Το ζήτημα του απολογισμού του ταξιδιού της ζωής είναι κάτι που έχει απασχολήσει τη μεγαλύτερη μερίδα των ανθρώπων, από τους αρχεγόνους πολιτισμούς έως και σήμερα. Η τέχνη έχει αγγίξει και εκείνη, με τη σειρά της, αυτή την ευαίσθητη χορδή, από και προς όλες τις κατευθύνσεις. Πολλά βιβλία έχουν γραφτεί πάνω στο ζήτημα αυτό, θεατρικά κείμενα και σειρές, αρκετά τραγούδια και ακόμα περισσότερα ποιήματα.
Το νόημα της ζωής είναι ένα ερώτημα που απασχολεί όλους, αλλά κανείς δεν γνωρίζει την απάντηση με σιγουριά. Ποιο είναι το νόημα της ζωής; Τι κρατάς τελικά στο τέλος αυτού του ταξιδιού; Τι σου έχει εντυπωθεί περισσότερο ως μάθημα, μέχρι τη στιγμή που μιλάμε, από το δικό σου προσωπικό ταξίδι;
Αυτές ήταν κάποιες από τις ερωτήσεις που έρχονταν συνεχώς στο προσκήνιο των σκέψεών μου τον τελευταίο καιρό και τις έθεσα προς συζήτηση σε κάποιους από τους ανθρώπους των οποίων εκτιμώ την οπτική πάνω σε αυτό το μυστήριο που λέγεται ζωή. Οι απαντήσεις που έλαβα ήταν τόσο διαφορετικές μεταξύ τους, ώστε αξίζει η καθεμία τον δικό της χώρο και χρόνο, για να μάθουμε, να εμπνευστούμε και να κατανοήσουμε το τόσο διαφορετικό ταξίδι ζωής κάθε ανθρώπου. Διαφορετικές φάσεις, διαφορετικές καριέρες και ηλικίες και, σίγουρα, διαφορετικά μαθήματα ζωής.
Η φράση που κρατώ περισσότερο από την απάντηση της Ε. είναι το «Μην το ψάχνεις και πολύ», κάτι που πάει αντίθετα στους «νόμους της εποχής μας», όπου κυριαρχεί το overthinking και η σύγκριση με τους γύρω μας, και πραγματικά η προσέγγισή της με γοητεύει. «Ειλικρινά, δεν έχω να δώσω σε κανέναν μια σαφή και ξεκάθαρη απάντηση. Κι αυτό είναι μάλλον που μ’ ευχαριστεί περισσότερο σ’ αυτή τη ζωή. Το ότι ποτέ ως τώρα, στα 35 μου, δεν την προ-όρισα, δεν την καλούπωσα και δεν προσπάθησα στο ελάχιστο να την προβλέψω. Το ότι ανοίγει και κλείνει κύκλους, μα ποτέ δεν είναι ομόκεντροι. Το ξέρω, κι εγώ με δυσκολεύω ενίοτε ως επιπόλαιη, που μάλλον είμαι. Αλλά μέσα στα χιλιάδες δωματιάκια του δαιδαλώδους συστήματος που λέγεται εγκέφαλος, μοιράζονται το νοίκι ένας σωρός αχρείαστες και μη πληροφορίες, που με ξελάσπωσαν σε κάθε σοβαρή κι ασόβαρη κουβέντα, μια χαζοχαρούμενη παιδικότητα που την τρέφω και με τρέφει άκοπα. Οι πολλές σαχλο-έγνοιες για την κόρη μου, η ανελέητη καλτίλα των 90s, οι ξαφνικές αποφάσεις μου, τα αμέτρητα αναγνώσματα και οι παραστάσεις που αλλάζουν διαρκώς την οπτική του κόσμου μου, καθώς και η προαιώνια επιταγή μου να χαρίζομαι με όλη μου την καρδιά σε παρέες. Η τελική αποταμίευση σε στιγμές και γέλια και επουδενί σε ύλη. Αν λοιπόν πρέπει σώνει και καλά να πω κάτι για το νόημα της ζωής, είναι να μην το ψάχνεις και πολύ. Ή, τουλάχιστον, να μη ζορίζεσαι ψάχνοντάς το. Σ’ αυτό το λούνα παρκ, να ξοδεύεις αλόγιστα, άφοβα και επιδεικτικά τις μάρκες σου σε φίλους καρδιάς, σε έρωτες που θα θυμάσαι, σε ωραίους παρορμητισμούς, σε βιβλία, θέατρα και σινεμά, σε κάθε είδους γνώση, σε ταξίδια στο διπλανό χωριό και στην άλλη άκρη του κόσμου, σε νυχτερινές συζητήσεις στην παραλία. Να ανακατεύεις πάντα την τράπουλα και να μετακινείς με θράσος τις πινέζες στους χάρτες σου. Για τα ωραιότερα που σε περιμένουν. Για να σκορπίζεις τη θετική σου αύρα σαν αρωματικό χώρου. Για να βεβαιωθείς ότι περισσεύει και για όσους χάνονται, αναζητώντας την πεμπτουσία της ζωής».
Πόσο εύκολο και πόσο δύσκολο είναι, στ’ αλήθεια, να μένεις δυνατός όσο σε δοκιμάζουν καταστάσεις; Η Χ. αυτό κρατά ως μάθημα ζωής: να συνεχίζει, ακόμη κι όταν οι συνθήκες δεν ευνοούν. «Τι θυμάμαι από τη ζωή; Θυμάμαι τον κόπο. Θυμάμαι πόσο δύσκολο ήταν να κατακτήσω όσα χρειάζονταν, για να νιώσω ότι πατάω στα πόδια μου. Τίποτα δεν ήρθε εύκολα και τίποτα δεν ήρθε χωρίς πόνο. Υπήρξαν στιγμές που κουράστηκα, που ένιωσα πως δεν έχω άλλα αποθέματα, που αναρωτήθηκα αν αξίζει να συνεχίσω να προσπαθώ. Κι όμως, πάντα κάτι με κρατούσε. Ίσως η ανάγκη να μην τα παρατήσω, ίσως η ελπίδα ότι ο κόπος κάποτε θα δικαιωθεί. Από όσα έζησα, έμαθα ότι η ευτυχία δεν είναι μια μόνιμη κατάσταση. Δεν είναι κάτι που κατακτάς και μετά ησυχάζεις. Είναι ένας αγώνας καθημερινός, συχνά σιωπηλός, άλλοτε εκκωφαντικός. Η ευτυχία υπάρχει μέσα σε μικρές στιγμές, μέσα σε ανάσες ανακούφισης, μέσα στην αίσθηση ότι, παρά τη δυσκολία, συνεχίζω. Έμαθα ότι μπορώ να νιώσω ευτυχισμένη ακόμη και όταν πονάω, όχι επειδή ο πόνος φεύγει, αλλά επειδή μαθαίνω να τον αντέχω και, μέσα από αυτόν, να συνεχίζω. Στο τέλος, αυτό που μένει μέσα μου δεν είναι οι μεγάλες χαρές ούτε οι μεγάλες νίκες. Είναι η διαδρομή. Είναι ο κόπος που έκανα, οι πληγές που με άλλαξαν και η δύναμη που δεν ήξερα ότι είχα. Ίσως, τελικά, το νόημα της ζωής να βρίσκεται ακριβώς εκεί: στο ότι συνεχίζω, ακόμη κι όταν δεν είναι εύκολο».
Την ίδια πορεία σκέψης έρχεται να συμπληρώσει, με τις δικές της εμπειρίες, η Φ. Με διαφορετικό ταξίδι και διαφορετικές κατευθύνσεις, χωρίς να γνωρίζονται, αλλά με τόσα κοινά σημεία να τέμνουν τις ζωές τους. «Πιο έντονα από τη ζωή θυμάμαι τα νεανικά μου χρόνια, όταν ήμουν φοιτήτρια και είχα πολύ ελεύθερο χρόνο, όταν ο χρόνος μου ξοδευόταν όπως ήθελα εγώ και ήμουν ελεύθερη να τον κάνω ό,τι θέλω. Δεν υπήρχαν τα προβλήματα του ενήλικα τότε, μόνο τα προβλήματα της ηλικίας και της εκπαίδευσης. Θυμάμαι έντονα τις σπουδές μου, με πόσα συναισθήματα και εμπειρίες γέμισα την ψυχή μου από τα ταξίδια, τις γνώσεις, τους ανθρώπους που συναναστράφηκα και αγάπησα, τις στιγμές που μοιράστηκα. Θυμάμαι την επαγγελματική μου πορεία, τα πρώτα μου βήματα και όσα έχω διανύσει για να φτάσω στο σήμερα. Θυμάμαι τα έντονα συναισθήματα που έχω νιώσει με φίλες μου και με συντρόφους, τους έρωτες, τις απογοητεύσεις. Θυμάμαι στιγμές και καταστάσεις στο πλαίσιο της οικογένειας: συγκρούσεις, χαρές, πένθη, απογοητεύσεις. Θυμάμαι έντονα την περίοδο της εγκυμοσύνης μου, ιδίως προς το τέλος, που είχε δυσκολίες, άγχος και φόβο. Αυτό που έχω μάθει πιο έντονα από το ταξίδι μου στη ζωή είναι να προχωράω, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό και με όποιο κόστος, να μην το βάζω κάτω και να προσπαθώ να εξελίσσομαι. Έμαθα ότι όσο πιο γρήγορα προσαρμόζεσαι στις συνθήκες, όσο πιο γρήγορα ελίσσεσαι στις αναποδιές, τόσο πιο εύκολα προχωράς, ξεπερνάς, ορθοποδείς. Όσα έχω βιώσει μέχρι σήμερα με έχουν βοηθήσει να παίρνω κουράγιο και να σκέφτομαι ότι η ζωή έχει χαρές και είναι όμορφη, άσχετα αν αυτό το βρίσκω όλο και λιγότερο μεγαλώνοντας. Τι, στ’ αλήθεια, μένει χαραγμένο μέσα μου; Οι άνθρωποι που περνούν από τη ζωή μου και μοιραζόμαστε τον χρόνο, άλλοι χάνονται και άλλοι μένουν, όλοι όμως κάτι δίνουν, κάτι μου αφήνουν πίσω. Η ανθρώπινη σύνδεση και τα συναισθήματα που φέρω για την καθεμιά από αυτές μένουν μέσα μου χαραγμένα. Οι στιγμές που έχω περάσει με ανθρώπους που αγαπώ και αναπολώ».
Γυρνώντας εκεί απ’ όπου ξεκινήσαμε, έρχεται ο Α. να μας θυμίσει πως η ζωή είναι βγαλμένη μέσα από την τέχνη ή και το αντίθετο! Ποιος μιμείται ποιον στο τέλος; «Τι είναι η ζωή, ε; “Τρία γράμματα”, μας είπε κάποτε η Αρβανιτάκη στους στίχους της Νικολακοπούλου. “Παρόν, παρελθόν και μέλλον”, θα έλεγαν οι κανόνες της γραμματικής που διδάσκω. “Ένα τρένο με τις στάσεις να διαδέχονται η μία την άλλη και τους ανθρώπους να μπαίνουν και να βγαίνουν σε αυτές”, θα έλεγε κάποιος άλλος, πιο μεταφορικά. Και, πράγματι, μοιάζει με κάτι τέτοιο, από τη στιγμή που, αφενός, οι επιβάτες του, εμείς, το βλέπουμε αυστηρά από το πρίσμα της δικής μας “αναχώρησης” και “άφιξης” σε αυτό. Αφετέρου, όσο κι αν “μπαινοβγαίνουμε” στα βαγόνια των υπολοίπων συνεπιβατών, μπορούμε να μιλήσουμε μόνο για το δικό μας ταξίδι, καθώς ο καθένας μας έχει τη δική του αφετηρία και τον δικό του τερματικό σταθμό. Αν υπάρχει μία βεβαιότητα σε αυτό, είναι ότι κάθε διαδρομή είναι μοναδική. Μπορεί πολλές φορές να κατέβουμε σε λάθος στάση, μπορεί άλλες φορές να περιμένουμε με τις “αποσκευές” μας την ανταπόκριση που θα μας πάει εκεί όπου θέλουμε, μπορεί να μετανιώσουμε για τους ανθρώπους που αφήσαμε να καθίσουν δίπλα μας ή, αντίθετα, να θέλουμε να κάνουμε το ταξίδι μαζί τους, σαν τον Τζέσε και τη Σελίν στο “Πριν το Ξημέρωμα” (κι αυτοί σε τρένο γνωρίστηκαν, εξάλλου). Το μόνο σίγουρο είναι ότι, όπως είπε (πάλι) η Αρβανιτάκη, σε στίχους του Ελύτη αυτή τη φορά, “Δεύτερη ζωή δεν έχει”».
Για εμένα η ζωή είναι σαν μια θάλασσα με παλίρροια. Καλές σκέψεις, άσχημες καταστάσεις, στιγμές που πονάνε, όλα κάποια στιγμή θα φύγουν. Ίσως όχι εύκολα, ίσως όχι εντελώς, ίσως όχι ανώδυνα -σίγουρα όχι ανώδυνα- αλλά θα φύγουν. Θα έρθουν στη θέση τους άλλα, καινούργια. Καλύτερα; Χειρότερα; Πάντως καινούργια. Μπορεί να επανέλθει κάτι στο προσκήνιο, αλλά όπως επανήλθε, έτσι θα ξαναφύγει, σαν τα κύματα στη θάλασσα που πηγαινοέρχονται με τον δικό τους μοναδικό ρυθμό, με το δικό τους τέμπο, όποτε εκείνα επιθυμούν και για όσο εκείνα το θέλουν. Αυτό που προσπαθούμε εμείς να κάνουμε εκείνη την ώρα είναι να προλάβουμε να τους βγάλουμε μια όμορφη φωτογραφία ή να τα χαρούμε για όσο τα έχουμε μπροστά μας. Έτσι σκέφτομαι και για τη ζωή. Να προσπαθήσω να χαρώ και να διδαχτώ ό,τι μου φέρνει μπροστά κάθε φορά, έως ότου αυτό εξασθενίσει και ελαχιστοποιηθεί. Όλα κάτι θα μας μάθουν. Μπορεί να μην το αντιλαμβανόμαστε σε παρόντα χρόνο, αλλά ζώντας στο έπακρον την κάθε μας στιγμή, σίγουρα θα βγούμε κερδισμένοι. Τα καλά ας καθίσουν όσο περισσότερο μπορούν και τα άσχημα, κύμα είναι, θα περάσουν! Αν έπρεπε να δώσω το νόημα της ζωής σε μία φράση, θα ήταν πως ζω για την ίδια τη ζωή, ζω για να δω τι θα μου φέρει το μετά».
Κοιτάζοντας προς την ίδια κατεύθυνση, αλλά με πολύ διαφορετικές προσλαμβάνουσες, η Φ.Δ. έρχεται να συμμεριστεί το νόημα της ζωής, κατ’ εμέ. Τίποτα κοινό αλλά και τίποτα διαφορετικό σε αυτά τα δύο ταξίδια ζωής. «Για μένα, το νόημα της ζωής είναι να ζεις για να ζεις. Όχι να ζεις για να επιβιώνεις, για να πετύχεις, για να ανταποκρίνεσαι στις προσδοκίες της κοινωνίας ή να κάνεις το “σωστό” ή το “λάθος”, όπως τα ορίζουν οι άλλοι. Να ζεις με πάθος, αλλά και με αμφιβολία. Να τολμάς, αλλά και να φοβάσαι. Να εκφράζεσαι, αλλά και να κρύβεσαι. Να ερωτεύεσαι με όλη την ψυχή σου και να απογοητεύεσαι βαθιά. Να ζεις χωρίς σαφή σκοπό, αλλά και με όνειρα που σε τραβούν μπροστά. Και γιατί νιώθουμε την ανάγκη να βρούμε νόημα στη ζωή; Και γιατί να έχει νόημα; Κι αν το νόημα είμαστε οι ίδιοι και, αντί να πνιγόμαστε στην αναζήτηση του τέλειου νοήματος, να… απλώς να κολυμπήσουμε, κι ας είναι προς τη λάθος κατεύθυνση; Για μένα η ζωή μοιάζει με έναν ωκεανό δίχως αρχή και τέλος. Γεμάτο φως μα και σκοτάδι, σιωπές και φωνές, με εμάς άλλες φορές να επιπλέουμε, άλλες να βουτάμε και άλλες να χανόμαστε, δοκιμάζοντας την αναπνοή μας. Όμως πάντοτε θα πιστεύω πως βρίσκουμε τον δρόμο μας. Γιατί κάθε κομμάτι αυτού του ωκεανού μας διαμόρφωσε. Και ίσως το μόνο πραγματικό νόημα της ζωής είναι ακριβώς αυτό: να ζεις, να αισθάνεσαι, να αναπνέεις, να υπάρξεις μέσα στον ωκεανό σου, όπως κι αν σε τραβάει το ρεύμα».
Εν τέλει, στη ζωή σημασία έχουν οι μικρές στιγμές ή οι μεγάλοι στόχοι που τρέχουμε να πιάσουμε με αγωνία; Στο τέλος θυμάσαι τα πτυχία ή τις στιγμές με τους φίλους, όταν το είχες ανάγκη περισσότερο από οτιδήποτε; Η Μ. σίγουρα προτιμά τα μικρά, ή όχι και τόσο μικρά στην τελική. «Για μένα το νόημα της ζωής είναι πολυδιάστατο, αποτελεί ένα σύνολο στιγμών, μικρών και μεγάλων, που αποκτούν αξία όταν τις επαναφέρεις στο μυαλό σου. Αν επιχειρήσω να θυμηθώ τι μένει πιο έντονα, δεν είναι τα επιτεύγματά μου ή οι στόχοι που έπρεπε να υλοποιήσω. Είναι αυτός ο ζεστός καφές με φίλους που συνοδεύεται από βόλτα στα σοκάκια κάποιου χωριού, είναι η στιγμή που γυρίζεις από τη θάλασσα γεμάτος αλάτι και ζωή, είναι η χαρά στα μάτια των ανθρώπων που συναντάς. Γενικά, οι στιγμές που νιώθεις πραγματικά παρών στη ζωή σου. Από όσα βιώνω, αντιλαμβάνομαι ότι τίποτα δεν είναι σταθερό. Οι άνθρωποι αλλάζουν, οι σχέσεις μεταμορφώνονται, πιάνεις τον εαυτό σου άλλοτε να παρακαλά για συντροφιά και κατανόηση και άλλοτε να κλείνει δυνατά τα παράθυρα της καρδιάς του, τα όνειρα και οι πεποιθήσεις αναθεωρούνται. Αυτό που έμοιαζε σημαντικό κάποτε, άρχισε να ξεθωριάζει και κάτι φαινομενικά μικρό ήρθε και το αντικατέστησε. Με τα χρόνια, μαθαίνω ότι ο πόνος και η χαρά συνυπάρχουν, μπορεί να κλαις κουλουριασμένος στο κρεβάτι και από μέσα σου να σιγοτραγουδάς τις μεταμορφώσεις του Μπονάτσου, περίεργο ε; Στο τέλος, αυτό που μένει χαραγμένο μέσα μας είναι όσα νιώσαμε και μοιραστήκαμε, όσα προσφέραμε απλόχερα, όσα συναισθήματα μας χάρισαν και όσα μας πήραν βίαια. Οι άνθρωποι που με την κούπα καφέ και τη βόλτα στα σοκάκια μας άπλωσαν το χέρι για βόλτα στη ψυχή τους, τα τραγούδια και οι εκδρομές με το αμάξι, οι στιγμές ειλικρίνειας, η αίσθηση ότι έστω και για λίγο υπήρξαμε».
«Δύσκολη ερώτηση», μου λέει η Μ. πως της έθεσα, αλλά δύσκολη ήταν και η απάντηση που πήρα. Πόσοι ζούμε πραγματικά με γνώμονα τα θέλω μας; Πόσοι, στ’ αλήθεια, ικανοποιούμε τις ανάγκες μας; Πόσοι, στην τελική, ζούμε για εμάς; «Δύσκολη ερώτηση. Γραμμένη στο χαρτί φαντάζει ακόμη πιο δύσκολη. Ίσως γιατί ό,τι αποτυπώνεται στο χαρτί αποκτά σάρκα και οστά. Σε προσκαλεί σε ενδοσκόπηση. Να έρθεις σε επαφή με φόβους, ανασφάλειες, στόχους που εκπλήρωσες ή όχι. Η πρώτη απάντηση που έρχεται στο μυαλό μου είναι “Δεν ξέρω”. Το νόημα της ζωής είναι σίγουρα διαφορετικό για κάθε άνθρωπο και αλλάζει ανάλογα με την ηλικία και τις κοινωνικές συνθήκες που βιώνει. Θα έλεγα πως, για μένα, το νόημα της ζωής δεν είναι η ευτυχία αλλά η αλήθεια, διότι μέσα από αυτήν έρχεται και η ευτυχία. Όχι να βρεις ποια είναι η αλήθεια υπό την έννοια του σωστού και του λάθους, του δίκαιου και του άδικου. Αλλά να ζεις τη ζωή σου με αλήθεια απέναντι στον εαυτό σου. Αυτό σημαίνει να λες “φοβάμαι”. Να λες “δεν μπορώ”. Να λες “όχι”. Να λες “μου αρέσει”. Να λες “κουράστηκα”. Να λες “αυτό δεν με καλύπτει”. Να λες “θέλω”. Να ακούς το σώμα σου. Να συγχωρείς τον εαυτό σου. Με άλλα λόγια, να ικανοποιείς τις ανάγκες σου. Η αλήθεια είναι δύσκολη κάποιες φορές, όμως οδηγεί σε κάτι μαγικό. Στην εσωτερική πληρότητα. Και, για μένα, αυτό είναι το νόημα της ζωής».
Εγώ, από όσα διάβασα και άκουσα, τα κρατάω όλα, αλλά και τίποτα. Όλα, γιατί πάντα κάτι έχεις να πάρεις από τον συνομιλητή σου, κάτι να μάθεις, να ανοίξεις καινούρια μονοπάτια σκέψης και αντίληψης. Αλλά και τίποτα, γιατί το ταξίδι κάθε ανθρώπου είναι τόσο μοναδικό όσο και ο ίδιος. Πολλές φορές οι ζωές μας τέμνονται σε σημεία, το ταξίδι μας αποκτά κοινούς σταθμούς, αλλά δεν ακολουθεί τις ίδιες ράγες. Άλλοι χαρακτήρες, άλλα βιώματα, άλλοι τρόποι αντιμετώπισης, ίδια ανάγκη να λυθεί αυτό το μυστήριο που ονομάζεται «το νόημα της ζωής».
Διαβάστε ακόμα:
Η Θεσσαλονίκη μέσα από τα μάτια των ποιητών της





