Είναι μερικοί τόποι που αφήνουν τη σφραγίδα τους στην καρδιά σου για πάντα. Εκεί στις εσχατιές της αφρικανικής γης, η Ναμίμπια είναι ένας από αυτούς. Τόπος αρχέγονος, μαγικός κι αυθεντικός σε σαγηνεύει με την αδάμαστη ομορφιά, την απεραντοσύνη και την ατέλειωτη σιωπή.

46

Γη αραιοκατοικημένη, ελεύθερη από ανθρώπους, πλούσια σε άγρια ζωή, διηγείται ιστορίες εκατομμυρίων ετών χαραγμένες πάνω στην πέτρα. Η ιστορία, ο πολιτισμός και η παράδοση, παραμένουν ζώσες κι αποτυπώνονται σε κάθε γωνιά της. Στα πάρκα και τις σαβάνες με τα λευκά αλατώδη τοπία και την άγρια ζωή, στα πανάρχαια ψαμμιτικά και βασαλτικά πετρώματα, στις ανυπότακτες φυλές, καθώς και στη μοναδική, εμβληματική έρημο Ναμίμπ. Την αρχαιότερη έρημο στον κόσμο με τις πύρινες αμμοθίνες και τους πορτοκαλί αμμόλοφους του Sossusvlei, τις «άψυχες» ακακίες του Deadvlei, την ατμοσφαιρική ακτή των Σκελετών και τους χρυσαφένιους αμμόλοφους του Sandwish Harbour που ορθώνονται πάνω από τα παγωμένα ωκεάνια κύματα.

Το εξωγήινο τοπίο της Ναμίμπια σε καθηλώνει, σε προτρέπει και σε μαθαίνει να αποζητάς την απόλαυση, την ηρεμία και την γαλήνη, μακριά από το περιττό, στην ανέγγιχτη ομορφιά της φύσης και στην απλότητα. Για να την ανακαλύψεις θα χρειαστεί να διανύσεις ατέλειωτα χιλιόμετρα, παρέα με λευκά σύννεφα αλατόσκονης, καθώς το οδικό δίκτυο στο μεγαλύτερο τμήμα του αποτελείται από χωματόδρομους. Αξίζει όμως τον κόπο καθώς η εμπειρία κι η γνώση είναι πολύτιμα, τα συναισθήματα και οι εικόνες πρωτόγνωρα.

Ένα ταξίδι στην ψυχή της Αφρικής, εκεί όπου η σιωπή είναι ποίηση και η ομορφιά αιώνια αλήθεια.

Άνυδρη γη με αιωνόβια θαύματα

Η Ναμίμπια πήρε το όνομά της από την έρημο Ναμίμπ. Στη γλώσσα των Νάμα σημαίνει «τόπος όπου δεν υπάρχει τίποτα». Κι όμως αυτή η απέραντη γη είναι γεμάτη ζωή, μνήμη και εκπληκτικά μικρά θαύματα ενώ κάτω από το σουρεαλιστικό τοπίο της κρύβονται μερικά από τα μεγαλύτερα ορυχεία διαμαντιών στον κόσμο. Στην περιοχή που θεωρείται η ξηρότερη στην υποσαχάρια Αφρική έχει καταγραφεί ζωή και κατοίκηση από την λίθινη εποχή. Σαν, Νταμάρα και Νάμα είναι οι πρώτοι ιθαγενείς κάτοικοι της χώρας. Σήμερα η πλειοψηφία του πληθυσμού ανήκει στη φυλή Οβάμπο (Οσιβάμπο). Μικρότερες πληθυσμιακές ομάδες αποτελούν οι φυλές Νάμα, Νταμάρα, Χερέρο, Καβάνγκο, Σαν, καθώς και η ημινομαδική φυλή Χίμπα. Υπάρχουν επίσης μικρές κοινότητες ευρωπαϊκής και νοτιοαφρικανικής καταγωγής.

Η χώρα εκτείνεται ανάμεσα σε δύο ερήμους, την έρημο Ναμίμπ στα δυτικά και την έρημο Καλαχάρι στα ανατολικά και στο νότο. Η έκτασή της αγγίζει τα 825.418 τ. χλμ. ενώ ο πληθυσμός της μόλις που υπερβαίνει τα 3.022.000 κατοίκους. Είναι η δεύτερη πιο αραιοκατοικημένη χώρα στον κόσμο μετά από τη Μογγολία.

Η Βίντχουκ

Η πρωτεύουσα Βίντχουκ αποτελεί το ιδανικό σημείο εκκίνησης για την εξερεύνηση της μοναδικής αυτής χώρας. Η «Γωνιά του ανέμου» ή των «Θερμών πηγών», όπως αποκαλείται, βρίσκεται σε υψόμετρο 1700 μέτρων κι είναι μία σύγχρονη πόλη που συγκεντρώνει 430.000 κατοίκους. Πολυτελή πολυόροφα κτήρια που ανήκουν σε ξενοδοχεία, τράπεζες και επιχειρηματικούς ομίλους, συνυπάρχουν με τα ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής Αρτ Νουβό κτήρια αποκαλύπτοντας το αποικιακό παρελθόν της. Ορόσημο της πόλης είναι η εμβληματική Λουθηρανική εκκλησία Christuskirche κι ακριβώς απέναντι το μοντέρνο κτήριο που φιλοξενεί το μουσείο της Ανεξαρτησίας. Στην είσοδο ο ανδριάντας του ηγέτη της SWAPO και πρώτου προέδρου της Δημοκρατίας της Ναμίμπια Σαμ Νουγιόμα. Στην ίδια περιοχή βρίσκεται το φρούριο Alte Feste, το οχυρό της γερμανικής αποικιοκρατίας και δίπλα του το ογκώδες Μνημείο της Γενοκτονίας που υπενθυμίζει την ανηλεή εξόντωση που υπέστησαν οι φυλές Χερέρο και Νάμα από τους Γερμανούς μεταξύ 1904-1908. Μια φρικαλεότητα που παραμένει ανοιχτή πληγή έως σήμερα και έχει αναγνωριστεί επίσημα ως η πρώτη γενοκτονία του 20ου αιώνα. Η Ναμίμπια απέκτησε την ανεξαρτησία της το 1990 ύστερα από μακροχρόνιο αγώνα που διεξήγαγε το κίνημα SWAPO.

Η διαδρομή

Το επόμενο πρωινό ακολουθήσαμε τον δρόμο που οδηγεί στον βορρά με προορισμό το Εθνικό Πάρκο Ετόσα. Μια στάση στην τοπική αγορά Oshetu θα μας φέρει σε επαφή με την καθημερινότητα και τις συνήθειες της Κατουτούρα (katutura) της πολυπληθέστερης λαϊκής συνοικίας της πόλης. Γεμάτοι οι πάγκοι της αγοράς με κρέατα (κυρίως μοσχάρι) τα οποία ψήνονται, τεμαχίζονται σε μερίδες και σερβίρονται επί τόπου. Η αγορά διαθέτει επίσης λίγα λαχανικά, πολλά όσπρια, αποξηραμένα κομμάτια κρέατος(beef Jerky) και σκουλήκια τα οποία περιλαμβάνονται στις τροφές που καταναλώνονται από τους ντόπιους.

Δίπλα από τον κεντρικό δρόμο της συνοικίας, το δημοτικό σχολείο του Αγίου Βαρνάβα, δέχεται με χειροκροτήματα και πανηγυρισμούς την προσφορά της Πόπης, δηλαδή τσάντες γεμάτες γραφική ύλη για τα παιδιά, όπως τετράδια, στυλό, μολύβια, πολύχρωμες σβήστρες και ξύστρες. Στο χωριό Οτσιγουαρόνγκο (Otjiwarongo), δυόμιση ώρες πριν φθάσουμε στο Ετόσα επισκεπτόμαστε μια φάρμα κροκοδείλων. Εδώ θα έχουμε την ευκαιρία να ενημερωθούμε για τις πρακτικές εκτροφής και διαχείρισης των ερπετών και να δοκιμάσουμε τοπικές λιχουδιές από κρέας κροκόδειλου.

To Εθνικό Πάρκο Ετόσα

Ο ήλιος γέρνει προς τη δύση, όταν φθάνουμε στο Ετόσα και καθώς απλώνει τις αχτίνες του πάνω από το πάρκο τα απέραντα λιβάδια σαβάνας βάφονται χρυσοκίτρινα. Τα άγρια ζώα κυκλοφορούν ελεύθερα στην επικράτειά τους, αναζητώντας τροφή και θηράματα. Είναι η πρώτη γνωριμία μαζί τους, από το επόμενο πρωινό θα έχουμε την ευκαιρία να τα παρατηρήσουμε πολλές ώρες, να σταθούμε δίπλα τους, να παραμερίσουμε για να περάσουν, να παρακολουθήσουμε τις διαδρομές, τις κινήσεις, το κυνήγι για την αναζήτηση τροφής, ακόμα και τα παιχνίδια τους. Το πάρκο διαθέτει νερόλακκους, τους οποίους τα ζώα επισκέπτονται για να πιούν νερό και να ξεδιψάσουν.

Το Εθνικό Πάρκο Ετόσα, ένας θησαυρός άγριας ζωής καλύπτει έκταση 22.270 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Αποτελείται από απέραντα λευκά αλατώδη τοπία, ξανθά λιβάδια σαβάνας, καθώς και δασώδεις περιοχές με διάσπαρτες ακακίες, πασπαλισμένες με αλατόσκονη. Στην περιοχή του πάρκου ζουν 114 είδη θηλαστικών, 340 είδη πτηνών και πολυάριθμα ερπετά και έντομα. Ανάμεσα σε αυτά καμηλοπαρδάλεις, λιοντάρια, ζέβρες, διάφορα είδη αντιλόπης, όρυγξ, γκνού, κούντου, ελέφαντες, λευκοί και μαύροι ρινόκεροι. Οι ελέφαντες είναι από τους μεγαλύτερους και ψηλότερους στην Αφρική. Οι ενήλικες αρσενικοί ζυγίζουν έως και 6 τόνους. Η λευκή τους εμφάνιση οφείλεται στα αλατώδη πεδία του πάρκου, όπου ξαπλώνουν για να ξεκουραστούν.

Στο κέντρο του πάρκου τραβά το βλέμμα μας μια τεράστια λευκή αλυκή. Το Ετόσα Παν, απομεινάρι μιας λίμνης της εποχής του Πλειστόκαινου. Καλύπτει σχεδόν το 1/5 του πάρκου και στη γλώσσα Οσιβάμπο σημαίνει «Μεγάλος λευκός τόπος». Κι είναι πράγματι ένα απέραντο λευκό αλατούχο πεδίο, το οποίο ακόμα και τα άγρια ζώα αδυνατούν να διασχίσουν. Κατά την περίοδο των βροχών όταν η επιφάνειά του καλύπτεται με νερό προσελκύει χιλιάδες υδρόβια πτηνά και φοινικόπτερα. Ζωηρές πινελιές στο απόκοσμο τοπίο του πάρκου οι τερμιτοφωλιές. Μοιάζουν με μικρούς πήλινους τύμβους και το ύψος τους φθάνει 2,5 – 3 μέτρα.

Πάνω από την σαβάνα ένας ουρανός ατέλειωτος, γαλάζιος κι εκτυφλωτικός, διαφεντεύει το απόκοσμο λευκό τοπίο. Το Ετόσα είναι απόδειξη της ανθεκτικότητας της φύσης και της ακατέργαστης ομορφιάς. Η φύση είναι κυρίαρχη παντού, σε αρμονία με την άγρια ζωή κι ο τόπος ιερός, καθώς έχει συνδεθεί με τελετουργίες αυτοχθόνων που εξασφάλιζαν την ευημερία της κοινότητας. Οι αυτόχθονες εκδιώχτηκαν, αλλά αν σκύψεις πιο προσεκτικά εκτός από τις βαριές πατημασιές του ελέφαντα θα ακούσεις τους ψιθύρους από τα πνεύματα των προγόνων τους.

Με τους Χίμπα και τους Χερέρο

Το επόμενο πρωινό από την επικράτεια των ζώων μεταφερθήκαμε ακόμη βορειότερα, στην περιφέρεια Κουνένε, κοντά στα σύνορα με την Αγκόλα. Εδώ είναι η επικράτεια των Χίμπα. Το Οπούβο, διοικητικό, εμπορικό και πολιτιστικό κέντρο της περιοχής, βρίσκεται σε υψόμετρο 1090 μέτρων. Η γεωγραφική του θέση ανάμεσα σε ηφαιστειακούς κώνους και άνυδρες κοιλάδες το καθιστά πύλη εισόδου σε μια από τις πιο φτωχές και απομονωμένες περιοχές της χώρας. Στο Κουνένε ζουν 50.000 Χίμπα, η πιο εμβληματική και βαθιά συνδεδεμένη με την γη φυλή της Ναμίμπια.

Επισκεφθήκαμε χωριά της περιοχής όπου οι ιθαγενείς, κυρίως γυναίκες και παιδιά μας περίμεναν, αλλά και χωριά όπου πήγαμε απρόσκλητοι και μας καλοδέχτηκαν. Οι Χίμπα είναι από τις τελευταίες φυλές της Αφρικής που διατηρούν σχεδόν ανέπαφες τις παραδόσεις αιώνων παρά τις εξωτερικές επιρροές και την αυξανόμενη τουριστική προσέλευση στην περιοχή. Κι είναι μια σπάνια ευκαιρία αυτή που μας δόθηκε να τους γνωρίσουμε και να μοιραστούμε εικόνες και συναισθήματα από την δική τους καθημερινότητα.

Λαός ανυπότακτος, συμφιλιωμένος με την φύση και το άνυδρο ημιερημικό περιβάλλον, διατηρεί έντονη την επιθυμία για αυτοδιάθεση και νομαδικό τρόπο ζωής. Αποτελούν συγγενική εθνοτική ομάδα με τους Χερέρο με τους οποίους μοιράζονται κοινή γλωσσική βάση και μπορούν να κατανοήσουν ο ένας την γλώσσα του άλλου. Οι Χίμπα ωστόσο παραμένουν ανιμιστές, πιστεύουν στα πνεύματα των προγόνων και στον ανώτερο θεό Μουκούρου σε αντίθεση με τους Χερέρο οι οποίοι εκχριστιανίστηκαν. Οι Χερέρο καθώς και οι Νάμα υπέστησαν γενοκτονία από τους Γερμανούς. Τους Χίμπα η απομονωμένη περιοχή του Κουνένε, όπου δεν έφθασαν οι Γερμανοί, τους προστάτεψε.

Στο χωριό Οτιτζκαντέρο η φιλική υποδοχή συνοδεύτηκε και από τις χαρούμενες φωνές των παιδιών. Μερικές κυκλικές καλύβες φτιαγμένες από ξύλα και λάσπη, ο φράκτης για τα ζώα και στο κέντρο του χωριού η φωτιά, το “ιερό πυρ” (okuruwo) που μένει πάντα αναμμένο και συμβολίζει τη σύνδεση με τους προγόνους. Αυτή είναι μια τυπική εικόνα ενός χωριού Χίμπα, όπου εκτός από τα παιδιά κυκλοφορούν κυρίως γυναίκες και ο γεροντότερος άνδρας σε ηλικία που είναι ο αρχηγός της φυλής. Στη συντροφιά, η δασκάλα των παιδιών που εκτελεί χρέη ξεναγού και μια γυναίκα της φυλής Χερέρο με την παραδοσιακή βικτωριανή ενδυμασία και το τριγωνικό καπέλο. Οι άντρες ασχολούνται με την κτηνοτροφία και βρίσκονται πολλές φορές σε βοσκοτόπια μακριά από τον οικισμό.

Οι γυναίκες ξεχωρίζουν με την εντυπωσιακή εμφάνιση που τονίζεται από το otjize το μείγμα λίπους και κόκκινης ώχρας (μια αργιλώδης χρωστική που βρίσκεται στο τοπικό έδαφος) με το οποίο καλύπτουν τα μαλλιά και το σώμα τους. Τις προστατεύει από τον ήλιο και τα τσιμπήματα των εντόμων και ταυτόχρονα αναδεικνύει την ομορφιά τους και ενισχύει την γυναικεία φιλαρέσκεια. Συνήθως κυκλοφορούν ξυπόλητες και γυμνόστηθες με μια φούστα από δέρμα γύρω από τη μέση και τους γοφούς. Οι περίτεχνες κομμώσεις υποδηλώνουν την ηλικία, την οικογενειακή κατάσταση και την θέση τους στην τοπική κοινωνία. Το Έρεμπε, ένα περίτεχνο διακοσμητικό από δέρμα προστίθεται στην κορυφή της κεφαλής, μετά από τον γάμο ή την μητρότητα. Συμβολική είναι και η σημασία των κοσμημάτων με τα οποία στολίζουν λαιμό, χέρια και πόδια. Οι γυναίκες Χίμπα δεν πλένονται με νερό, το οποίο άλλωστε είναι δυσεύρετο. Καίνε αρωματικά βότανα και ρίζες και με τον καπνό καθαρίζουν το σώμα τους.

Η αισθητική αποτελεί παράδοση και απαιτεί πολύωρη προετοιμασία. Οι γυναίκες ωστόσο καταφέρνουν και βρίσκουν χρόνο ώστε να ασχοληθούν με την φροντίδα των παιδιών και άλλες βαριές εργασίες, όπως το άρμεγμα των ζώων, το χτίσιμο μιας καλύβας, η αναζήτηση τροφής, η μεταφορά νερού και καυσόξυλων, το μαγείρεμα. Η βασική διατροφή τους περιλαμβάνει χυλό καλαμποκιού, γάλα, ξινόγαλα, αυγά, βότανα, μέλι και σπανιότερα κρέας. Τα κοπάδια τους από αγελάδες και κατσίκια αποτελούν το κύριο μέσο επιβίωσης και ένδειξη πλούτου. Η κοινωνία των Χίμπα είναι πολυγαμική, αλλά και μητριαρχική, καθώς οι γυναίκες παίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαδικασία λήψης των αποφάσεων.

Καταρράκτες Επούπα

Η περιφέρεια Κουνένε πήρε το όνομά της από τον ομώνυμο ποταμό. Μοιάζει απίστευτο κι όμως σε αυτή την άνυδρη ηφαιστειογενή περιοχή στον ακριτικό βορρά της χώρας υπάρχει ένας ποταμός, ο Κουνένε που δίνει ζωή στο ξηρό τοπίο. Ο Κουνένε οριοθετεί τα βόρεια σύνορα της χώρας με την Αγκόλα. Κατεβαίνει ορμητικός από τα υψίπεδα της γειτονικής χώρας κι όταν συναντά το βραχώδες τοπίο της περιοχής, σχηματίζει μια σειρά από εντυπωσιακούς καταρράκτες. Καταρράκτες Επούπα, μια απροσδόκητη όαση, ένας κρυμμένος θησαυρός που παραμένει ανεξερεύνητος. Λίγοι ταξιδιώτες φθάνουν έως εδώ καθώς ο δρόμος σε πολλά σημεία παραμένει τραχύς κι απροσπέλαστος.

Το τολμήσαμε, διασχίσαμε χείμαρρους και ρέματα, σε μια μεγάλη διαδρομή με ατέλειωτη σκόνη, στο τέλος όμως του δρόμου η εικόνα που αντικρίσαμε μας αποζημίωσε. Τα κρυστάλλινα νερά του Κουνένε ανοίγουν ένα διάδρομο ζωής ανάμεσα στους γρανιτένιους κόκκινους βράχους δημιουργώντας ένα θαύμα βιοποικιλότητας, μια πράσινη όαση γύρω από τις όχθες του. Οι καταρράκτες εκτείνονται σε μήκος 1,5 χλμ κι οι ορμητικές πτώσεις τους πέφτουν από ύψος 37 μέτρων. Πήραν το όνομα Επούπα που σημαίνει αφρός στη γλώσσα των Χίμπα, καθώς ένα λευκό σύννεφο ομίχλης αναδύεται πάνω από τα τραχιά πετρώματα. Το ουράνιο τόξο απλώνει την χρωματική παλέτα του πάνω στα νερά, επισφραγίζοντας την δροσιά και την αύρα τους.

Φοίνικες, πλατάνια, αλλά και σπάνια ενδημικά φυτά σχηματίζουν μια εικόνα πλούσιας βλάστησης στην περιοχή. Πανύψηλα μπαομπάμπ κρέμονται από τους βραχώδεις σχηματισμούς, κάποια από αυτά απλώνουν τις αρχαίες ρίζες τους στη γη, σαν μια ασπίδα προστασίας γύρω από το ιερό τοπίο.
Πριν πάρουμε το δρόμο της επιστροφής θα επισκεφθούμε ένα ακόμη χωριό Χίμπα λίγα λεπτά απόσταση από τους καταρράκτες. Τρεις τέσσερις καλύβες όλες κι όλες στημένες σε ένα απόκοσμο τοπίο που μοιάζει πασπαλισμένο με πάπρικα. Αργά το βράδυ φτάνουμε στο Οπούβο κάτασπροι από την σκόνη.

Νταμάραλαντ και Νταμάρα

Ο δρόμος προς τον ωκεανό και την έρημο Ναμίμπ περνά από το Κορίχας και την Νταμάραλαντ. Μια ζωντανή τοιχογραφία από πέτρα και φως στην καρδιά της βορειοδυτικής Ναμίμπια. Εδώ η γη βάφεται στις αποχρώσεις της σκουριάς και της ώχρας, οι γρανιτένιοι λόφοι της υψώνονται σαν κύματα και ο ουρανός της δεν γνωρίζει σύννεφα. Στη Νταμάραλαντ η ομορφιά έχει το ξανθό χρώμα του αγριόχορτου, είναι μοναχική και μεγαλειώδης.

Ένα τοπίο αρχέγονο που ψιθυρίζει ιστορίες ανθρώπων της λίθινης εποχής, τότε που η επιβίωση ήταν τέχνη. Φωλιασμένη ανάμεσα στο εμβληματικό όρος Brandberg και το μικρό οικισμό Twyfelfontein, η γη των Νταμάρα, δεν είναι απλώς μια ακόμη έρημος. Είναι ένας τόπος με ιδιαίτερη πολιτιστική και γεωλογική σημασία, καθώς συνδυάζει τα γεωλογικά μνημεία, με την πλούσια βιοποικιλότητα και τους αρχαιολογικούς θησαυρούς. Σήμερα οι βράχοι του Τουάιφελφοντέϊν φιλοξενούν τη μεγαλύτερη συγκέντρωση βραχογραφιών στην Αφρική και η περιοχή περιλαμβάνεται από το 2007 στον Κατάλογο Μνημείων Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO. Σκαλισμένα από τους Σαν (Bushmen) κυνηγούς-τροφοσυλλέκτες της λίθινης εποχής, τα πετρογλυφικά απεικονίζουν μορφές άγριας ζωής, καμηλοπαρδάλεις, ρινόκερους, λιοντάρια, ελέφαντες, στρουθοκαμήλους, αλλά και ανθρώπινες μορφές με τελετουργικό και σαμανικό χαρακτήρα. Χαρακτηριστική είναι η βραχογραφία με το λιοντάρι που φέρει ανθρώπινα άκρα.

Οι βραχογραφίες έχουν δημιουργηθεί με αιχμηρά εργαλεία από χαλαζίτη πάνω στα ψαμμιτικά πετρώματα, υπολογίζονται σε περισσότερες από 2.500 και χρονολογούνται από 2000 έως 6000 χρόνια πριν. Κατά μία άποψη οι Σαν χρησιμοποιούσαν τα χαράγματα για να παράσχουν πληροφορίες στις νεότερες γενιές για τα ζώα και τις πηγές, οι οποίες στην περιοχή είναι δυσεύρετες. Τουάιφελφοντέϊν άλλωστε σημαίνει «αμφίβολη πηγή». Βραχογραφίες έχουν αποκαλυφθεί και στο όρος Μπράντμπεργκ με πιο γνωστή τη «Λευκή κυρία» μια παράσταση που χρονολογείται από 2000 έως 4000 χρόνια πριν με τελετουργικό χαρακτήρα.

Στα Organ Pipes (Αυλοί των Οργάνων) μια ομάδα βασαλτικών σχηματισμών της Νταμάραλαντ, η γεωλογία συναντά την μεταφυσική και η πέτρα παύει να είναι απλώς υλικό, γίνεται ρυθμός και ανάσα. Οι κάθετες στήλες από βασάλτη υψώνονται σαν χορδές οργάνων περιμένοντας τον άνεμο να τις αγγίξει για να αντηχήσει η μουσική αιώνων. Σε κοντινή απόσταση το πετρωμένο δάσος (Petrified Forest) ένας σιωπηλός ύμνος στην αιωνιότητα μας αποκαλύπτει 50 απολιθωμένους κορμούς δέντρων ηλικίας περίπου 280 εκατομμυρίων ετών. Δέντρα-γίγαντες με τους κορμούς τους να φθάνουν σε μήκος έως και τα 45 μέτρα, φέρουν ακόμη αναλλοίωτα τα σημάδια του φλοιού και τους ρόζους τους. Λέγεται πως μια βιβλική πλημμύρα τα έφερε ως εδώ, η άμμος τα προστάτεψε, τα σκέπασε κι έτσι χωρίς οξυγόνο απέφυγαν τη σήψη και πέρασαν στην αθανασία.

Δίπλα τους η Βελβίτσια (Welwitschia Mirabilis) το υπεραιωνόβιο φυτό-σύμβολο της Ναμίμπια που ζει πάνω από 1000 χρόνια, αλλά και το Εντελβάις της ερήμου (Namib edelweiss), το οποίο εμφανίζει θαυμαστή ικανότητα επιβίωσης. Η Νταμάραλαντ φιλοξενεί επίσης μερικά από τα πιο ανθεκτικά είδη στη γη, όπως οι ελέφαντες που έχουν προσαρμοστεί στην έρημο. Είναι επίσης το τελευταίο καταφύγιο για το λιοντάρι της ερήμου που απειλείται με εξαφάνιση.

Οι Νταμάρα, μία από τις αρχαιότερες φυλές στη Ναμίμπια, υπολογίζονται σήμερα σε 120.000 άτομα. Οι περισσότεροι ζουν στη Νταμάραλαντ, αλλά σε μικρές ομάδες, με χαλαρή κοινωνική οργάνωση βασιζόμενη κυρίως σε συγγενικούς δεσμούς. Η αποικιοκρατία και η περιθωριοποίηση που υπέστησαν την περίοδο του απαρτχάϊντ τους απέκοψε από τον παραδοσιακό τρόπο ζωής. Σήμερα ένα «ζωντανό» μουσείο στην καρδιά της Νταμάραλαντ το Damara Living Museum, προσπαθεί να αναβιώσει την κουλτούρα και τον παραδοσιακό τρόπο ζωής της φυλής. Δεν πρόκειται για ένα στατικό χώρο με εκθέματα, αλλά για μια αναπαράσταση παραδοσιακού χωριού, όπου οι συμμετέχοντες, περίπου 40 άτομα, επιδεικνύουν τις παραδοσιακές τεχνικές των προγόνων τους. Εδώ βλέπουμε ζωντανά την κατασκευή όπλων και εργαλείων, την επεξεργασία του δέρματος, τη χρήση φυτών για φαρμακευτικούς σκοπούς, αλλά και επίδειξη παραδοσιακών χορών της φυλής.

Ακτή Σκελετών και Κέιπ Κρός

Την επομένη αφήσαμε πίσω τους χωματόδρομους. Θα τους ξαναβρούμε, αλλά σήμερα ο δρόμος μας οδηγεί στον Ατλαντικό Ωκεανό. Skeleton Coast και Cape Cross μια ατέλειωτη ακτογραμμή, όπου η μόνη συντροφιά είναι το σφύριγμα του ανέμου και ο παφλασμός των κυμάτων. Είναι και τα κουφάρια των πλοίων και των φαλαινών που ξεβράζουν τα μανιασμένα κύματα κι οι ανθρώπινοι σκελετοί που κείτονται στην ακτή. Σουρεαλιστικές εικόνες που σου δίνουν την αίσθηση πως πατάς σε άλλο πλανήτη. Η ακτή των Σκελετών είναι γνωστή για τα ισχυρά ρεύματα, την επικινδυνότητα και την πυκνή ομίχλη της. Έχει καταγράψει ιστορίες αμέτρητων ναυαγίων αλλά και ναυαγών που ενώ γλύτωσαν από τα κύματα δεν κατάφεραν να επιβιώσουν στην αφιλόξενη ακτή και στην έρημο.

Στο Κέιπ Κρός κατάφερε πάντως να αποβιβαστεί το 1486 ο εξερευνητής Diogo Cao και να τοποθετήσει τον σταυρό (padrao) για λογαριασμό του βασιλιά της Πορτογαλίας, ένα από τα πρώτα σημάδια ευρωπαϊκής παρουσίας στην Αφρική. Σήμερα το Κέϊπ Κρος είναι ένα μέρος, όπου μπορείς να δεις χιλιάδες φώκιες να χαλαρώνουν στην παραλία ή να παίζουν με τα κύματα του Ατλαντικού. Κατά την αναπαραγωγική περίοδο συγκεντρώνονται εδώ έως και 210.000 φώκιες, καθιστώντας το Κέϊπ Κρός την μεγαλύτερη αποικία φώκιας στον κόσμο. Το κρύο ρεύμα Benguella που έρχεται από την Ανταρκτική φέρνει πολλά ψάρια στην περιοχή και την καθιστά ιδανική για την ανάπτυξή τους.

Σβάκοπμουντ και Γουάλβις Μπέϊ

Ακολουθώντας την ακτογραμμή του Ατλαντικού θα φθάσουμε στην Σβάκοπμουντ κι από εκεί στο Γουάλβις Μπέϊ. Η Σβάκοπμουντ ιδρύθηκε από Γερμανούς αποίκους το 1892, στις εκβολές του ποταμού Σουάκοπ, εκεί όπου η έρημος Ναμίμπ συναντά τον Ατλαντικό Ωκεανό. Το αποικιακό στοιχείο και οι γερμανικές επιρροές παραμένουν ισχυρές έως σήμερα τόσο στην αρχιτεκτονική όσο και στην καθημερινότητα της πόλης. Η γερμανική γλώσσα ακούγεται ευρέως στους δρόμους, ενώ οι παραδόσεις συνυπάρχουν με τις ευρωπαϊκές επιρροές σε μια ιδιαίτερη πολιτισμική σύνθεση. Η πόλη συγκεντρώνει 45.000 κατοίκους και αποτελεί το κύριο παραθαλάσσιο θέρετρο της χώρας.

Το Γουάλβις Μπέϊ, περίπου 40 χλμ. νότια της Σβάκοπμουντ, είναι το σημαντικότερο και το μοναδικό φυσικό λιμάνι της χώρας. Η πόλη ήταν υπό βρετανικό έλεγχο από το 1878 έως και το 1994, οπότε ενσωματώθηκε επίσημα στη Ναμίμπια. Σήμερα συγκεντρώνει περισσότερους από 60.000 κατοίκους και είναι μια πόλη που συνδυάζει την βιομηχανική και εμπορική δραστηριότητα με την προστασία του περιβάλλοντος και την οικολογία. Η λιμνοθάλασσα του Γουάλβις Μπέϊ συγκεντρώνει τεράστιους αριθμούς πτηνών, ανάμεσά τους πολλά φοινικόπτερα κι αποτελεί ένα υγρότοπο διεθνούς ενδιαφέροντος που έχει ενταχθεί στη συνθήκη Ραμσάρ. Δίπλα από τις αλυκές κατά μήκος της εκπληκτικής ακτογραμμής, εκτείνονται οι ροζ λίμνες του κόλπου, ένα φυσικό θαύμα της φύσης. Το ρόδινο χρώμα τους οφείλεται στη χρωστική ουσία ενός είδους φυκιού το οποίο ευδοκιμεί σε αλμυρά περιβάλλοντα. Το χρώμα των λιμνών αλλάζει ανάλογα με τον καιρό και τις συγκεντρώσεις αλατιού στις αλυκές καθ όλη την διάρκεια του έτους.

Λίγα χιλιόμετρα νοτιότερα του Γουάλβις Μπέι η ακτογραμμή «χάνεται» και στη θέση της υψώνονται οι τεράστιοι αμμόλοφοι του Sandwich Harbour. Ένα όχημα 4Χ4 θα μας μεταφέρει ως εκεί, όπου θα ζήσουμε μια εμπειρία μαγική και πρωτόγνωρη με βόλτες ανάμεσα στους αμμόλοφους σε ένα παραμυθένιο σκηνικό που σκηνοθέτησε η φύση. Στο Sandwich Harbour οι αμμόλοφοι της Ναμίμπ βουτούν κατευθείαν στον Ατλαντικό, σε ένα απρόσμενο συναπάντημα με τα ωκεάνια κύματα. Οι χρυσαφένιοι κυματιστοί όγκοι τους σμιλεμένοι από τον άνεμο, μεταφέρουν τον ψίθυρο της άμμου καθώς σμίγει με τις σκιές και την υγρή ανάσα του ωκεανού.

Η κορυφή των αμμόλοφων μας προσφέρει άπλετη θέα στην έρημο και τον Ατλαντικό. Ο ωκεανός, όταν ο ήλιος χαμηλώνει, αντανακλά το φως από τις ακτίνες του, μεταμορφώνεται, ημερεύει, βάφεται χρυσαφένιος. Επιστρέφοντας στη Σβάκοπμουντ θα απολαύσουμε τοπικά πιάτα με τα φρέσκα θαλασσινά της περιοχής. Την επομένη θα πάρουμε τον δρόμο για το εσωτερικό της Ναμίμπ. Εκεί όπου οι πύρινοι αμμόλοφοι αφηγούνται ιστορίες αιώνων.

Στο Σολιταίρ

Κινούμαστε στην έρημο, ανάμεσα σε αμμώδεις κοιλάδες και άνυδρους λόφους. Και ξαφνικά μέσα στο απέραντο γυμνό τοπίο προβάλλει ένα ίχνος ζωής. Η ταμπέλα γράφει Σολιταίρ, ένας λιλιπούτειος οικισμός, που θυμίζει σκηνικό από κινηματογραφική ταινία. Το πρατήριο καυσίμων, μια μικρή εκκλησία, το παντοπωλείο με το εστιατόριο, 2-3 μικρά καταλύματα κι ένας απλός ξενώνας. Η εικόνα συμπληρώνεται με τους διάσπαρτους κάκτους και το ρετρό στοιχείο, από τα σκουριασμένα κουφάρια των παλιών αυτοκινήτων στην είσοδο του οικισμού. Μια υπενθύμιση της μακράς σχέσης του ανθρώπου με το ταξίδι, την εγκατάλειψη και την επιβίωση.

Το Σολιταίρ ιδρύθηκε την δεκαετία του 1940 από ευρωπαίους εποίκους ως ένας σταθμός ανεφοδιασμού. Στα χρόνια που ακολούθησαν παρέμεινε απομονωμένο αν κι έγινε σημείο αναφοράς για τους ταξιδιώτες που διέσχιζαν την έρημο. Σήμερα φημίζεται και για την γαστρονομική του παράδοση, την τοπική μηλόπιτα, που απολαμβάνει κάθε ταξιδιώτης που διέρχεται από εδώ. Η περιοχή διαθέτει κι ένα καταφύγιο προστασίας Τσιτάχ κι είχαμε την ευκαιρία, πριν καταλήξουμε στο βραδινό μας κατάλυμα, να το επισκεφθούμε και να δούμε από κοντά τους γατόπαρδους, τους ταχύτερους δρομείς του πλανήτη.

Σοσουσβλέϊ – Η Καρδιά της Ναμίμπ

Χαράματα ξεκινήσαμε από το Σολιταίρ με προορισμό την καρδιά της Ναμίμπ. Το Σοσουσβλέϊ είναι μία ελεγεία στο φως, στον άνεμο, στο χρόνο, στην αιωνιότητα της ερήμου. Ένα σουρεαλιστικό τοπίο που όμοιό του δεν υπάρχει στη γη. Γεμάτο διάσπαρτους πύρινους αμμόλοφους που αλλάζουν σχήμα ανάλογα με το σφύριγμα και το άγγιγμα του ανέμου. Κάποιοι υπερβαίνουν σε ύψος τα 300 μέτρα, οι κορυφές τους είναι αέρινες, κυματιστές κι άλλες κοφτερές σαν μαχαίρι. Ο Big Daddy είναι ο ψηλότερος αμμόλοφος στην περιοχή. Το ύψος του φθάνει τα 325 μέτρα και η ανάβαση είναι ιδιαίτερα απαιτητική και πολύωρη.

Εμείς θα επιλέξουμε τον Αμμόλοφο 45. Το ύψος του φθάνει τα 170 μέτρα, είναι ο πιο προσιτός και η δυσκολία στην ανάβαση είναι μικρότερη. Και η αναμέτρηση με ένα από τα θαύματα της Ναμίμπ αρχίζει. Τα πόδια βουλιάζουν και καθώς το βλέμμα μου διατρέχει την κάθετη πλαγιά έχω την αίσθηση πως ο αμμόλοφος αντιμάχεται όσους προσπαθούν να τον κατακτήσουν. Ευτυχώς η άμμος υποχωρεί λιγότερο από όσο περίμενα. Η πρωινή δροσιά την κρατάει ακόμη σταθερή κι η ανάβαση δεν είναι τόσο επίπονη. Απαιτεί ωστόσο απόλυτη ισορροπία καθώς μπορεί να διαλυθεί από ένα απρόσεκτο πάτημα και να προσγειωθείς σε δευτερόλεπτα σαν κουβάρι στη βάση του αμμόλοφου.

Η ανάβαση διακόπτεται από σύντομες στάσεις, καθώς δεν μπορώ να αντισταθώ στην ομορφιά του τοπίου που ξετυλίγεται γύρω μου. Φθάνοντας στην κορυφή η άπλετη θέα είναι μοναδική. Το βλέμμα μου χάνεται πέρα από τον άνεμο σε έναν ωκεανό από άμμο. Διατρέχει τις κυματιστές κορυφές των διάσπαρτων αμμόλοφων που αλλάζουν χρώμα ανάλογα με το φως και τα οξείδια σιδήρου που κρύβουν μέσα τους. Μια παλέτα αποχρώσεων της ώχρας, της φωτιάς, του πορτοκαλιού, της κανέλας, της πάπρικας. Μοναδικές πράσινες πινελιές λίγες ακακίες και μικροί θάμνοι εξακολουθούν να ανθίστανται στην ξηρότητα του γυμνού τοπίου. Αφήνομαι στην εκκωφαντική σιωπή, στην αρχέγονη ομορφιά και στο γεμάτο δύναμη και μαγεία πρόσωπο της ναμιμπιανής ερήμου.

Οι «άψυχες» ακακίες του Ντέντβλεϊ

Μισή ώρα πεζοπορία στην άμμο και το αλατώδες πεδίο θα μας οδηγήσει στο Ντέντβλεϊ. Το πιο μυστηριώδες τοπίο της Ναμίμπ. Μια λευκή αργιλώδης λεκάνη με μαύρες φιγούρες-σκελετούς που μοιάζουν με γλυπτά από έβενο. Περιβάλλεται από πορτοκαλί αμμόλοφους σε μια δραματική αντίθεση που δημιούργησε η φύση. Μια σπουδή πάνω στο φως τη σκιά και την αιώνια αναμονή είναι το τοπίο της Ντέντβλεϊ. Τα «άψυχα» δέντρα, κυρίως ακακίες, στέκονται μοναχικές και αγέρωχες μάρτυρες μιας άλλης εποχής όταν το νερό κυλούσε ακόμη στην έρημο. Το τοπίο σχηματίστηκε πριν από 900 χρόνια, όταν ο ποταμός Tsauchab που του έδινε ζωή αποκόπηκε από τους αμμόλοφους και η περιοχή στέρεψε από νερό. Τα δέντρα νέκρωσαν, οι κορμοί τους μαύρισαν από τον καυτό ήλιο της ερήμου, αλλά η ξηρασία τα προστάτευσε και δεν διαλύθηκαν. Οι αιωνόβιοι κορμοί των ακακιών εξακολουθούν να πατούν στην ραγισμένη από την δίψα αργιλώδη επιφάνεια, ενώ τα κλαδιά τους υψώνονται στον ουρανό σαν να προσεύχονται.

Κοιτάζοντάς τις «άψυχες» ακακίες έχεις την αίσθηση πως οι ψυχές τους είναι ακόμα εδώ. Αιωρούνται πάνω από τους ξύλινους κορμούς μάρτυρες μια αέναης πάλης ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο. Στην είσοδο του Σόσουσβλεϊ το φαράγγι Σέσριεμ (Sesriem), είναι μία εντυπωσιακή χαράδρα βάθους 30 μέτρων, όπου θα κατέβουμε πεζή και θα εξερευνήσουμε το στενό πέρασμά του. Το επιβλητικό γεωλογικό τοπίο έχει σμιλευτεί επί χιλιετίες από τα νερά του ποταμού Tsauchab κι έχει πάρει το όνομά του από τα «έξι λουριά» βοδιών που χρησιμοποιούσαν για την άντληση των νερών. Το φαράγγι εκτός από φυσικό μνημείο, ήταν και μια πηγή επιβίωσης σε μια περιοχή που διψούσε.

Εθνικό Πάρκο Ναμίμπ Naukluft

Η Ναμίμπ είναι η αρχαιότερη έρημος στον κόσμο με ηλικία που ξεπερνά τα 55 εκατομμύρια χρόνια. Απλώνεται από τον Ατλαντικό Ωκεανό έως και 200 χιλιόμετρα μέσα στην ενδοχώρα. Το μήκος της εκτείνεται στα 1500 χιλιόμετρα παράλληλα με την ακτογραμμή. Στο νότο συναντά την έρημο Καλαχάρι. Το προστατευόμενο τμήμα της, το Εθνικό Πάρκο Naukluft, η «καρδιά» της Ναμίμπ καλύπτει πάνω από 50.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα κι είναι από τα μεγαλύτερα εθνικά πάρκα στον κόσμο. Η περιοχή των αμμοθινών από το 2013 αποτελεί Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO.
Η έρημος φιλοξενεί μια ποικιλία άγριας ζωής από αντιλόπες και καμηλοπαρδάλεις μέχρι λιοντάρια. Παρά το σκληρό περιβάλλον της διαθέτει πλούσια κοιτάσματα ορυκτών, όπως διαμάντια, χαλκό και ουράνιο.

Ο κύκλος του ταξιδιού θα κλείσει στην πρωτεύουσα, όπως ακριβώς άρχισε. Με μια τελευταία ματιά, θα αποχαιρετήσουμε την χώρα γεμάτοι εικόνες και συναισθήματα. Η Ναμίμπια είναι μια πλούσια σε φυσικούς πόρους χώρα με φτωχούς ανθρώπους που γνώρισαν το σκληρό πρόσωπο της αποικιοκρατίας και του απαρτχάϊντ, αλλά επέζησαν. Θα κρατήσω ζωντανή στην μνήμη μου την απεραντοσύνη και το απόκοσμο τοπίο της, τη γλυκόπικρη μελαγχολία στα πρόσωπα των κοριτσιών Χίμπα, τα γέλια και την ανυπόκριτη χαρά στα μάτια των παιδιών της Κατουτούρα, αλλά και τη λάμψη και το πλατύ χαμόγελο στο πρόσωπο της Πόπης.

Διαβάστε ακόμα:

8 εντυπωσιακά ριάντ του Μαρακές: Εξωτισμός, πολυτέλεια και τοπικό χρώμα

Hurghada: Γαλάζια νερά και σαφάρι με φόντο τα αριστουργήματα της αρχαίας Αιγύπτου

Κάιρο: Η πρωτεύουσα των αντιθέσεων και του όμορφου χάους