Έξι συν ένα διηγήματα, έξι συν μία ερωτήσεις προς συζήτηση με τον συγγραφέα του βιβλίου «Υπήρχαν και στην πόλη μας στοιχειά». Φαντάσματα του παρελθόντος, αναμνήσεις, λευκές και μαύρες σελίδες της ζωής μας που μας ακολουθούν και εμείς να συνεχίζουμε με το βάρος τους πάντα εκεί, πάντα μαζί. Έχει σημασία ο τόπος από τον οποίο προέρχεσαι για τη μετέπειτα πορεία σου; Μπορείς να έρθεις αντιμέτωπος με αυτά που σε τρομάζουν; Και στο τέλος τα ορίζεις ή σε ορίζουν;
Το βιβλίο το έχω διαβάσει ήδη δύο φορές. Όχι επειδή ήταν δυσνόητο, αλλά επειδή ήταν ταυτόχρονα τόσο ευκολοδιάβαστο όσο και γλυκόπικρο. Θες να σταματήσει να σου ενοχλεί την πληγή που ακόμα αιμορραγεί, ενώ παράλληλα σε εξιτάρει το γεγονός ότι κάποιος καταλαβαίνει πώς νιώθεις χωρίς να σε ξέρει. Εγώ βέβαια τον συγγραφέα τον γνωρίζω, και εκείνος το ίδιο. Γι’ αυτό η ροή της συζήτησης ήταν όσο αυθόρμητη θα μπορούσε να είναι. Πιο λεπτομερής, πιο ελεύθερη και σίγουρα πιο αληθινή.
Το θέμα που αφορά το βιβλίο με αγγίζει τόσο έμμεσα όσο και άμεσα και τα στοιχειά του παρελθόντος μένουν μαζί μου όπου και αν βρεθώ. Γι’ αυτό ρωτάω τον Γιάννη αν νιώθει και εκείνος το ίδιο, αν τα στοιχειά τα κουβαλάμε από πόλη σε πόλη ή αν κάθε νέος τόπος μας ξυπνά νέα φαντάσματα του παρελθόντος. «Ναι, τα στοιχειά τα κουβαλάμε από πόλη σε πόλη όπου πηγαίνουμε και από εκεί παίρνουμε και καινούργια. Οι πόλεις που μας στοίχειωσαν μας έδωσαν ένα τραύμα, ένα φάντασμα, το οποίο το έχουμε μαζί μας στην επόμενη. Από εκεί παίρνουμε ακόμα ένα και έτσι πάμε παρακάτω. Το θέμα είναι να μην πετάς εσύ τα φαντάσματά σου εκεί που θα πας. Το κτήμα σου να μην γίνει κτήνος. Αν στοιχειό είναι κάθε φάντασμα, κάθε σκουπίδι που κουβαλάς, να μην το πετάς στην επόμενη πόλη που θα βρεθείς. Οι άνθρωποι εκεί έχουν τα δικά τους στοιχειά να τους ακολουθούν, δεν είναι βιώσιμο να τους φορέσεις και τα δικά σου».
Αν όλοι μας κουβαλάμε τα δικά μας σκουπίδια και προβλήματα και στοιχειά, εσένα ποιο ήταν εκείνο το σημείο εκκίνησης που σου έδωσε το έναυσμα για να ξεκινήσεις αυτό το ταξίδι στον χρόνο; Ένα ταξίδι τόσο προς το παρελθόν όσο και προς το μέλλον, αν θεωρήσουμε το βιβλίο ως αυτό ακριβώς, ένα ταξίδι στον χρόνο. Ποια μνήμη-τόπος-στοιχειό έδωσε το κίνητρο; «Το έναυσμα δεν δόθηκε από μια πόλη ή κάτι που να είναι απτό, το έναυσμα δόθηκε από τον διάδρομο (που αναφέρεται στο πρώτο διήγημα του βιβλίου), ο οποίος είναι υπαρκτός, είναι ο διάδρομος του σπιτιού μου. Το πόσο μεγάλος μου φαινόταν όσο ήμουν μικρός και το πόσο μίκραινε η απόστασή του όσο εγώ μεγάλωνα. Το τι αντίκριζα στο τέλος του ήταν πάντα το ίδιο. Μετά αυτό ολοένα και μεγάλωνε· από τον διάδρομο στη γειτονιά, από τη γειτονιά στην πόλη και από την πόλη στον τόπο». Η απόσταση για να φτάσεις σε αυτό που είχες απέναντί σου σου φαινόταν μεγάλη. Ήθελες να τη διανύσεις γρήγορα για να το φτάσεις όμως ή όχι; «Δεν ήθελα να το φτάσω, όμως έπρεπε να το κάνω. Πρέπει να φτάσουμε αυτό που μας τρομάζει αλλιώς δεν έχει νόημα. Έπρεπε να καταρρίψω τον φόβο του δωματίου για να μπορέσω να καταρρίψω και τους υπόλοιπους, τους μεγαλύτερους χιλιομετρικά φόβους μου. Να βγω εκτός και να ξεπεράσω τον φόβο στη γειτονιά και στην πόλη».
Ξεπερνώντας τον φόβο του δωματίου, ποια γειτονιά και ποια πόλη είχαν σειρά; Ποιες είναι οι πόλεις που σε στοίχειωσαν; «Πρώτο και ίσως περισσότερο από όλα είναι το Λαύριο. Το Λαύριο είναι ο ένας τόπος που αγκαλιάζει τα κείμενά μου. Ο τόπος που κατάλαβα πως αγαπώ το ίδιο τον Τομ Ρόμπινς και τη Ρίτα Σακελλαρίου. Μπάνιο στο λάστιχο, ηχείο, το «θλιμμένο σούρουπο» και σταυρόλεξο με το βραδινό. Να βρεις τη λέξη, να τη γράψεις με κεφαλαία· ΦΡΟΝΤΙΔΑ. Τη χτίσαμε σ’ ένα σπίτι με μπαλώματα πρώτα κι ύστερα κανονικά, με σοβάδες στα κενά. Τη χαζέψαμε στον ήλιο που πέφτει στη Μακρόνησο απέναντι, την βουτήξαμε στη «Ντελένια», την ψαρέψαμε και την τρώμε ακόμη λαίμαργα. Ο δεύτερος τόπος μου είναι η Νέα Ιωνία. Όχι η Αθήνα που ενηλικιώθηκα, η Νέα Ιωνία που πάτησα στα πόδια μου. Τρέξιμο απ’ το σχολείο πάνω στον τσιμεντένιο ποταμό που κάποτε λεγόταν Ποδονίφτης, κλεφτές βόλτες στο Άλσος και ποδόσφαιρο πίσω από το βενζινάδικο. Να κλωτσάς την πόλη σου μακριά κι εκείνη να σε δέχεται, μεγάλο πια, πάλι πίσω. Να σε κερνάει ποτό στη «Μπομπίνα» του Λευτέρη και μετά πεϊνιρλί στην Κυδωνιών. Το πρωί βόλτα στην αγορά και πάλι πίσω στο πατρικό. Σου το ‘πα, όποτε θέλω μπορώ να φύγω.
Μετά, μετά υπάρχουν και άλλοι τόποι που είναι εδώ σιωπηλά όμως. Οι άλλοι μου τόποι είναι απόντες. Από τη Μακρινή Γορτυνία ως το φάντασμα της Νάξου. Οι δύο ρίζες οι άγνωστες, οι αόριστες, που μου τις λέγανε για παραμύθι να κοιμηθώ. Μια φορά κι έναν καιρό, όταν κατέβω στο χωριό ή πάρω το πλοίο για το νησί, οι ιστορίες σας δε θα μπορούν πια να μου κρυφτούν, θα πάρουν σάρκα και οστά κι ίσως μας φάνε».
Το ταξίδι, είτε κυριολεκτικά είτε μεταφορικά, ενέχει τον άξονα της μετακίνησης ή ορθότερα, της μετατόπισης, κυριολεκτικά και ψυχολογικά. Μέσα από το ταξίδι σου στην αποτύπωση των συναισθημάτων και των αναμνήσεών σου, ένιωσες να μετατοπίζεσαι από το εκάστοτε στοιχειό; Πλησιάζοντας ή απομακρυνόμενος από αυτό; «Καταγράψαμε χιλιόμετρα, υπήρχε μια μετακίνηση συναισθηματική, αλλά πλησιάζοντας στο στοιχειό απομακρύνθηκα από την ουσία του. Έπρεπε να πάρω μια απόσταση, να απομακρυνθώ, να τη δω από μακριά και να κρατήσω μόνο τα καλά του στοιχεία. Αν δεν πλησιάσεις σε απόσταση αναπνοής από το κάθε στοιχειό, να το δεις, να το μυρίσεις, να βιώσεις όλες τις αισθήσεις μαζί του, δεν νομίζω ότι μπορείς να απομακρυνθείς εντελώς». Υπάρχουν όμως φορές που έρχεσαι πρόσωπο με πρόσωπο με τα φαντάσματά σου και, όταν απομακρύνεσαι από αυτά, η απόσταση που παίρνεις είναι μόνο χιλιομετρική, δεν απομακρύνεσαι ψυχικά, εκείνα συνεχίζουν να είναι εκεί. «Ναι, συνεχίζουν να είναι εκεί, αλλά επειδή με αυτά τα στοιχειά έχετε γίνει κάποια στιγμή ένα, και μόνο το ότι εσύ κατάφερες να φύγεις μακριά τους χωρίς εκείνα να σε φάνε, είναι από μόνο του μια νίκη. Να καταφέρεις να μην γίνεις εσύ το κτήνος που παλεύεις. Έτσι καταλήγουμε στο τελευταίο διήγημα του βιβλίου να είμαστε ένα με το κτήνος, όπου το κτήνος είμαστε στην κυριολεξία εμείς, όμως καταφέραμε και το διώξαμε, απομακρυνθήκαμε από αυτό. Κάνεις μια –Χ– απόσταση για να ξαναέρθεις πάλι κοντά με τον εαυτό σου. Ουσιαστικά απομακρύνεσαι και δίνεις μια «μετωπική» με τον καθρέπτη σου και αναρωτιέσαι: “Πού είμαι και τι πρόκειται να γίνω; Θα γίνω αυτό που με έχει στοιχειώσει ή όχι;» Αυτό σε ανακουφίζει εν μέρει, αν αποφασίσεις να μην γίνεις σαν το τραύμα σου. Αν διαλέξεις την άλλη επιλογή, σε κατασπαράζει, γιατί η δύναμη που του έδωσες είναι πολύ μεγάλη· πολύ μεγαλύτερη από αυτή που είχε πριν».
Διαβάζοντας το βιβλίο και σκεπτόμενη όσα με έβαλες αντιμέτωπη να σκεφτώ, δεν μπορούσα στο τέλος παρά να αναλογιστώ, αν νιώθεις πως οι πόλεις που σε στοίχειωναν συνεχίζουν να το κάνουν και τώρα ύστερα από την κατάθεση των φαντασμάτων που τις συνοδεύουν; Αν ναι, είναι με τον ίδιο τρόπο όπως και πριν; «Δεν μπορώ να πω ότι με στοιχειώνουν ακόμα οι πόλεις. Πάω τακτικά στο Λαύριο πια, ενώ για πολλά χρόνια το απέφευγα, και πλέον βλέπω την ομορφιά που έχει αυτός ο τόπος. Ξεκινώντας με την διαδρομή από το σπίτι μου έως την θάλασσα που είναι γεμάτη φύση -την οποία δεν έχω συνηθίσει- μέχρι την σημαντικότητα που κρύβει αυτή η πόλη, ακόμα και ιστορικά. Βλέπεις όλη την ιστορία του τόπου, το πόσο σημαντικό λιμάνι έχει υπάρξει, την βαθιά εκβιομηχάνιση που πέρασε, με «ζωντανές» ακόμα τις παλιές παραγκουπόλεις των εργατών, ενώ ταυτόχρονα να γίνεται yacht week κάθε χρόνο. Βλέπω το άγαλμα του Σερπιέρη να βάφεται κόκκινο εις μνήμην των αδικοχαμένων εργατών, όσο τα yacht βρίσκονται απέναντι του. Υπάρχει αυτό το δίπολο στην πόλη του Λαυρίου. Υπάρχει ποσοστό της νέας γενιάς που δεν τα γνωρίζει όλα αυτά, δεν ξέρει την ιστορική αξία του τόπου της. Στην πόλη, ο οποία βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από την Αθήνα, υπάρχει ακόμα σε μεγάλο ποσοστό η αντίληψη του “Εδώ είμαστε εργάτες”. Παίρνοντας απόσταση από όλο αυτό, εκτίμησα την εναλλαγή φύσης και τσιμέντου, την εναλλαγή από το πολύ υψηλής μόρφωσης και παιδείας θέατρο, με την μουσική που παίζει στα εκατό μέτρα από εκεί, που συνήθως είναι τα γνωστά «σκυλάδικα». Ένας Τζίμης Πανούσης ή οποιοσδήποτε καλός σατιρικός κωμικός θα είχε να γράψει πολλά. Αυτή είναι όμως όλη η ομορφιά. Ζεις σε αυτόν τον νεοπλουτισμό και απέναντι σε κοιτά η Μακρόνησος, ξέρει ότι είσαι εκεί. Ο τρόπος που πέφτει το φως πάνω της είναι τελείως διαφορετικός, φωτίζεται μόνο η Μακρόνησος και όλα τα υπόλοιπα γύρω της βυθίζονται στο σκοτάδι, μεγάλος συμβολισμός.
Συμβολισμός, λέξη κλειδί, την κρατάω και συνεχίζω με συμβολισμούς και σύμβολα. Σκέψου μπροστά σου έναν χάρτη και ένα κόκκινο στυλό. Αν η ζωή σου ήταν σημειωμένη διαδρομή ταξιδιού πάνω σε αυτόν τον χάρτη, ποιον σταθμό σου θα κύκλωνες με κόκκινο; Τι σε άλλαξε σε εκείνον τον σταθμό; «Δεν θα ήταν μια κυκλωμένη κουκίδα, αλλά δύο και μια διαδρομή να τις ενώνει. Μια γραμμή που θα ένωνε Νέα Ιωνία-Λαύριο. Το «Υπήρχαν και στην πόλη μας στοιχειά» είναι μια συλλογή διηγημάτων πολύ τοπική στο μυαλό μου, οπότε δεν έχει παραπέρα διαδρομές. Και τις δύο πόλεις μισώ να τις αγαπώ και αγαπώ να τις μισώ. Εκεί μεγάλωσα, εκεί έχω ανθρώπους να αγαπώ και να με αγαπάνε, αλλά από εκεί είναι και η αφετηρία για να ταξιδέψω σε άλλα μέρη και να τα δω μέσα από την προοπτική αυτών των δύο περιοχών. Δεν μπορώ να ταξιδέψω σε νέα μέρη «αποστειρωμένα». Μέσα από αυτή την ευθεία ξεκινάνε οι υπόλοιπες προς όλα τα σημεία του χάρτη. Αυτή η κόκκινη γραμμή όμως παραμένει κεντρική και αναλλοίωτη. Αν κάνουμε ένα ζουμ στην Αθήνα, θα δούμε διαδρομές από την Νέα Ιωνία στο κέντρο, από το μαγαζί του πατέρα μου στην Καλογρέζα, μέσα στο οποίο μεγάλωσα, προς άλλες κατευθύνσεις. Σε όλες αυτές τις περιοχές έχω περάσει καλά, έχω βγει, έχω βρει φίλους, έχω αναμνήσεις, χωρίς όμως να φεύγουν από κοντά μου τα στοιχειά τους. Μαθαίνεις είτε να ζεις εκεί κρατώντας τα θετικά τους, είτε να τα κουβαλάς παρακάτω όπως είπαμε στην αρχή της συζήτησης. Αυτές τις δυο πόλεις θα κύκλωνα και μετά οι γραμμές θα ξέφευγαν προς τις υπόλοιπες πόλεις ασυναίσθητα. Πέρα από αυτές τις δύο περιοχές δεν με έχουν αλλάξει άλλες στις οποίες έχω βρεθεί ή ταξιδέψει, και ας τις ένιωσα «σπίτι μου» για το διάστημα που βρέθηκα εκεί».
Η διαδρομή του χάρτη σου είναι τόσο ξεκάθαρη όσο και τα στενά όρια που σε ορίζουν σε αυτόν. Αν μέσα στην ενωτική αυτή γραμμή που τράβηξες, έπαιρνες έναν δρόμο που σε οδηγεί σε μια πόλη-δωμάτιο-γειτονιά που δεν γνωρίζεις. Ποιο στοιχειό από όσα υπάρχουν στο βιβλίο θα προτιμούσες να συναντήσεις εκεί; «Αν υποθέσουμε ότι είμαι σε ένα λευκό πλαίσιο που δεν γνωρίζω τίποτα και κανέναν, θα ήθελα να συναντήσω τον ήρωα της ιστορίας «Όχι από εκείνον τον δρόμο» για να του ζητήσω μια συγγνώμη που όσο ήμασταν πιο μικροί τον κοροϊδεύαμε. Θα ήθελα επίσης να συναντήσω και τον καθρέφτη από το τελευταίο διήγημα. Αυτό σκεφτόμουν και εγώ σαν απάντηση στην ερώτηση αυτή, τόσο για εσένα όσο και για εμένα, τον καθρέφτη θα ήθελα να δω και εγώ απέναντί μου. «Τον καθρέπτη θα ήθελα να τον συναντήσω όμως στα τελευταία μου χρόνια, όσο φτάσω, 70, 80 ή στην παιδική μου ηλικία για να δω αν κατάφερα να πραγματοποιήσω τα όνειρά μου και αν έφτασα τους στόχους που ήθελα να φτάσω. Θεωρώ πως θα καταλήξω σε αυτά τα δύο, γιατί τα υπόλοιπα φαντάσματα του βιβλίου είτε τα συναντώ, είτε δεν με πειράζει να μην τα ξανασυναντήσω -όπως τα γράμματα στον εαυτό μου. Ναι, θα ήθελα να συναντήσω αυτόν τον άνθρωπο που έφυγε, όχι όπως αναφέρω στο διήγημα, αλλά έφυγε, για να του ζητήσω μια συγγνώμη και να τον πάρω μια αγκαλιά, ίσως. Και τον εαυτό μου σε διαφορετικές ηλικίες για να τον δω και να τον συναναστραφώ».
Είναι πολύ σημαντικό να έχεις κοινές εμπειρίες και ανησυχίες με τους ανθρώπους στην ζωή σου. Να ξέρεις πως αυτά που σκέφτεσαι και σε βαραίνουν έχεις με κάποιον να τα συζητήσεις και να τα μοιραστείς. Μπορεί τον κάθε έναν από εμάς να τον ακολουθούν διαφορετικά στοιχειά και φαντάσματα του παρελθόντος αλλά το συναίσθημα είναι κοινό για όλους. Το «Υπήρχαν και στην πόλη μας στοιχειά» σε βάζει σε αυτόν ακριβώς τον κόσμο. Στον κόσμο των φαντασμάτων του Γιάννη Χατζόπουλου. Μια ανοιχτή πόρτα στις φοβίες και τα κατάλοιπα του παρελθόντος μέσα του. Πώς εμφανίστηκαν και πώς έμαθε να ζει με αυτά. Μήπως όμως δεν είναι μόνο τα δικά του φαντάσματα; Μήπως στον κόσμο αυτό τα τραύματα μας είναι πιο κοινά από όσο πιστεύουμε;
Ίσως τελικά τα στοιχειά να μην ζητούν εξορκισμό, αλλά αναγνώριση. Η λύση ίσως να μην είναι να τα διώξουμε, παρά να τα κοιτάξουμε κατάματα με φόβο, τρυφερότητα και μια παράξενη ευγνωμοσύνη. Γιατί μέσα από αυτά μάθαμε να περπατάμε, να φεύγουμε, να επιστρέφουμε. Και αν στο τέλος μείνει κάτι από αυτή τη διαδρομή, δεν είναι η απάντηση στο αν ορίζουμε τα στοιχειά ή μας ορίζουν εκείνα. Είναι η στιγμή που στεκόμαστε μπροστά στον καθρέφτη -όχι για να φοβηθούμε, αλλά για να αναγνωρίσουμε ποιοι γίναμε χωρίς να χαθούμε. Μέσα από τις πόλεις μας, τις περιοχές που μεγαλώσαμε τα τραύματα που κουβαλάμε από αυτές αλλά και τον χαρακτήρα που χτίσαμε αντιμετωπίζοντάς τες. Με τα φαντάσματα δίπλα μας. Και με τη σιωπηλή υπόσχεση ότι, όσο κι αν μας στοίχειωσαν, συνεχίζουμε να προχωράμε, λίγο πιο συνειδητά, λίγο πιο ανθρώπινα.
Το «Υπήρχαν και στην πόλη μας στοιχειά» του Γιάννη Χατζόπουλου από τις Εκδόσεις «άνω τελεία»
Διαβάστε ακόμα:
Λίγο καλοκαίρι ακόμα- 5+1 ελληνικά μυθιστορήματα που μας ταξιδεύουν στα ελληνικά νησιά
Στους 44° υπό σκιάν: Το νέο βιβλίο της Μελίσσας Στοΐλη
8 βιβλιοκαφέ της Αθήνας -Καταφύγια για τα weekends στην πόλη





