι. Λειτουργεί από το 1964 και είναι ίσως το μοναδικό μέρος στον κόσμο όπου οι άγριοι πίθηκοι Μακάκοι κατεβαίνουν στις θερμές πηγές για να κάνουν το μπάνιο τους τον χειμώνα. Βρίσκεται σε υψόμετρο 850 μέτρων, μέσα σε ένα βαθύ φαράγγι με απόκρημνους βράχους, γκέιζερ και θερμές πηγές από όπου αναδύονται λεπτά σύννεφα καπνού. Μια απόκοσμη εικόνα που έχει προσδώσει στο τοπίο και την ονομασία: «Κοιλάδα της Κόλασης».
Για να προσεγγίσουμε το σημείο διανύουμε ένα ορεινό δασικό μονοπάτι 1600 μέτρων. Σημύδες και πανύψηλα πεύκα πλαισιώνουν το μονοπάτι και καθώς οι σκιές από τις ηλιαχτίδες διεισδύουν ανάμεσα στα φυλλώματα μια θρησκευτική σιωπή απλώνεται γύρω. Θαρρείς πως τα κάμι τα θεϊκά πνεύματα συγκεντρώθηκαν όλα εδώ, σε μια σύναξη ιερή στην πλαγιά του μικρού πυκνόφυλλου δάσους. Στην επόμενη κατηφορική στροφή οι σκιές χάνονται, τα δέντρα αραιώνουν και στο βάθος διακρίνεται το φαράγγι με τις φυσικές πισίνες και τις θερμές πηγές που αχνίζουν. Οι Μακάκοι ωστόσο είναι άφαντοι. Ο καιρός είναι σχετικά ζεστός, δεν κρυώνουν και κατά συνέπεια δεν κατέβηκαν στα λουτρά για να πάρουν το θερμό μπάνιο τους. Λίγο αργότερα θα συναντήσουμε έναν από αυτούς στο μικρό πανδοχείο δίπλα στο γκέιζερ. Καθώς τον πλησιάζουμε, δεν αντιδρά, δείχνει ήρεμος και αρκετά εξοικειωμένος με την ανθρώπινη παρουσία.
Ναγκάνο -Το ιερό προσκύνημα
Η πόλη Ναγκάνο, πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας βρίσκεται στο κέντρο των Ιαπωνικών Άλπεων. Αν και έγινε ευρέως γνωστή μετά από τους Χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες το 1998, η ιστορία της εκτείνεται σε βάθος 1400 χρόνων. Εδώ βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα προσκυνήματα του ιαπωνικού βουδισμού, ο ναός Ζένκο-τζι (Zenko-ji). Ο ναός ιδρύθηκε τον 7ο αιώνα για να στεγάσει το πρώτο βουδιστικό άγαλμα που μεταφέρθηκε στη χώρα από την Κορέα το 552 μ.Χ. Το άγαλμα αναπαριστά τον Βούδα Αμιτάβα πλαισιωμένο από δύο Μποντισάτβα. Αν και ο ναός είναι ανοιχτός και σε αυτόν έχουν πρόσβαση όλοι, άντρες και γυναίκες, το άγαλμα δεν εκτίθεται στο κοινό. Θεωρείται hibutsu, φυλάσσεται σε εσωτερικό θησαυροφυλάκιο και δεν επιδεικνύεται δημόσια. Ωστόσο, έχει δημιουργηθεί ένα αντίγραφό του, που παρουσιάζεται στο πλαίσιο της τελετής Gokaichō, συνήθως ανά έξι χρόνια την άνοιξη, σε μια τελετή που προσελκύει χιλιάδες προσκυνητές και επισκέπτες. Στον ναό πάντως σήμερα βρίσκεται τοποθετημένο ένα άλλο άγαλμα, εκείνο του Μπινζούρου, μορφής θεραπευτή και πιστού ακολούθου του Βούδα. Οι προσκυνητές, καθώς εισέρχονται στον ναό, αγγίζουν το άγαλμα με την ελπίδα να θεραπεύσει τις ασθένειές τους.
Η κεντρική αίθουσα του ναού χτισμένη εκ νέου το 1707 είναι ένα επιβλητικό ξύλινο οικοδόμημα μήκους 59 μέτρων και ύψους 27 μέτρων, το οποίο στηρίζεται σε 108 κίονες. Στο εξωτερικό έχει χαραγμένο το σύμβολο της σβάστικας, το σύμβολο του βουδισμού που είναι συνδεδεμένο με την αιώνια ενέργεια, την κίνηση και την καλή τύχη. Αν και ο Ζένκο-τζι είναι ναός του «αγαθοεργού φωτός», στο εσωτερικό του επικρατεί ημίφως. Βγάζουμε τα παπούτσια μας και περνάμε σε έναν θάλαμο προσευχής. Στην άκρη του, μία στενή σκάλα μας οδηγεί σε ένα υπόγειο σκοτεινό διάδρομο. Έναν μικρό λαβύρινθο μήκους 41 μέτρων όπου κυριαρχεί η σιωπή και το απόλυτο σκοτάδι. Εδώ βρίσκεται το κλειδί του Παραδείσου. Μόνον αν το βρούμε και το αγγίξουμε θα καταφέρουμε να επιστρέψουμε πάλι στο φως. Περπατώ στο απόλυτο σκοτάδι ψηλαφώντας τους τοίχους. Αισθάνομαι τις βαθιές ανάσες κάποιων που αγωνιούν ψάχνοντας δίπλα μου. Λίγο ακόμα και το έπιασα το μεταλλικό κλειδί. Ευτυχώς, όλοι τα καταφέραμε, βγήκαμε πάλι στο φως. Αποκτήσαμε φώτιση και καθώς δεν πιάσαμε ένα απλό κλειδί, αλλά εκείνο του «Δυτικού Παραδείσου», μια θέση στον παράδεισο νομίζω την εξασφαλίσαμε.
Στον προαύλιο χώρο του ναού μπροστά από το ογκώδες πέτρινο θυμιατό οι πιστοί τρίβουν τον καπνό στο σώμα τους για καλή υγεία και τύχη. Το συγκρότημα του Ζένκο-τζι περιλαμβάνει κι άλλα ενδιαφέροντα κτήρια, την παγόδα, δύο εντυπωσιακές πύλες, τη Νιόμον και τη Σάνμον και μια σειρά από αγάλματα Μποντισάτβα. Η κεντρική οδός Νακαμίσε που οδηγεί στο ναό πλαισιώνεται από περίτεχνα παραδοσιακά κτήρια. Τα περισσότερα φιλοξενούν καταστήματα με σουβενίρ, πάγκους με διάφορα σνακς, καφέ και μικρά εστιατόρια. Καταλήγουμε σε ένα όμορφο εστιατόριο, όπου θα απολαύσουμε φρέσκο σασίμι και σούσι.
Ο ιστορικός δρόμος Νακασέντο
Σήμερα, θα ακολουθήσουμε την ιστορική οδό Νακασέντο. Έναν από τους πέντε μεγάλους δρόμους της εποχής Έντο. Δημιουργήθηκε τον 17ο αιώνα από τον Τοκουγκάβα Ιεγιάσου για να συνδέσει το Κιότο με το Έντο (Τόκιο). Ο «δρόμος μέσα από τα βουνά», διέσχιζε την ορεινή ενδοχώρα, διατρέχοντας 534 χιλιόμετρα και ταυτόχρονα διέθετε 69 σταθμούς ανάπαυσης. Σε αντίθεση με τον νότιο παραλιακό δρόμο Τοκάιντο που πλέον έχει μεταμορφωθεί και δεν υφίσταται, ο ορεινός, πιο ήσυχος και απομακρυσμένος Νακασέντο, διατηρεί σχεδόν ανέγγιχτα τμήματα του παλιού δρόμου και μερικά από τα πιο αυθεντικά χωριά της διαδρομής στην κοιλάδα Κίσο. Το Ναράι-τζούκου και το Τσουμάγκο- τζούκου, είναι δύο από αυτά, ενώ τμήμα του παλιού δρόμου αποτελεί και το μονοπάτι μήκους 8 χιλιομέτρων Μαγκόνε -Τσουμάγκο.
Διασχίζουμε ήδη την κοιλάδα Κίσο. Ο δρόμος τρέχει παράλληλα με τον ποταμό Κίσο, που στροβιλίζεται υπό το άγρυπνο βλέμμα των Άλπεων. Οι κατάφυτες φθινοπωρινές τους πλαγιές μεταμορφώνονται σε ένα πολύχρωμο χαλί που κυλάει αρμονικά κάτω από τις αισθαντικές νότες του Kitaro. Ούτε που κατάλαβα πως φθάσαμε στον 34ο σταθμό στο Ναράι -τζούκου. Γνωστή και ως «Ναράι των 1000 σπιτιών», ήταν η πλουσιότερη πόλη στην κοιλάδα Κίσο, καθώς η θέση της στο μέσον της διαδρομής έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη του εμπορίου ξυλείας.
Τα ξύλινα χαμηλά σπιτάκια με τις σκούρες προσόψεις, τα στέγαστρα με τις μοναδικές τοπικές τεχνικές, οι πινακίδες και τα ξυλόγλυπτα που κοσμούν τις προσόψεις, τα πανό με τα οικογενειακά εμβλήματα, τα αγάλματα των επτά τυχερών Θεών με την παραδοσιακή ενδυμασία και τα χαρακτηριστικά σύμβολα, τα ξύλινα φανάρια ως και το ρυάκι που διατρέχει την κεντρική οδό, μεταφέρουν αναλλοίωτη την εικόνα της παλιάς εποχής και της ιαπωνικής παράδοσης. Εδώ, περπάτησαν προσκυνητές, περιηγητές, έμποροι και Σαμουράι, στα μικρά χάνια του χωριού ξεκουράζονταν από το πολυήμερο ταξίδι. Σήμερα μικρά πανδοχεία, παλιές αποθήκες και εργαστήρια ξυλουργικής εξακολουθούν να βρίσκονται σε λειτουργία και η εκλεπτυσμένη ατμόσφαιρα της εποχής Έντο αναδύεται σε κάθε γωνιά.
Το Τσουμάγκο -τζούκου
Σαράντα χιλιόμετρα νοτιότερα στην κοιλάδα Κίσο συναντούμε τον 42ο σταθμό της Νακασέντο το Τσουμάγκο -τζούκου. Θεωρείται το πιο αυθεντικά αναστηλωμένο χωριό της περιόδου Έντο. Σε αυτό συνέβαλε αποφασιστικά η συλλογική συνείδηση και κοινή προσπάθεια των κατοίκων, στους οποίους οφείλεται η υλοποίηση του προγράμματος διατήρησης του παραδοσιακού οικισμού, ενός προγράμματος πρωτοποριακού για την Ιαπωνία.
Η πρωτοβουλία τους ενέπνευσε στη συνέχεια το Εθνικό Κίνημα Προστασίας της Πολιτιστικής Κληρονομιάς. Στο Τσουμάγκο σώζονται τα ιστορικά χάνια που φιλοξενούσαν τους ταξιδιώτες ανάλογα με την κοινωνική τους τάξη. Στο χωριό τα καλώδια του ρεύματος και οι τηλεφωνικές γραμμές είναι υπόγεια και τα αυτοκίνητα απαγορεύεται να κυκλοφορούν στους δρόμους κατά τη διάρκεια της ημέρας. Τμήμα της γραμμής Νακασέντο διατηρεί ακόμη τα πέτρινα σκαλοπάτια, τις πινακίδες, τους βωμούς, τους μικρούς ναούς που ήταν αφιερωμένοι στους θεούς του δρόμου, τα τεϊοποτεία της παλιάς εποχής. Τότε που το ταξίδι ήταν πράξη περισυλλογής και ο δρόμος τόπος συνάντησης ανθρώπων και ιστοριών.
Τακαγιάμα, το «Μικρό Κιότο»
Αφήνοντας πίσω την κοιλάδα Κίσο κατευθυνόμαστε βορειοδυτικά. Επόμενος σταθμός μας η Τακαγιάμα. Μια γραφική πόλη στο νομό Γκίφου στις βόρειες Άλπεις με πλούσια φεουδαρχική ιστορία και ισχυρή τοπική ταυτότητα. Στη γεωγραφική της θέση οφείλει και την ονομασία της που σημαίνει «ψηλό βουνό». Και πράγματι η Τακαγιάμα είναι μια πόλη φωλιασμένη ανάμεσα σε ψηλά βουνά, οροσειρές και ποτάμια. Απομονωμένη επί αιώνες, μακριά από τα αστικά κέντρα, κατάφερε να διατηρήσει αναλλοίωτο το ύφος και τον αυθεντικό χαρακτήρα της γι’ αυτό αποκαλείται συχνά και «Μικρό Κιότο».
Οι παλιοί δρόμοι της Sanmachi Suji, της ιστορικής συνοικίας της Τακαγιάμα είναι γεμάτοι με αυθεντικά κτίρια του 18ου αιώνα. Η γοητεία της περιόδου Έντο είναι αποτυπωμένη σε κάθε δοκό των σπιτιών, στα καφασωτά παράθυρα, στην ιδιαίτερη αρχιτεκτονική. Κάποτε ήταν σπίτια πλουσίων εμπόρων, σήμερα φιλοξενούν εστιατόρια, καφετέριες, καταστήματα με λακαρισμένα ξύλινα είδη και έπιπλα, σουβενίρ και τοπικές σπεσιαλιτέ, κάποια έχουν μετατραπεί σε ζυθοποιία σάκε, το εθνικό ποτό της Ιαπωνίας και μερικά είναι μουσεία. Τα ζυθοποιία είναι διακριτά από μια σκούρα μπάλα κέδρου που κρέμεται στη μαρκίζα τους.
Το Sake είναι ιαπωνικό ποτό από ζύμωση ρυζιού, διαφανές, με περίπου 15-16 βαθμούς αλκοόλης. Η γεύση του μπορεί να είναι πιο απαλή ή ελαφρώς γλυκιά, ανάλογα με τον τύπο. Παράγεται από αποφλοιωμένο ρύζι, το οποίο μπαίνει στον ατμό, όπου προστίθεται ο μύκητας Aspergillus oryzae, που μετατρέπει το άμυλο του ρυζιού σε σάκχαρα, σε μια διαδικασία που διαρκεί 3-4 εβδομάδες. Στη συνέχεια το Sake φιλτράρεται, συχνά παστεριώνεται και εμφιαλώνεται.
Στην κεντρική λεωφόρο της Sanmachi επισκεπτόμαστε το Kusakabe Mingei-kan, ένα παλαιό σπίτι εύπορης εμπορικής οικογένειας της περιοχής, που σήμερα λειτουργεί ως μουσείο. Πρόκειται για ένα ψηλό παραδοσιακό κτίσμα με βαριές ξύλινες δοκούς, ανοιχτή εστία και ευρύχωρους εσωτερικούς χώρους στρωμένους με τατάμι. Τα συρόμενα παραβάν, οι αίθουσες υποδοχής και τελετής τσαγιού, ο βουδιστικός βωμός και ο εσωτερικός κήπος με την αυλή αποτυπώνουν τη λεπτότητα και την αισθητική της εποχής.
Σε απόσταση λίγων λεπτών από την ιστορική συνοικία στην αντίπερα όχθη του ποταμού Μιγιαγκάβα που διατρέχει την πόλη, βρίσκεται το παλιό διοικητήριο, η έδρα και η κατοικία του εκπροσώπου του σογκουνάτου Τοκουγκάβα στην περιοχή. Το Takayama Jinya χρονολογείται από το 1692, ήταν σε χρήση μέχρι το 1868 και αποτελεί το μοναδικό από τα πολλά παρόμοια κέντρα σε όλη τη χώρα, που έχει διασωθεί στην αρχική του μορφή.
Ο μπροστινός τοίχος της κύριας εισόδου είναι διακοσμημένος με χαρτί που έχει ζωγραφισμένο το μοτίβο «μπλε κύμα θάλασσας», σύμβολο της κυριαρχίας του σογκουνάτου. Το κτηριακό συγκρότημα περιλαμβάνει το διοικητήριο, την αίθουσα δεξιώσεων, τα αστικά και ποινικά δικαστήρια, την κατοικία του κυβερνήτη, την κουζίνα και την αποθήκη ρυζιού. Στα δωμάτια με τα λεπτοδουλεμένα ξύλινα πατώματα και τα ξανθά χαλάκια τατάμι, εκτίθενται αντικείμενα εποχής και επίσημα έγγραφα που αφορούν τις τοπικές υποθέσεις.
Το κυβερνείο διαθέτει έναν γαλήνιο κήπο που προσφέρει ισορροπία στο εσωτερικό του κτηρίου. Η Τακαγιάμα κινείται σε ήρεμους ρυθμούς, σε αντίθεση με την περίοδο του παραδοσιακού φεστιβάλ (Ματσούρι), που πραγματοποιείται δύο φορές τον χρόνο, με παρελάσεις και λαμπερά άρματα.
Τέσσερα από αυτά είχαμε την ευκαιρία να δούμε στην «Αίθουσα Έκθεσης Αρμάτων» της πόλης. Τα άρματα σε κόκκινο και χρυσό διακοσμημένα με κεντημένες ταπισερί και περίτεχνα γλυπτά είναι εντυπωσιακά. Παρελαύνουν στα στενά δρομάκια της πόλης, υπό τους ήχους του φλάουτου και των τυμπάνων, συνοδευόμενα από ομάδες κατοίκων με παραδοσιακές στολές και χάρτινα φωτεινά φανάρια. Ορισμένα από τα άρματα διαθέτουν και μηχανικές μαριονέτες.
Το φεστιβάλ πραγματοποιείται τον Απρίλιο και τον Οκτώβριο και προσελκύει χιλιάδες επισκέπτες από όλη την χώρα. Το ιερό Σακουραγιάμα Χατσιμάγκου αποτελεί το σημείο εκκίνησης του φθινοπωρινού φεστιβάλ, το οποίο είναι αφιερωμένο στη θεότητα του ιερού Χάτσιμαν που χαρίζει ευλογία, επιτυχία στις επιχειρήσεις και προστασία από την κακή τύχη. Το ιερό βρίσκεται στις πλαγιές ενός λόφου βορειοανατολικά της πόλης και χρονολογείται από τον 4ο αιώνα. Μια σειρά από φαρδιά πέτρινα σκαλοπάτια οδηγούν στην είσοδο της κεντρικής αίθουσας του ιερού, το οποίο αγκαλιάζεται από σφενδάμια και πανύψηλους κέδρους, προσδίδοντας στον χώρο μια γαλήνια ατμόσφαιρα.
Το επόμενο πρωινό κατευθυνόμαστε ακόμη βορειότερα. Επόμενος σταθμός η Καναζάουα, σημαντική πόλη και λιμάνι στην Ιαπωνική θάλασσα. Ο δρόμος στριφογυριστός τρέχει κι αγναντεύει τις κορυφές των Άλπεων. Σε μια στροφή μας περνά μέσα από ένα μεγάλο τούνελ κι όταν βγαίνουμε πάλι στο φως εμπρός μας ξετυλίγεται ένας μικρός ορεινός οικισμός που θαρρείς πως ξεπήδησε από παραμύθι. Σιρακάβα-γκο, το πανέμορφο χωριό των Ιαπωνικών Άλπεων.
Το Σιρακάβα -γκο με τα σπίτια Γκάσο
Στέκομαι στην αρχή της στενής κρεμαστής γέφυρας που οδηγεί στην είσοδο του οικισμού. Φέρει την ονομασία «Γέφυρα συναντήσεων» και διασχίζει τον ποταμό Σιόγκου που διατρέχει την ομώνυμη κοιλάδα. Ένα ελαφρύ ψιλόβροχο διατρέχει το τοπίο, τόσο λεπτό που σβήνει κάτω από την σιωπή και τις χρωματικές αντανακλάσεις των πανέμορφων αγροτόσπιτων του οικισμού. Ενός τόπου μαγικού που σκύβει ευλαβικά κάτω από τις κορυφές και τις φωτοσκιάσεις των Ιαπωνικών Άλπεων. Ο οικισμός βρίσκεται στην ορεινή επαρχία Γκίφου και αριθμεί περίπου 1600 κατοίκους. Είναι ίσως το μοναδικό σημείο της χώρας, όπου διασώζεται στο ακέραιο η παραδοσιακή αγροτική αρχιτεκτονική.
Τα ξύλινα αγροτόσπιτα του Σιρακάβα -γκο με τις κεκλιμένες αχυρένιες σκεπές, πραγματικά έργα τέχνης και αρχιτεκτονικής ξεπερνούν τα 250 και 300 χρόνια ζωής. Γνωστά και ως Γκάσο -ζουκούρι ( gassho-zukuri) καθώς οι σκεπές τους έχουν σχήμα Γκάσο (χέρια που προσεύχονται) σχεδιάστηκαν για να αντέχουν το βαρύ χειμερινό χιόνι και να διώχνουν γρήγορα το νερό της βροχής ώστε να μην σαπίζουν τα άχυρα. Οι αχυροσκεπές έχουν κλίση 60ο, φθάνουν σε πλάτος έως και ένα μέτρο και στηρίζονται σε περίτεχνη στοίχιση από ξύλινα δοκάρια και σκοινιά, χωρίς τη χρήση ούτε ενός καρφιού. Στο κάτω μέρος του σπιτιού το δέσιμο γίνεται με ξυλόκαρφα. Τα σπίτια Γκάσο είναι τριώροφα και στο ισόγειο παλαιότερα στέγαζαν πολυμελείς οικογένειες, όπου όλοι ασχολούνταν με την σηροτροφία. Οι επάνω όροφοι στέγαζαν τους μεταξοσκώληκες με διαφορετικές συνθήκες φωτός, θερμοκρασίας και αέρα σε κάθε επίπεδο. Τα σπίτια δεν έχουν αετώματα στην κόψη της στέγης, ενώ τα παράθυρα και στις δύο άκρες τους είναι ανοιχτά για να περνά ο αέρας.
Πέρα από την αισθητική, το Σιρακάβα -γκο είναι μια ζωντανή κοινότητα, και οι κάτοικοι εξακολουθούν να συντηρούν τις στέγες τους συλλογικά, καθώς οι εργασίες είναι επίπονες και πολυδάπανες. Πάντως, το 80% του κόστους καλύπτεται από το κράτος, καθώς ο οικισμός είναι εγγεγραμμένος από το 1995 στον Κατάλογο Μνημείων Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO, ως μέρος των “Historic Villages of Shirakawa-go and Gokayama”. Μια βόλτα στα δρομάκια του οικισμού, στα σπίτια, τα ιερά και τα ρυζοχώραφα, δίνει την ευκαιρία στον επισκέπτη να απολαύσει την ομορφιά, την ηρεμία και τη γαλήνη και να βιώσει την καθημερινότητα των κατοίκων της περιοχής. Σήμερα, τα Γκάσο φιλοξενούν μουσεία, παραδοσιακά τσαγερί, εστιατόρια, καταστήματα με σουβενίρ και τοπικές λιχουδιές, καθώς και μικρά πανδοχεία.
Εντυπωσιακή είναι επίσης η θέα από το παρατηρητήριο Tenshukaku Observatory στο Shiroyama, του οικισμού μια εικόνα που παραπέμπει στην παλιά ιαπωνική αγροτική ζωή, στην στενή σχέση της κοινότητας με την γη και την εποχή. Το φως έχει αρχίσει να πέφτει όταν αφήνουμε πίσω μας τον κουκλίστικο τόπο. Το Ουνκάι, το πυκνό σύννεφο ομίχλης, ανακτά πλήρως την επικράτειά του πάνω στα βουνά. Μέχρι να γυρίσω το βλέμμα μου δεν φαίνεται τίποτα πια έξω από το παράθυρο. Ο δρόμος μας οδηγεί στην Καναζάουα.
Καναζάουα, το φέουδο των Μαέντα
Πόλη ισχυρή και σημαντικό πολιτιστικό κέντρο η Καναζάουα, βρίσκεται στις βόρειες ακτές του Χονσού, ανάμεσα στην Ιαπωνική θάλασσα και στα ορεινά της περιοχής Χοκουρίκου. Πρωτεύουσα της επαρχίας Ισικάουα κατάφερε να διατηρήσει ακέραιη την αρχιτεκτονική της κληρονομιά, τον πολιτισμό, την λαϊκή τέχνη και την φεουδαρχική παράδοση. Σήμερα, η πόλη αριθμεί περίπου 460.000 κατοίκους κι είναι ένα από τα σημαντικά λιμάνια στο ιαπωνικό αρχιπέλαγος. Προστατευμένη από τις εξωτερικές επιρροές χάρη στην προνομιακή της θέση η Καναζάουα πέρασε το 1583 στην σκληρή κυριαρχία των αρχόντων Μαέντα. Σε μια εποχή, κατά την οποία μεγάλο μέρος της Ιαπωνίας πλήττονταν από την αστάθεια, η περιοχή που έως τότε ονομαζόταν Κάγκα, έζησε τρεις ειρηνικούς αιώνες, διέθετε άφθονη παραγωγή ρυζιού και υπήρξε το πλουσιότερο φέουδο της χώρας. Η πόλη φημίζεται για την παραδοσιακή λαϊκή τέχνη της, το μετάξι, τα κεραμικά και τα σμάλτα της, τις σχολές ζωγραφικής και την άνθηση του περίφημου θεάτρου Νο. Αποτελεί επίσης σημείο αναφοράς για τα φύλλα χρυσού, καθώς για την παραγωγή τους χρησιμοποιείται μία τεχνική ηλικίας 430 ετών.
Ο ιαπωνικός κήπος
Ο κήπος Κενρόκουεν είναι το πιο όμορφο και πιο ορατό κατάλοιπο της σχεδόν 300 ετών κυριαρχίας της ισχυρής φεουδαρχικής οικογένειας Μαέντα στην περιοχή. Η Καναζάουα υπήρξε έδρα του φέουδου Κάγκα υπό τον οίκο Μαέντα, το οποίο θεωρούνταν το πλουσιότερο φέουδο της Ιαπωνίας μετά το ίδιο το σογκουνάτο των Τοκουγκάβα με έδρα το Έντο. Ο κήπος κάλυπτε μέρος από τις αυλές του διοικητηρίου που ήταν στο κέντρο του κάστρου της Καναζάουα. Περπατήσαμε πολύ ώρα μέσα στον κήπο. Με συνεπήρε η ομορφιά η εκλεπτυσμένη γεωμετρία του, τα χρώματα, το πράσινο, το ξεθωριασμένο κίτρινο, το ροζ, το κόκκινο των τριγωνικών φύλλων του ιαπωνικού σφενδάμου. Οι μικρές γέφυρες όπου μπορούσες να σταθείς, ή να διασχίσεις, οι πράσινες λιμνούλες και οι θέσεις των φαναριών. Τα χαρακτηριστικό πέτρινο φανάρι Κοτοτζίτορο με τα δύο πόδια, που αποτελεί το σήμα κατατεθέν του κήπου. Ο κήπος διαθέτει επίσης τεϊοποτεία, όπου ο επισκέπτης μπορεί να σταθεί, να συνομιλήσει με την φύση, απολαμβάνοντας το πράσινο τσάι του.
Ο κήπος περιλαμβάνεται στους τρεις ωραιότερους της χώρας, το όνομά του σημαίνει «Κήπος των Έξι Υπεροχών» καθώς συνδυάζει τα έξι βασικά χαρακτηριστικά του τέλειου ιαπωνικού κήπου: ευρυχωρία, απομόνωση, τεχνητότητα, αρχαιότητα, αφθονία νερού και ευρεία θέα. Ωστόσο, η μοναδικότητα του ιαπωνικού κήπου βρίσκεται στη σχέση του ανθρώπου με την φύση. Μια σχέση που βασίζεται στην αρμονία, η ανθρώπινη παρέμβαση δεν διαταράσσει αλλά διατηρεί ζωντανή την φύση και ταυτόχρονα ιερή ώστε να αναπτυχθούν γιγάντια δέντρα τα οποία θα μεταμορφωθούν σε θεϊκά πνεύματα λατρείας τα λεγόμενα Κάμι. Πολλά από τα χιλιάδες δέντρα το χειμώνα προστατεύονται από τα γιουκιτσούρι (σχοινιά τοποθετημένα σε κωνικά σχήματα) για να αντέξουν το βάρος του χιονιού.
Η διώροφη έπαυλη Σεϊσονκάκου δίπλα στον κήπο, χτίστηκε το 1863 από τον 13ο άρχοντα Μαέντα Ναριγιάσου για την μητέρα του. Βόρεια του κήπου το κάστρο της Καναζάουα, ένα από τα μεγαλύτερα της φεουδαρχικής Ιαπωνίας, κάηκε σχεδόν ολοσχερώς το 1881. Σώθηκαν μόνο το οπλοστάσιο και η πίσω πύλη. Τα περισσότερα από τα σημερινά κτίρια είναι ανακατασκευές που πραγματοποιήθηκαν με βάση παραδοσιακές τεχνικές. Οι αναπαλαιωμένες πύλες και οι πυργίσκοι προσφέρουν μια εικόνα για το παλιό μεγαλείο του κάστρου. Το κάστρο είναι χτισμένο στο υψηλότερο σημείο μεταξύ των ποταμών Sai και Asano. Περιβάλλεται από ένα σύστημα τάφρων και καναλιών για επιπλέον προστασία.
Η συνοικία Σαμουράι
Σε αντίθεση με πολλές άλλες πόλεις, η Καναζάουα διέφυγε των βομβαρδισμών του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, γεγονός που επέτρεψε την διατήρηση μεγάλου τμήματος της παλιάς πόλης. Συνοικίες όπως η Ναγκαμάτσι, η παλιά γειτονιά των Σαμουράι, διατηρούν το ύφος και την ατμόσφαιρα της περιόδου Έντο. Στην καρδιά της συνοικίας βρίσκεται το σπίτι της οικογένειας Νομούρα. Μια υποδειγματικά αναστηλωμένη οικία που ανήκε σε οικογένεια Σαμουράι υποτελή των Μαέντα. Το σπίτι διαθέτει εκπληκτική αρχιτεκτονική, περίτεχνες ζωγραφισμένες πόρτες και δάπεδα στρωμένα με χαλάκια τατάμι, σε μια θαυμαστή αρμονία υφών, χρωμάτων και υλικών. Στους δύο ορόφους του εκτίθενται αντικείμενα εποχής από την περίοδο Έντο, καθώς και προσωπικά αντικείμενα της οικογένειας. Διαθέτει επίσης αίθουσα τελετών τσαγιού και έναν μικρό εκλεπτυσμένο κήπο στην αυλή με ήρεμα ρυάκια, λιμνούλες με κυπρίνους, πέτρινα φανάρια, κωνοφόρα δέντρα και θάμνους. Φυσικά βγάλαμε τα παπούτσια μας πριν από την είσοδο.
Από τα στενά της Ναγκαμάτσι ο δρόμος οδηγεί στην παλιά συνοικία των Chaya, τα «σπίτια του τσαγιού», όπου ευγενείς και έμποροι διασκέδαζαν συνοδεία γκεϊσών. Η Χιγκάσι Τσάγια -γκάι είναι η πιο καλοδιατηρημένη από αυτές. Ένας δρόμος με δίπατα ξύλινα σπίτια, παράθυρα με ξύλινα ανάγλυφα που κρύβουν κομψά εστιατόρια και γκαλερί. Κάποια από αυτά παραμένουν όπως ήταν τον 19ο αιώνα με τους ξενώνες στους πάνω ορόφους και τις μικρές σκηνές, όπου οι γκέισες χόρευαν και τραγουδούσαν. Η περιοχή την νύχτα φωτίζεται με απαλό φως και αποπνέει μια ήσυχη και διακριτική ατμόσφαιρα.
Η καθημερινή ζωή της πόλης συγκεντρώνεται γύρω από την σκεπαστή αγορά Ομίτσο. Γνωστή και ως «κουζίνα της Καναζάουα» λειτουργεί από τον 17ο αιώνα, φημίζεται για το φρέσκο σούσι της και αποτελεί παράδεισο για τους λάτρεις του καλού φαγητού. Διαθέτει μια απίστευτη ποικιλία από φρέσκα θαλασσινά και ψάρια, πάγκους με street food που ψήνονται επί τόπου, τοπικά λαχανικά και φρούτα. Η ζωντανή ατμόσφαιρα, η καθαριότητα και η ευγένεια των πωλητών την καθιστούν ιδανικό μέρος για να γνωρίσει ο επισκέπτης την τοπική γαστρονομία.
Διαβάστε ακόμα:
Ταξίδι στην Ιαπωνία -Ένα οδοιπορικό στη χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου
Ιαπωνία: Η Γκέισα της Άπω Ανατολής -Παράδοση, τέχνη και μυστήριο





