Ο δρόμος τελειώνει εδώ. Ή, μάλλον, εδώ αρχίζει ένας άλλος δρόμος. Σκληρός και τραχύς. Ένας δρόμος που δεν συγχωρεί λάθη. Φύγαμε από το Χαλίκι, ένα χωριό στα βόρεια του Ασπροποτάμου, χτισμένο στα 1.150 μέτρα, όπου τον χειμώνα ο Χρήστος Ζαχαρής κρατά καθημερινά ανοιχτό το καφενείο. Από εκεί ξεκινήσαμε. Θέλαμε να ανεβούμε πριν χειμωνιάσει, πριν το βουνό κλείσει. Και ανεβήκαμε.
Ο χωματόδρομος από το Χαλίκι προς τη Βερλίγκα είναι πετρώδης, με έντονες κλίσεις και πέτρες που ξεπροβάλλουν από το έδαφος. Οι στροφές σε αναγκάζουν να σκεφτείς δύο φορές πριν στρίψεις. Χωρίς δυνατό τετρακίνητο όχημα με υψηλή απόσταση από το έδαφος δεν ανεβαίνεις. Χωρίς εμπειρία στην ορεινή οδήγηση, καλύτερα να γυρίσεις πίσω.
Όσο ανεβαίνεις, το τοπίο αλλάζει με τρόπο που δύσκολα περιγράφεται. Στα χαμηλά, βελανιδιές και πλατάνια δίπλα στα ρέματα. Σύντομα δίνουν τη θέση τους στα έλατα, πυκνά και σκοτεινά, με τον αέρα να μυρίζει ρετσίνι και υγρή γη. Πάνω από τα 1.700 μέτρα τελειώνει και το τελευταίο δέντρο. Το βουνό απογυμνώνεται. Εμφανίζονται τα αλπικά λιβάδια και ο ουρανός ανοίγει ξαφνικά.
Στο δρόμο, διάσπαρτες μάντρες. Λίθινες κατασκευές, στάνες, χτισμένες με ξερολιθιά που εναρμονίζεται με τον βράχο. Το καλοκαίρι φέρνουν εδώ τα κοπάδια από τα πεδινά της Θεσσαλίας. Τον Ιούνιο ξυπνούν, τον Οκτώβριο φεύγουν. Τώρα, χωρίς κοπάδια και ανθρώπους. Και κάποια σημάδια από τη ζωή που υπήρχε πριν λίγες εβδομάδες. Σε ένα σημείο, μια πινακίδα στη μέση του δρόμου: «Οδός Τσουκαρέλα Δρακόλιμνη». Το όνομα Τσουκαρέλα, βλάχικης καταγωγής, σημαίνει αιχμηρή κορυφή. Και η κορυφή είναι εκεί, στα 2.295 μέτρα. Εκεί κοντά πάμε.
Το οροπέδιο της Βερλίγκας αποκαλύπτεται στα 2.050 μέτρα. Η λέξη «Βερλίγκα» προέρχεται από το βλάχικο «Βρίγγα», που σημαίνει κύκλος, μαίανδρος. Και αυτό ακριβώς βλέπεις: περίπου δέκα μαίανδροι να ελίσσονται στο καταπράσινο οροπέδιο, σαν φίδι που κοιμάται. Στα νερά αυτά γεννήθηκε και ο μύθος.
Οι ντόπιοι λένε ότι ένας δράκος βγήκε από τον βράχο, έρποντας στο λιβάδι, και χάραξε τους ελιγμούς με το σώμα του, πριν χαθεί σε μια τρύπα στη γη. Στο ίδιο σημείο όπου το νερό βυθίζεται ακόμη σε καταβόθρα, για να εμφανιστεί χαμηλότερα και να συνεχίσει την πορεία του προς το Ιόνιο.
Εδώ αρχίζει να συγκροτείται ο Αχελώος, από ένα πλέγμα πηγών που τροφοδοτούνται από το λιώσιμο των χιονιών. Στέκεσαι στην αρχή ενός ποταμού που θα διανύσει εκατοντάδες χιλιόμετρα.
Αυτό που μένει πιο έντονα είναι η θέα. Από την Τσουκαρέλα, αν τολμήσεις και την ανάβαση, ακόμη καλύτερα, ο ορίζοντας ανοίγει σε διαδοχικές κορυφογραμμές που μοιάζουν ατελείωτες. Πρώτα το οροπέδιο της Βερλίγκας ακριβώς κάτω σου. Πιο πίσω ο Μέγας Τράπος. Ακόμη πιο βαθιά τα Τζουμέρκα και η Κακαρδίτσα να ορθώνονται σαν πέτρινα τείχη. Και στον ορίζοντα, η Τύμφη, ο Σμόλικας, ο Γράμμος, αχνές γαλάζιες σιλουέτες που θυμίζουν περισσότερο ίχνη βουνών παρά όγκους. Η ατμοσφαιρική προοπτική δίνει στα πιο μακρινά ένα μπλε που δεν συναντάς σε παλέτα. Μετράς και χάνεις το μέτρημα.
Κατεβήκαμε αργά, πριν σκοτεινιάσει. Η κατάβαση είναι, ψυχολογικά τουλάχιστον, πιο απαιτητική, καθώς βλέπεις πού πας. Πίσω μας, το βουνό ετοιμαζόταν για τον χειμώνα. Μπήκαμε στο καφενείο του Χρήστου. «Σας είχα στον νου μου», μας είπε.
Διαβάστε ακόμα:
Βερλίγκα: Το μυστηριώδες υδάτινο θαύμα της Πίνδου
Στη Βερλίγκα: Μια νύχτα που σε επαναπροσδιορίζει
Βερλίγκα: Μία εποχική «λίμνη» της Ελλάδας





