Περιηγηθείτε στην πόλη με τα σπουδαία βιομηχανικά κτήρια, τα ωραία μουσεία αλλά και τη μακρόχρονη παράδοση των περίφημων τσιπουράδικων. Σε κοντινή απόσταση θα βρείτε τους αρχαιολογικούς χώρους του Σέσκλου και του Διμηνίου.

23

Τα σπουδαία βιομηχανικά μνημεία του Βόλου

Η πόλη-λιμάνι του Βόλου εξελίχθηκε σε ένα πολύ δυναμικό βιομηχανικό κέντρο των αρχών του 20ού αιώνα -το δεύτερο μετά τον Πειραιά. Οι πρώτες επιχειρήσεις χρονολογούνται στη δεκαετία του 1880, ή και παλιότερα. Καθώς αποτελούσε ένα από τα σημαντικότερα λιμάνια της χώρας σε εξαγωγές καπνού, το μερίδιο του λέοντος είχαν τα καπνεργοστάσια και οι καπναποθήκες. Στον Μεσοπόλεμο τα εργοστάσια έγιναν μεγάλες βιομηχανικές μονάδες και, παράλληλα, δημιουργήθηκαν πολλές μεταποιητικές. Σε απογραφή του 1930, ο συνολικός αριθμός όλων αυτών έφτασε τις 984. Με το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η πρώτη φάση της βιομηχανικής άνθισης τελείωσε και μέχρι τη δεκαετία του ’50 οι βιομηχανικές μονάδες παρήκμασαν. Η ανάπτυξη ξεκίνησε πάλι χάρη σε επενδύσεις που έγιναν στη δεκαετία του ’60 και τότε, κυρίως ο μεταποιητικός τομέας συνέχισε να αναπτύσσεται έως το 1980. Η διεθνής κρίση έπληξε όλη την Ελλάδα, μαζί και τον Βόλο. Η αποβιομηχάνιση ξεκίνησε και η μία μετά την άλλη οι βιομηχανίες έκλεισαν.

Τα κτήρια ερήμωσαν και ερειπώθηκαν και τα κελύφη τους παρέμεναν ως θλιβερή υπενθύμιση του χθες. Ευτυχώς τότε ήρθε η παρέμβαση του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, του οποίου έδρα έγινε η πόλη το 1984. Με σύμμαχο τον δήμο, φορείς και ιδιώτες και χάρη σε διάφορα προγράμματα έγινε εφικτή η διατήρηση και η ανάδειξη παλιών εργοστασίων και αποθηκών, για να δοθούν σε νέες χρήσεις και να ξαναζήσουν στον 21ο αιώνα.

Ο Παπαστράτος και το συγκρότημα Τσαλαπάτα 

Το εμβληματικό κτήριο Παπαστράτου, στον παραλιακό πεζόδρομο της πόλης, κάποιοι το χαρακτήρισαν ως «πύργο του Άιφελ του Βόλου», και οι δύο εντυπωσιακοί τρούλοι της καπναποθήκης έγιναν το πιο σημαντικό τοπόσημο (μαζί με την Αργώ).

Το βιομηχανικό μνημείο κτίστηκε το 1935 για να γίνεται η αποθήκευση και η μηχανική επεξεργασία του καπνού. Το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας αγόρασε την καπναποθήκη Παπαστράτου το 1985 και έγινε έδρα της Πρυτανείας και των διοικητικών υπηρεσιών του. Το συγκρότημα Τσαλαπάτα. Το πλινθοκεραμοποιείο του 1925, στη συνοικία Παλαιά, θεωρείται από τα σημαντικότερα διατηρημένα δείγματα βιομηχανικής αρχιτεκτονικής στην Ευρώπη, και έχει χαρακτηριστεί ως Διατηρητέο από το Υπουργείο Πολιτισμού. Είναι ο γνωστός σε όλη την Ελλάδα πολυχώρος, ο «Τσαλαπάτας», όπως το λένε οι Βολιώτες. Εκεί στεγάζεται και το μουσείο πλινθοκεραμοποιίας που εντάχθηκε στο Δίκτυο Θεματικών Τεχνολογικών Μουσείων του Πολιτιστικού Ιδρύματος Ομίλου Πειραιώς. Είναι ο μεγαλύτερος και πιο εντυπωσιακός από τους βιομηχανικούς χώρους – με έκταση 25 στρεμμάτων και στεγασμένες εγκαταστάσεις που απλώνονται σε 7.500 τ.μ. Στη διάρκεια της επίσκεψης στο μουσείο θα μπείτε στην ατμόσφαιρα της καθημερινής ζωής στο εργοστάσιο. Θα δείτε τη διαδικασία με την οποία κατασκευάζονταν τα κεραμίδια και τα τούβλα, τις εγκαταστάσεις με τα τριβεία, το λεβητοστάσιο, τις δεξαμενές αργίλου, την αίθουσα διαλογής, τα παλιά ξηραντήρια και άλλα. Ιδιαίτερα θεαματικός είναι ο χώρος όπου εκτίθεται η κάμινος Hoffmann -ένας φούρνος συνεχούς καύσης, όπου ψήνονταν τα κεραμίδια και θεωρείται μοναδικός του είδους του στην Ελλάδα. Στον πολυχώρο Τσαλαπάτα λειτουργούν all day καφέ-μπαρ, εστιατόρια, στεγασμένοι και υπαίθριοι χώροι εκδηλώσεων, wine bar γκαλερί και υπηρεσίες του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.

Το καπνεργοστάσιο Ματσάγγου και οι Κυλινδρόμυλοι Λούλη

Τα διάσημα «σιγαρέτα Ματσάγγου» φτιάχνονταν στο μεγάλο εργοστάσιο που κτίστηκε σε τρεις διαφορετικές φάσεις στα τέλη του 19ου αιώνα και αποτελεί σημαντικό δείγμα βιομηχανικής αρχιτεκτονικής, καλύπτοντας ένα ολόκληρο οικοδομικό τετράγωνο στο εμπορικό κέντρο του Βόλου. Την εποχή της ακμής του, το 1940, απασχολούσε περίπου 2.000 εργάτες και εργάτριες -τις λεγόμενες «ματσαγγοπούλες-, και ήταν από τις σημαντικότερες καπνοβιομηχανίες της Ελλάδας

Η πτώχευση ήρθε το 1970. Σήμερα μέρος του κτηρίου έχει ανακατασκευαστεί και στεγάζει το Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.

Οι Κυλινδρόμυλοι Λούλη. Το συγκρότημα βρίσκεται στα Παλαιά, κτίστηκε το 1918 και ήταν ένας από τους πρώτους ατμόμυλους της περιοχής, με το πρωτοποριακό για την εποχή ελβετικό σύστημα εγκαταστάσεων. Έχει ανακατασκευαστεί εδώ και χρόνια και παραμένει πολυσύχναστο, αφού στεγάζει τα Village, καταστήματα, καφέ, bowling κ.ά.

Η Κίτρινη Αποθήκη και η Παλιά Ηλεκτρική 

Χαρακτηρισμένη ως Ιστορικό Διατηρητέο Μνημείο, η Κίτρινη Αποθήκη κτίστηκε στον Μεσοπόλεμο και στέγαζε την καπναποθήκη της αμερικανικής εταιρίας Tobacco Company. Στη διάρκεια της Κατοχής λειτούργησε ως τόπος φυλάκισης και βασανιστηρίων της Γκεστάπο.

Η Παλιά Ηλεκτρική εκπροσωπεί μια ιδανική επανάχρηση βιομηχανικού κτιρίου, που είναι πλέον ολοζώντανο όλο το χρόνο. Ιδρύθηκε το 1911 και υπήρξε μια από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος. Το 1994 κρίθηκε Διατηρητέο. Στο ένα κτίριο στεγάζεται η έδρα του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Βόλου και στα άλλα η Δημοτική Σχολή Χορού Βόλου και το Θέατρο της Παλιάς Ηλεκτρικής, όπου παρουσιάζονται παραστάσεις, εκδηλώσεις κ.ά.

Ο σταθμός του Eβαρίστο ντε Κίρικο και το Σιδηροδρομικό Μουσείο

Ο σιδηροδρομικός σταθμός του Βόλου είναι ένα αληθινό έργο τέχνης. Το κτίριο σχεδίασε ο Ιταλός μηχανικός Εβαρίστο ντε Κίρικο, πατέρας του γνωστού ζωγράφου και μελετητής και δημιουργός της σιδηροδρομικής γραμμής του Πηλίου. Το κτίριο εγκαινιάστηκε το 1884, αποτελώντας τμήμα του έργου του Θεσσαλικού Σιδηροδρόμου, που θα συνέδεε το λιμάνι του Βόλου με τον θεσσαλικό κάμπο και τη Λάρισα. Ο σταθμός δεν κατέρρευσε κατά τους σεισμούς και διατηρείται ίδιος από την εποχή που κατασκευάστηκε, ξεχωρίζοντας για την κομψή νεοκλασική του γραμμή και τη δίρριχτη στέγη με τον περίτεχνο ξύλινο διάκοσμο που τον χαρακτηρίζει.

Στην είσοδο του σταθμού θα δείτε το άγαλμα της Αθηνάς που δημιούργησε ο Ιταλός γλύπτης Πρεβιζάν. Στον πρώτο όροφο του οικοδομήματος στεγάζεται το Μουσείο Σιδηροδρόμων, όπου εκτίθενται πολλά αντικείμενα, όπως σπάνιες παλιές φωτογραφίες, στολές, τηλέγραφοι, ξύλινα εκδοτήρια εισιτηρίων του 19ου αιώνα, εργαλεία, ρολόγια σταθμών κ.ά. Επίσης υπάρχουν αρχεία, έγγραφα, σπάνια βιβλία για τη σιδηροδρομική αρχιτεκτονική και ιστορικά ντοκουμέντα. Ξεχωρίζουν τα σχέδια του Εβαρίστο ντε Κίρικο και των συνεργατών του σχετικά με την κατασκευή της γραμμής Βόλου-Λεχωνίων-Μηλεών, που διανύει ο διάσημος Μουτζούρης.

Τα διάσημα τσιπουράδικα 

Όλα ξεκίνησαν από τους πρόσφυγες που ήρθαν στην περιοχή μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 και κυρίως από αυτούς που δούλευαν στο λιμάνι. Τα στέκια βρίσκονταν τότε στη Νέα Ιωνία και η τσιπουροποσία ήταν κατ’ εξοχήν αντρική συνήθεια, ενώ οι γυναίκες την υιοθέτησαν μετά το ’67. Στην αρχή το τσίπουρο, που ερχόταν από τον Τύρναβο και τα χωριά του Πηλίου, το έπιναν στις «δαχτυλήθρες», ξεροσφύρι, χωρίς μεζέ, για να τους ανοίξει την όρεξη πριν από το μεσημεριανό φαγητό. Οι λιτοί μεζέδες, τα «πεινάσματα», ήταν κυρίως χταπόδι, λάχανο, τσιτσίραβλα, τσίρος, παστά, λιόκαυτο σαβρίδι, πολίτικη λακέρδα. Στη συνέχεια έγιναν πιο πλούσιοι, για να καταλήξεις σήμερα να βρίσκεις δεκάδες παραλλαγές σε κάθε μαγαζί.

Στις μέρες μας λειτουργούν πολλά κατ’ όνομα τσιπουράδικα, κυρίως στην παραλία, στην ουσία όμως είναι τουριστικά μαγαζιά με μεγάλες ποσότητες φαγητού στα πιάτα. Όμως τα αυθεντικά παραμένουν και εκεί οι Βολιώτες ξεχωρίζουν τους τουρίστες από τον τρόπο που συμπεριφέρονται. Βλέπετε, η παραγγελία φαγητού είναι περιττή. Αρκεί να δηλώνετε κάθε φορά πόσα εικοσιπενταράκια (ή χύμα τσίπουρο) θέλει η παρέα και να αφήσετε τον μαγαζάτορα να αναλάβει τα υπόλοιπα.

Στην αρχή έρχονται τα παστά, τα τουρσιά, και όσο προχωρά η κατανάλωση ανεβαίνει και το κόστος του μεζέ, για να φτάσει στην αχνιστή καραβίδα. Κάθε μεσημέρι θα διαπιστώσετε ότι οι εμπορικοί δρόμοι του Βόλου ερημώνουν, ενώ τα τσιπουράδικα σφύζουν από ζωή. Και, λόγω του ότι είναι και φτηνά, την παράδοση τηρεί και ο φοιτητόκοσμος με τον ίδιο ενθουσιασμό.

Αρχαιολογικοί Χώροι

Το Σέσκλο. Ο πρώτος από τους δύο προϊστορικούς οικισμούς της περιοχής κατοικήθηκε από την αρχή της νεολιθικής εποχής (7η χιλιετία π.Χ.) μέχρι και τη Μέση Εποχή του Χαλκού. Θεωρείται από τους πιο παλιούς νεολιθικούς οικισμούς στην Ελλάδα και στην Ευρώπη. Το Σέσκλο οργανώθηκε πάνω στον λόφο Καστράκι και γύρω του, σε έκταση 100 στρεμμάτων, και τη μεγάλη του ακμή γνώρισε κατά τη Μέση Νεολιθική Περίοδο. Παρά το γεγονός πως σήμερα δεν είναι ιδιαίτερα εμφανή τα ευρήματα στον αρχαιολογικό χώρο, εδώ υπήρχε κάποτε μια σπουδαία οργανωμένη προϊστορική πόλη. Βρίσκεται 15 χλμ. δυτικά του Βόλου.

Το Διμήνι. Ο αρχαιολογικός χώρος απέχει 5 χλμ. από τον Βόλο προς τα δυτικά. Ιδιαίτερα σημαντικό χαρακτηριστικό του Διμηνίου αποτελεί η συνέχεια της κατοίκησης από τη Νεότερη Νεολιθική (αρχές της 5ης χιλιετίας π.Χ.) έως το τέλος της Ύστερης Εποχής του Χαλκού, καθώς και ένα μοναδικό αρχιτεκτονικό στοιχείο: οι έξι λιθόκτιστοι περίβολοι που κατασκευάστηκαν γύρω από τον οικισμό κατά ζεύγη. Τα σπίτια βρίσκονται γύρω από την κεντρική αυλή ή στον χώρο που δημιουργείται ανάμεσα στα ζεύγη των περιβόλων, είναι μεγάλα και έχουν βοηθητικά παράπλευρα κτίσματα που αφήνουν ανάμεσά τους αστέγαστο χώρο για κοινόχρηστη αυλή. Στην αρχή της 3ης χιλιετίας π.Χ. ο οικισμός εγκαταλείφθηκε και μόνο το «μέγαρο» της κεντρικής αυλής ήταν σε χρήση από μία μεγάλη γεωργοκτηνοτροφική οικογένεια, ενώ στη 2η χιλιετία π.Χ. ο λόφος χρησιμοποιήθηκε ως νεκροταφείο.

Κοντά στον νεολιθικό οικισμό ανακαλύφθηκε το 1977 η μυκηναϊκή πόλη του Διμηνίου με το ανάκτορο, που αποτελείται από δύο μέγαρα και είναι το σημαντικότερο μυκηναϊκό μνημείο της Θεσσαλίας. Σε συνδυασμό με την ύπαρξη θολωτών τάφων αποδεικνύει ότι στο Διμήνι κατοικούσε μία άρχουσα τάξη που συγκέντρωνε διοικητικές, θρησκευτικές και οικονομικές λειτουργίες, όπως συνέβαινε και σε άλλα μυκηναϊκά κέντρα της νότιας και κεντρικής Ελλάδας. Το κέντρο αυτό είχε επαφές με όλο τον γνωστό μυκηναϊκό κόσμο και με την ανατολική Μεσόγειο. Το ανάκτορο βρίσκεται ανατολικά του λόφου με τον νεολιθικό οικισμό και ιδρύθηκε στις αρχές του 13ου αι. π.Χ. (Πηγή ΥΠ.ΠΟ.).

Διαβάστε ακόμα:

O κρυμμένος, υπόγειος φούρνος του Άνω Βόλου με παράδοση 100 ετών στο ψωμί

Στην εσπλανάδα του Παγασητικού

Τα τσιπουράδικα του Βόλου: 8 εξαιρετικές επιλογές