Ένας τόπος που σου δίνει την αίσθηση ότι περνάς σε έναν ολότελα διαφορετικό κόσμο. Άλλος πολιτισμός, άλλη γλώσσα, άλλη θρησκεία, αλλά η ίδια αγάπη για τη ζωή και τον συνάνθρωπο. Μόλις φτάσαμε στα Πομακοχώρια.

15

Από την Ξάνθη, τα Πομακοχώρια είναι σχετικά κοντά, αν λατρεύεις την ορεινή οδήγηση σε επαρχιακούς δρόμους, όπως εγώ με το μικρό 450mt. Ο δρόμος, γεμάτος στροφές σαν «φιδάκια», δραπετεύει από την πόλη της Ξάνθης προς τα βόρεια και χάνεται γρήγορα στα βουνά. Τελευταίος σταθμός για βενζίνη και προμήθειες είναι η Σμίνθη, μια ζωντανή κωμόπολη, γεμάτη κίνηση και κόσμο ακόμη και ένα καθημερινό πρωινό. Συνεχίζοντας τον δρόμο μου βόρεια, σκεφτόμουν πόσο πράσινα μπορεί να γίνονται αυτά τα βουνά το καλοκαίρι και πόσο πορτοκαλί το φθινόπωρο. Αρχές Μαρτίου είχαν ακόμα τη σκληρότητα και τη γύμνια του χειμώνα, κάτι που έκανε τα χωριά να ξεχωρίζουν σαν φωτεινά σημεία μέσα στο τοπίο.

Κάπως έτσι αντίκρισα τον Εχίνο. Το κεφαλοχώρι, η μεγαλύτερη κοινότητα της περιοχής, το Πομακοχώρι αυτό ξεχωρίζει για την αρχιτεκτονική του σύνθεση. Το ποτάμι που το περιβάλλει θυμίζει τάφρο και ο τρόπος που τα σπίτια αναρριχώνται στην πλαγιά του δίνει μια αίσθηση φρουρίου. Και όντως, το 1941 η μάχη του Εχίνου στιγμάτισε τη Ροδόπη, με πολλούς ντόπιους να χάνουν τη ζωή τους υπερασπιζόμενοι τον τόπο τους. Αυτό είναι και το πρώτο που αντικρίζεις όταν πλησιάζεις το χωριό: το μνημείο της μάχης και το νεκροταφείο.

Κάνοντας βόλτα στα στενά του Εχίνου με τη μηχανή, συνειδητοποίησα την έντονη ησυχία που κυριαρχεί. Ατμόσφαιρα κατανυκτική. Ο κύριος Ομάρ στοιβάζει φρούτα στο μανάβικο-παντοπωλείο του, μου πουλάει δύο τρία σνακ για τη διαδρομή και μου δίνει την πληροφορία-κλειδί: είναι Ραμαζάνι. Η «νηστεία» των μουσουλμάνων αποτελεί περίοδο πνευματικής αναζωογόνησης, αυτοελέγχου και προσευχής. Κατά τη διάρκειά της, οι πιστοί απέχουν από φαγητό, νερό και κάπνισμα κατά τη διάρκεια της ημέρας. Επομένως, η συνέχεια του ταξιδιού θα είχε το ενδιαφέρον της εύρεσης φαγητού, γιατί σε πολλά χωριά οι καφενέδες και τα εστιατόρια ήταν κλειστά.

Αφήνοντας πίσω τον Εχίνο, είχα πάρει μια πρώτη γεύση της κουλτούρας που συναντούσα. Με απορία για το τι ακολουθεί, αύξησα τον ρυθμό, και η βουνίσια ανάβαση προς τις Θέρμες βοηθούσε. Όμορφη άσφαλτος, με φουρκέτες και γρήγορες ευθείες, με οδηγεί στο χωριό Άνω Θέρμες. Μικρότερο, κατοικημένο και χωρισμένο σε τρεις οικισμούς: τις Άνω, τις Μέσες και τις Κάτω Θέρμες.

Έπειτα ακολουθεί το σημείο ενδιαφέροντος της περιοχής, οι θερμές πηγές, που συγκεντρώνουν κόσμο από τις κοντινές περιοχές λόγω των ευεργετικών ιδιοτήτων τους. Θεωρούνται κατάλληλες για μυοσκελετικά και δερματικά προβλήματα, καθώς και για ορισμένες γυναικολογικές παθήσεις, όμως ήταν απίστευτα ζεστές, οριακά καυτές, όταν τις επισκέφθηκα μια ηλιόλουστη ημέρα. Παίρνοντας λίγο νερό από την κρύα πηγή, μετριάστηκε η θερμοκρασία και μου επέτρεψε αυτή τη χαλαρωτική βουτιά.

Συνεχίζοντας τον δρόμο, βρήκα τα δύο πιο ξεχωριστά Πομακοχώρια, κατά την άποψή μου: τη Μέδουσα και την Κοττάνη. Η Μέδουσα είναι το τελευταίο χωριό πριν τελειώσει η άσφαλτος, με το εντυπωσιακό πέτρινο γεφύρι της να λειτουργεί σαν πέρασμα προς μια πιο απομονωμένη εκδοχή της Ροδόπης. Από εδώ και μετά αρχίζει ο χωματόδρομος των περίπου 5-6 χιλιομέτρων που οδηγεί στην Κοττάνη, ένα παραδοσιακό Πομακοχώρι κοντά στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, το οποίο μέχρι το 1998 συνδεόταν μόνο με μονοπάτια και μουλάρια και διατηρεί ακόμη πολύ παλιά σπίτια, μερικά από τα οποία υπολογίζεται ότι φτάνουν έως και τα 300 χρόνια ζωής.

Στην Κοττάνη, η γνωστή ταβέρνα του Τζεμίλ έχει γίνει προορισμός από μόνη της για όσους φτάνουν ως εδώ, όχι μόνο για το φαγητό αλλά και για την αίσθηση ότι βρίσκεσαι πραγματικά στην άκρη του δρόμου. Μια πρακτική σημείωση που ταιριάζει απόλυτα στο τοπίο: καλό είναι να έχεις μαζί σου μετρητά, γιατί στην περιοχή τα σήματα και τα POS δεν είναι πάντα δεδομένα.

Στον δρόμο της επιστροφής, έκανα μια παράκαμψη για την Κοτύλη, ένα ακόμη ορεινό Πομακοχώρι που απλώνεται ήσυχα στην πλαγιά. Εδώ σε κερδίζει η απλότητα της καθημερινότητας. Από ένα μικρό παντοπωλείο πήρα τα πιο βασικά: ψωμί, τυρί και ντομάτα.

Λίγο παρακάτω, στο Δημάριο, σταμάτησα σε ένα όμορφο λιβάδι για να φάω αυτά που μόλις είχα πάρει. Ήταν το χωράφι ενός κατοίκου του χωριού, που με πλησίασε, έκατσε μαζί μου και έπιασε κουβέντα σαν να με ήξερε από πριν. Δεν θυμάμαι το όνομά του, δυστυχώς, θυμάμαι όμως την αμεσότητα και τη ζεστασιά του. Εκείνος ήταν που μου έδωσε και τα στοιχεία για το Δημάριο: ότι το χωριό αριθμεί περίπου 70-80 οικογένειες, ότι όλοι λίγο-πολύ γνωρίζονται μεταξύ τους και ότι η ζωή εδώ συνεχίζει με τον δικό της ρυθμό. μακριά από την ταχύτητα των πόλεων.

Τοπία ανόθευτης ομορφιάς, άνθρωποι. Στο τέλος αυτής της δίτροχης βόλτας, τα Πομακοχώρια μου έμειναν σαν ένας αυθεντικός τόπος, που σε κερδίζει με την απλότητά του.

Διαβάστε ακόμα:

Πομακοχώρια: Στον ανεξερεύνητο κόσμο της αυθεντικής Ελλάδας

Πώς μια ταβέρνα–μουσείο στα Πομακοχώρια έχει εξελιχθεί σε γαστρονομικό προορισμό

Ανοιξιάτικο Road Trip στην Ξάνθη