Είναι γνωστή ως το «μυροβόλο νησί», ένας τόπος προικισμένος από τη φύση με σπάνια δώρα: από το πολύτιμο μαστίχι που καλλιεργείται εδώ και 18 αιώνες έως τα «χρυσά» εσπεριδοειδή του Κάμπου, κι από τα πάνω από 90 είδη ορχιδεών που έχουν καταμετρηθεί έως τις κατακόκκινες άγριες τουλίπες, τους λεγόμενους «λαλάδες», που στολίζουν αυτή την εποχή ολόκληρα λιβάδια. Το θαυμαστό αυτό τοπίο με τις εντυπωσιακές εναλλαγές βορρά-νότου περιβάλλεται από περίπου 90 παραλίες, βοτσαλωτές ή αμμώδεις, αλλά πανέμορφες και πεντακάθαρες, ενώ στην ενδοχώρα γραφικά χωριά παρασύρουν τους επισκέπτες σε ένα ταξίδι στον χρόνο και στους ατόφιους μεσαιωνικούς οικισμούς που άνθιζαν από το εμπόριο της μαστίχας.
Το τόσο πλούσιο αφήγημα του πέμπτου μεγαλύτερου νησιού μας, συμπληρώνει η Χώρα με την πλούσια πολιτιστική κληρονομιά, η ξακουστή σε όλο τον κόσμο ναυτική παράδοση, αλλά κι ένα στοιχείο σχετικά άγνωστο: τα διάσπαρτα σε όλο το νησί θρησκευτικά μνημεία -δεκάδες εκκλησίες και μοναστήρια, που εκτός από ενεργούς τόπους πίστης, αποτελούν μάρτυρες και αφηγητές σημαντικών στιγμών της πολυκύμαντης ιστορίας της Χίου. Μεταξύ αυτών, η Νέα Μονή κατέχει εξέχουσα θέση, τόσο λόγω της σχεδόν 1.000 ετών ύπαρξής της, όσο και για την υψηλή καλλιτεχνική αξία των ψηφιδωτών. Καθώς ανάγονται στην εποχή του Μεσαίωνα και αποτελούν κορυφαία έκφραση της ψηφιδωτής τέχνης στην Ελλάδα -εφάμιλλα αυτών της Μονής Δαφνίου Αττικής και της Μονής Οσίου Λουκά Βοιωτίας-, από το 1990 η UNESCO έχει περιλάβει τη Νέα Μονή στα Μνημεία Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς.
Παναγία η Νεαμονήτισσα και το θαύμα που οδήγησε στο χτίσιμο του ναού με αυτοκρατορική διαταγή
Αν η παραπάνω αναγνώριση και ο θαυμαστός διάκοσμος εξηγούν την περηφάνεια με την οποία μιλούν οι Χιώτες για τη Νέα Μονή, η συγκίνηση και ο σεβασμός που θα διακρίνετε στα λόγια τους, οφείλονται στη θαυματουργή εικόνα που έδωσε το έναυσμα για την ανέγερση του μοναστικού συγκροτήματος. Η ιστορία της Νέας Μονής είναι συνυφασμένη με τον βίο τριών ασκητών του νησιού, αλλά και με τον βυζαντινό αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Θ΄ Μονομάχο. Σύμφωνα με την παράδοση, οι τρεις αυτοί Χιώτες -Νικήτας, Ιωσήφ και Ιωάννης- κατά τη μοναχική ζωή τους στις δασωμένες πλαγιές του Προβάτειου Όρους, αντίκρυζαν συχνά τις νύχτες μια παράξενη λάμψη. Βάζοντας φωτιά για να αποψιλώσουν την περιοχή και να δουν καλύτερα το μυστηριώδες φαινόμενο, διαπίστωσαν ότι ενώ ξαφνικά η φωτιά έσβησε μόνη της, μια μόνο μυρτιά έμεινε ανέπαφη, ενώ πάνω της έστεκε ανέγγιχτη μια εικόνα της Παναγίας. Η θαυματουργή εικόνα που σώζεται ως τις μέρες μας προσελκύοντας για προσκύνημα χιλιάδες πιστούς, αποτελεί μια εξαιρετικά σπάνια απεικόνιση της Θεοτόκου Βρεφοκρατούσας, χωρίς όμως το Θείο Βρέφος στην αγκαλιά της. Κι ενώ το ένα της χέρι έχει ακριβώς τη στάση σαν να κρατά ένα μωρό, το άλλο υποδεικνύει έναν θάμνο – σαν το σημείο που αποκαλύφθηκε στους τρεις ασκητές. Λέγεται μάλιστα, ότι ενώ η εικόνα μεταφέρθηκε από τους τρεις μοναχούς στη σπηλιά τους, κάθε πρωί την έβρισκαν πάλι στην ίδια μυρτιά.
Όταν κάποια στιγμή η Παναγία αποκάλυψε σε όραμα στους τρεις ασκητές ότι θέλημά της ήταν ο Κωνσταντίνος ο Μονομάχος -τότε εξόριστος στη Λέσβο- να ανέβει στον αυτοκρατορικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης, εκείνοι μετέβησαν στο κοντινό νησί για να του φανερώσουν τα μελλούμενα. Το μόνο που του ζήτησαν ήταν η ανέγερση ενός ναού που θα στέγαζε την εικόνα στο σημείο που βρέθηκε, υπόσχεση που ο Κωνσταντίνος τήρησε όταν έγινε αυτοκράτορας μετά τον γάμο του με τη Ζωή την Πορφυρογέννητη το 1042. Ο αυτοκράτορας όχι μόνο φρόντισε για την ανέγερση ενός μεγαλοπρεπούς ναού καλύπτοντας τις δαπάνες, αλλά με διατάγματα ανέθεσε το σχέδιο και τον διάκοσμο στους επιφανέστερους τεχνίτες της εποχής. Ο ναός εγκαινιάστηκε το 1049 -παρότι οι εργασίες συνεχίστηκαν και μετά το θάνατο του αυτοκράτορα το 1055-, παίρνοντας το όνομα Νέα Μονή: νέα και μόνη η Παναγία στη θαυματουργή εικόνα, «νεαμονήτισσα» όπως θα σας πουν οι ντόπιοι, δίνει το όνομά της στον οκταγωνικού τύπου ναό, που έμελλε ν΄ αποκτήσει παγκόσμια αίγλη.
Αξίζει δε να σημειωθεί, ότι ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Θ΄ προίκισε τη Νέα Μονή με κτήματα και ειδικές προσόδους, ευνοώντας την παράλληλα με φοροαπαλλαγές και παραχωρώντας σημαντικά δικαιώματα, που επικυρώνονταν με τουλάχιστον δέκα χρυσόβουλα. Ως αποτέλεσμα, το μοναστικό συγκρότημα εξελίχθηκε σε ένα από τα πλουσιότερα και πλέον ξακουστά μοναστήρια του Αιγαίου, φτάνοντας να απαριθμεί κατά την περίοδο της ακμής του στη μεταβυζαντινή περίοδο, περίπου 1.000 μοναχούς.
Τα εκθαμβωτικά ψηφιδωτά, το ενδιαφέρον των περιηγητών του 18ου – 19ου αιώνα και οι μεγάλες καταστροφές
Το περιτειχισμένο κατά τα βυζαντινά πρότυπα μοναστήρι, αποτελούνταν από μια σειρά κτισμάτων που περιέβαλαν το Καθολικό, την κύρια εκκλησία της μονής. Ανάμεσα στις πτέρυγες των μοναστικών κελιών, στην Τράπεζα όπου γευμάτιζαν από κοινού οι μοναχοί, στη μαρμάρινη κινστέρνα για τη συλλογή του βρόχινου νερού, στο Συνοδικό, στα δύο παρεκκλήσια και στον αμυντικό πύργο των τειχών που προστάτευε τη μονή, δέσποζε όπως και σήμερα το Καθολικό με το τετράγωνο σχέδιο που φέρει ως επιστέγασμα τρούλο οκτώ πλευρών. Το αρχιτεκτονικό σχέδιο της Μονής υπήρξε πρότυπο για μεταγενέστερες εκκλησίες, αλλά ήταν ο εκπληκτικός της διάκοσμος που την έχει αναδείξει σε κορυφαίο μνημείο.
Τα μωσαϊκά της φιλοτεχνήθηκαν από κορυφαίους ψηφιδογράφους, ίδιας σχολής με της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη, λάμποντας σαν χρυσάφι καθώς το φως εισέβαλε από τα παράθυρα του Καθολικού. Ωστόσο, η προσέγγιση στην απόδοση των μορφών θεωρείται νεωτεριστική για την εποχή και οι μικρές, πολυεδρικές λίθινες ή και γυάλινες ψηφίδες αποδίδουν με ιδιαίτερη λεπτομέρεια και πνευματικότητα, πρόσωπα και σκηνές από τη ζωή του Ιησού: οι Ευαγγελιστές Ιωάννης και Μάρκος, η Πλατυτέρα, άγιοι και άγγελοι, καθώς και η Βάπτιση, η Σταύρωση, η Ανάσταση, η Μεταμόρφωση του Σωτήρος και η Αποκαθήλωση. Καθώς ο τρούλος κατέπεσε πλήρως στον καταστροφικό σεισμό του 1881, δεν υπάρχει καμία ένδειξη για την ψηφιδωτή παράσταση που τον στόλιζε.
Την ίδια τύχη είχαν και οι 32 συνολικά μαρμάρινες κολώνες, όπως και το μαρμάρινο τέμπλο που χώριζε τον κυρίως ναό από το Άγιο Βήμα, ενώ κάποιες από τις τοιχογραφίες εκτίθενται σήμερα στο Βυζαντινό Μουσείο, στη Χώρα της Χίου. Απαράμιλλης τέχνης ήταν και το δάπεδο, διακοσμημένο με την τεχνική των Κοσμάτι, που σπάνια απαντάται στη χώρα μας, με ψηφίδες πολύχρωμων μαρμάρων -κυρίως σε πορφυρές, λευκές και μαύρες αποχρώσεις- να σχηματίζουν περίπλοκα, συμμετρικά γεωμετρικά μοτίβα γύρω από πέντε ένθετους στο δάπεδο, μαρμάρινους δίσκους – αριθμός που συμβολίζει το θαύμα των πέντε πολλαπλασιασθέντων άρτων.
Και βέβαια εξέχουσα θέση κατείχε πάντα η εικόνα που είχε βρεθεί από τους τρεις ασκητές, η οποία ως εκ θαύματος σώθηκε και κατά τη σφαγή της Χίου από οθωμανικά στρατεύματα το 1822, όσο και από τον δυνατό σεισμό. Πριν τις δύο αυτές μεγάλες καταστροφές, το σπουδαίο μοναστικό συγκρότημα είχε εντυπωσιάσει όσους Ευρωπαίους περιηγητές περιέλαβαν τη Χίο στα μεγάλα ταξίδια τους ήδη από τον 16ο αιώνα, καταγράφοντας τόσο το θαυμασμό που ένιωσαν, όσο και σημαντικές πληροφορίες για τη λειτουργία της μονής.
Η σημερινή επίσκεψη
Παρότι η όψη της Νέας Μονής υπέστη αλλοιώσεις κατά την ανοικοδόμηση των μερών που είχαν καταστραφεί ολοσχερώς -όπως ο τρούλος ή το καμπαναριό- ενώ κάποια άλλα είναι πλέον ερειπωμένα, παραμένει ένας υποβλητικός θρησκευτικός χώρος που αποπνέει μυστικιστική γαλήνη και προκαλεί θαυμασμό και συγκίνηση. Θα το νιώσετε από τη στιγμή που περνάτε την κεντρική πύλη, καθώς ξεπροβάλλει το καμπαναριό και η πολύπαθη εκκλησία, τριγυρισμένα από θεόρατα κυπαρίσσια και δάφνες που μοσχοβολούν. Η συναισθηματική φόρτιση έρχεται ήδη από το παρακείμενο στην είσοδο παρεκκλήσι του Τιμίου Σταυρού, όπου αποτυπώνεται με το πιο δραματικό τρόπο η ανελέητη σφαγή του πληθυσμού του νησιού το 1822. Όπως συνέβη και με άλλα μοναστήρια, στη Νέα Μονή κατέφυγαν περίπου 3.500 άτομα -κυρίως γυναικόπαιδα-, που τα περισσότερα κατασφαγιάστηκαν μαζί με τους μοναχούς, ανήμερα Πάσχα το 1822. Σ’ ένα οστεοφυλάκιο με γυάλινες προθήκες στο παρεκκλήσι, ο επισκέπτης μπορεί να δει μερικά από τα οστά των αδικοχαμένων θυμάτων – μια εικόνα που πραγματικά εντυπώνεται στη μνήμη.
Τα υπόλοιπα κτίσματα της αυλής μοιάζουν πια χωρίς ζωή, καθώς εδώ μονάζει πλέον μόνο μία καλόγρια. Το καμπαναριό ανοικοδομήθηκε το 1900 αντικαθιστώντας εκείνο του 1512, ενώ στην άλλη πλευρά απ΄όπου η υπέροχη θέα κατηφορίζει από την πλαγιά ως το Αιγαίο, αρχαιολογικές ανασκαφές φέρνουν στο φως ερείπια της ανατολικής πτέρυγας των κελιών των μοναχών. Κι αν από την αρχική Τράπεζα του 11ουαιώνα σώζεται μόνο μια ημικυκλική αψίδα, εντύπωση προκαλεί το αυθεντικό τραπέζι της εποχής εκείνης, που πλησιάζει σε μήκος τα 16 μέτρα και παρουσιάζει παρόμοιο μαρμάρινο διάκοσμο με το δάπεδο του Καθολικού.
Στο οποίο, όπως θα διαπιστώσετε, διατηρούνται σε εξαιρετική κατάσταση τα μωσαϊκά των πέντε δίσκων -αν και καλυμμένα συνήθως με τάπητες. Ωστόσο στο ναό, το βλέμμα δικαιολογημένα καθηλώνεται κοιτάζοντας ψηλά, εκεί όπου ανάμεσα στις μορφές αγίων -θα διακρίνετε εύκολα τον Άγιο Στέφανο και τον ‘Αγιο Ιωακείμ, λάμπουν η Βάπτιση και η Ανάσταση – δύο από τις ψηφιδωτές αναπαραστάσεις που διατηρούνται σε εξαιρετική κατάσταση. Περισσότερο απ΄όλα βέβαια, λάμπει η εικόνα της Παναγίας -ντυμένη πλέον με φύλλο χρυσού-, θυμίζοντας με την κίνησή της το πρώτο εκείνο θαύμα που χάρισε τελικά στη Χίο ένα παγκόσμιας απήχησης θρησκευτικό μνημείο. Αν δεν καταφέρετε να τη δείτε υπό το φως των κεριών, που ως μόνος φωτισμός εντείνουν την κατανυκτική ατμόσφαιρα των ιερών ακολουθιών της Μεγάλης Εβδομάδας, φροντίστε να βρεθείτε στη Νέα Μονή στις 23 Αυγούστου. Όταν η Χίος γιορτάζει πανηγυρικά τα Εννιάμερα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και ολόκληρο το νησί σπεύδει να προσκυνήσει την αγαπημένη του «Νεαμονήτισσα».
Διαβάστε ακόμα:
Xίος: Οι καλύτερες διευθύνσεις για φαγητό

