Μεγάλωσε σε μια πόλη που φημίζεται για το κάλλος του ορεινού τοπίου της, τη σπουδαιότητα των μνημείων της, τα υπολείμματα του πλούσιου αρχαιολογικού της παρελθόντος, την οργιώδη βιοποικιλότητά της, καθώς και την πλούσια πολιτισμική της κληρονομιά. Στη φωτογραφική της τέχνη εξελίσσονται απόκοσμες νυχτερινές ιστορίες στους δρόμους της, που σε εισάγουν σε κόσμους φανταστικούς, όπου αξίζει να αφεθείς εντελώς, γιατί απλά είναι τέχνη και πολλά έχει να πει. Εκεί, η νύχτα δεν είναι μια στιγμή. Τα κλικ της δεν είναι ο τρόπος να «παγώνει» ή να σταματά τον χρόνο, όπως υποστήριξε ο Μπρεσόν. Είναι ένα μέρος, η Λιβαδειά, σε ελεύθερη διασκευή.
Διαθέτει ξεχωριστό χαρακτήρα και δυναμισμό η Denada Bullari. Τη γνώρισα στην πτυχιακή της στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας το 2024. Αμέσως κέντρισε το ενδιαφέρον μου. Την ακολουθώ στο Instagram, είναι ένα κορίτσι με χαρακτήρα. Της αρέσουν οι άνθρωποι περισσότερο από τα πράγματα. Διαλέγει τραγούδια που ακούγονταν κάποτε στα Άσπρα Σπίτια, στο γειτονικό Δίστομο. Φέρνει φρέσκο αέρα στην πόλη, δεν υποκύπτει σε νόρμες, είναι από στόφα καλλιτεχνική.
Απόφοιτη Πανεπιστημιακού Ιδρύματος, ανήκει σε μια γενιά καλλιτεχνών που μόλις αφίχθησαν. Ορισμένοι δημιουργούν ένα νέο είδος performance εντός του ύστερου καπιταλιστικού τοπίου, στο οποίο πρέπει να είσαι εμπορικό σήμα, να παλεύεις με ισχυρές και σαγηνευτικές μορφές δημιουργίας εικόνας. Σε αυτό απαντά, υποστηρίζοντας την performance ως κομμάτι καλλιτεχνικής πρακτικής που αγκαλιάζει τη ρευστότητα και δεν αυτοπροσδιορίζεται ούτε από μέσο ούτε από σκοπό. Φέρνει πολλή ενέργεια σε ιντερνετική κοινωνική εφαρμογή, αλλά αυτό που κυρίως την «καίει» είναι πώς να εφαρμόζει το χρώμα, πιέζοντάς το στο βινύλιο ή αφαιρώντας το, στις δημιουργικές της στιγμές εντός στούντιο.
«Η ζωγραφική είναι εντελώς το αντίθετο, την αγαπώ επειδή δεν χρειάζεται να εξαρτώμαι από άλλους. Μπορώ απλώς να κλείνομαι στο στούντιο και να ζωγραφίζω για ώρες», μου λέει. Μεγάλωσε σε μια εποχή πολύ οπτική, που καθόρισε το τώρα, όπου όλα έχουν να κάνουν με την κοινοποίηση φωτογραφιών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τον οπτικό θόρυβο.
«Οι εικόνες είναι ισχυρές, αλλά συγχρόνως τόσες πολλές και άσχετες», συμφωνούμε από κοινού. Διαβάζει για να ισορροπήσει. Ποιήματα της Σύλβια Πλαθ, ημερολόγια της Αναΐς Νιν, κριτικά γραπτά της Σούζαν Σόνταγκ, Επιστολές σε έναν νέο ποιητή του Ράινερ Μαρία Ρίλκε. Νιώθεις ότι η ζωγραφική της αφορά περισσότερο την απεικόνιση πραγμάτων που δεν μπορεί να φωτογραφίσει. Με το διαδίκτυο και με πολλές περισσότερες εικόνες εκεί έξω, οι άνθρωποι έγιναν πιο ανοιχτοί, καταλαβαίνουν ότι οι αξιόλογοι δημιουργοί δεν φυτρώνουν στα δέντρα και επιδιώκουν να συνεργαστούν με καλλιτέχνες με πρωτοτυπία που δεν έχουν ξαναδεί.
Όταν οι διασημότητες μιλούν για τον εαυτό τους ως «brands», η Denada περπατάει στα βοσκοτόπια, χορεύει ανάμεσα σε κοπάδια προβάτων. Στα story της πολλοί ανταποκρίνονται, ανάμεσα στα views κάποιος της γράφει: “Επιτέλους, ας φτιάξουμε τέχνη!”.
Πώς θα περιέγραφες σήμερα την ποιότητα ζωής σε μια πόλη 130 χιλιόμετρα μακριά από την Αθήνα; την ρωτώ: «Η ποιότητα ζωής σε μια πόλη όπως η Λιβαδειά δεν μοιάζει με εκείνη μιας οποιασδήποτε άλλης πόλης στην Ελλάδα. Είμαστε κοντά στην Αθήνα, μόλις μιάμιση ώρα μακριά, κάτι που έχει τα θετικά και τα αρνητικά του. Από τη μία επωφελούμαστε από την εγγύτητα στην πρωτεύουσα, από την άλλη αυτό δεν αφήνει στην πόλη χώρο να αναπτύξει τη δική της δυναμική και ταυτότητα. Ζώντας εδώ, νιώθω τους ρυθμούς μου να χαμηλώνουν και το άγχος να μειώνεται. Κερδίζω χρόνο και η ζωή είναι πιο διαχειρίσιμη. Είμαι σε επαφή με τη φύση, τα ζώα που αγαπώ, φροντίζω τον εαυτό μου και τους γύρω μου. Ζωγραφίζω, φωτογραφίζω, κάνω βίντεο, γράφω, χορεύω, τρέχω, δεν τραγουδάω, αλλά ακούω πολλές μουσικές».
Ποιες ευκαιρίες θα έλεγες πως σου έδωσε αυτός ο τόπος, σε προσωπικό και επαγγελματικό επίπεδο, που ίσως να μην ήταν αυτονόητες σε ένα μεγάλο αστικό κέντρο; Τη ρωτώ και εκείνη απαντά: «Από τις βασικές ευκαιρίες που μου έδωσε αυτός ο τόπος ήταν η ενασχόλησή μου με την τέχνη. Και εδώ αξίζει να τονιστεί πως ο τόπος είναι, πάνω απ’ όλα, οι άνθρωποί του. Ξεκινώντας να μιλήσω για τα θεμέλια των εικαστικών στην πόλη, δεν μπορώ να μην αναφερθώ στη Χιόνα Μπαδήλα, που 22 χρόνια πριν επέστρεψε για να ιδρύσει την πρώτη σχολή ζωγραφικής στη Λιβαδειά, δίνοντας την ευκαιρία σε πολλά παιδιά να γνωρίσουν την τέχνη και να ονειρευτούν μέσα από αυτή. Ως μέλος της πρώτης φουρνιάς μαθητών, γνώρισα τη ζωγραφική στη Λιβαδειά και στη συνέχεια αποφοίτησα από την Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, βρίσκοντας τον δρόμο μου μέσα από την τέχνη. Στο μεγάλο αστικό κέντρο οι σχέσεις είναι πιο απρόσωπες και ο ανταγωνισμός εντονότερος, κάτι που εδώ δεν υπήρχε στον ίδιο βαθμό. Ένιωθα προστατευμένη, καθώς διδάχτηκα πως η ομάδα έχει μεγαλύτερη αξία από το άτομο».
Την ρωτώ ποιες είναι οι πραγματικές δυσκολίες του να ζεις και να εργάζεσαι εκτός Αθήνας, ειδικά όταν δραστηριοποιείσαι στον χώρο της σύγχρονης τέχνης: «Οι δυσκολίες του να ζεις και να εργάζεσαι εκτός Αθήνας, ιδίως στον χώρο της σύγχρονης τέχνης, σχετίζονται κυρίως με την ορατότητα και την πρόσβαση. Οι ευκαιρίες, οι εκθέσεις και τα δίκτυα συγκεντρώνονται στο κέντρο και συχνά απαιτούν συνεχή μετακίνηση. Ζώντας και δουλεύοντας ως καλλιτέχνης στην επαρχία, έμαθα να βλέπω την απόσταση από την Αθήνα όχι μόνο ως εμπόδιο αλλά και ως επιλογή. Αυτή η απόσταση με έκανε πιο συνειδητή, πιο οργανωμένη και πιο πεισματάρα. Η δουλειά μου δεν γεννιέται από τάσεις, αλλά από πραγματικές εμπειρίες. Η επαρχία δεν αποτελεί περιθώριο, είναι έδαφος ανάπτυξης. Η σύγχρονη τέχνη δεν ανήκει σε μια πόλη. Ανήκει σε όσους επιμένουν να δημιουργούν, όπου κι αν βρίσκονται».
Πώς επηρεάζει η απόσταση από το κέντρο τις επαγγελματικές σου επιλογές, τη δικτύωση και την παρουσία σου στον καλλιτεχνικό χώρο; «Αυτό δεν το ξέρω ακριβώς πώς να το απαντήσω, μιας και είμαι ενεργή, συμμετέχοντας σε αρκετές ομαδικές εκθέσεις τους τελευταίους έξι μήνες, παρακολουθώντας παρουσιάσεις άλλων καλλιτεχνών και μένοντας σε επαφή με τη δική μου γενιά αποφοίτων της σχολής και νεότερων. Ακόμα ξέρω πως οι καθηγητές μου στη σχολή, ο Μάριος Σπηλιόπουλος και ο Πάνος Κοκκινιάς, ανταποκρίνονται όταν χρειάζομαι feedback, αφού οι σχέσεις που χτίσαμε όλα αυτά τα χρόνια είναι ουσιαστικές. H λέξη δικτύωση, στη δική μου γενιά, με την υπερπληροφόρηση και τη συνεχή επαφή μέσω διαδικτύου, δεν ξέρω πόσο ανενεργή ή απομακρυσμένη μπορεί να χαρακτηριστεί. Νομίζω ότι μακριά, σε μια σπηλιά, σήμερα είναι κάποιος που καταφέρνει να κλείσει για λίγο το Wi-Fi του. Αυτό παραμένει ζητούμενο για να είσαι δημιουργικός και σε επαφή με το μέσα σου. Δεν έχει απαραίτητα σχέση με την τοποθεσία που βρίσκεσαι, αλλά με το να μπορείς να συνδέεσαι και να αποσυνδέεσαι με το περιβάλλον σου, να κάνεις βουτιά μέσα σου και να επανέρχεσαι όταν είσαι έτοιμος, κάθε φορά. Όσον αφορά τις επαγγελματικές μου επιλογές, συνεργάζομαι με ανθρώπους από διάφορους χώρους και η τοποθεσία δεν αποτέλεσε πρόβλημα, καθώς δεν θεωρώ ότι η απόσταση με επηρεάζει. Όσον αφορά τις επαγγελματικές μου επιλογές, συνεργάζομαι με ανθρώπους από διάφορους χώρους και η τοποθεσία δεν αποτέλεσε πρόβλημα, καθώς δεν θεωρώ ότι η απόσταση με επηρεάζει».
Και τέλος, αν έπρεπε να μιλήσεις ειλικρινά σε έναν νέο άνθρωπο που σκέφτεται τη ζωή και την δημιουργία εκτός Αθήνας, τι θα του έλεγες για τα θετικά και τα όρια αυτής της επιλογής; «Σε ένα νέο άνθρωπο θα έλεγα: “Άκου το ένστικτο σου. Κάνε σχέδια, εξελίξου, μην σταματάς να ονειρεύεσαι. Και πάνω απ’ όλα, διατήρησε ζωντανή την επιθυμία. Γιατί αυτή είναι που τελικά σε κινεί, όπου κι αν επιλέξεις να βρίσκεσαι”».
Διαβάστε ακόμα:
Στις Πηγές της Κρύας στη Λιβαδειά -Τεράστια πλατάνια, καταρράκτες, λιθόστρωτα δρομάκια
Από την καλλιτεχνική σκηνή του Άμστερνταμ στην αγροτική ζωή της Κέρκυρας: Η μυθιστορηματική ζωή της Helena





