Στη σύγχρονη Ελλάδα, το ταξίδι δεν αποτελεί μόνο μια πράξη αναψυχής ή μια παροδική απόδραση από την καθημερινότητα. Έχει μετατραπεί σε πολιτισμική επιλογή, σε πράξη αυτοπροσδιορισμού και σε κοινή πορεία ζωής. Στον πυρήνα αυτής της μετατόπισης βρίσκεται η ελληνική pop κουλτούρα: ένα δυναμικό πλέγμα από ψηφιακά μέσα, κινηματογραφικές εικόνες, μουσικές τάσεις, viral αφηγήσεις και καθημερινές αισθητικές πρακτικές, που επηρεάζουν καθοριστικά το πώς φανταζόμαστε, επιλέγουμε και βιώνουμε τους ταξιδιωτικούς μας προορισμούς.
Τι είναι όμως, στην ουσία της, η pop κουλτούρα; Ως pop κουλτούρα (από τα αγγλικά popular culture, δηλαδή δημοφιλής κουλτούρα) ονομάζεται το γενικότερο σύνολο κοινών απόψεων ή/και μορφών διασκέδασης που επικρατούν στο κοινωνικό σύνολο. Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει αναφορές σε social media ή σε τέχνες, όπως ο κινηματογράφος, τα βιντεοπαιχνίδια, τα βιβλία και η μουσική, που έχουν επηρεάσει έντονα την κοινωνία και αναγνωρίζονται από μεγάλη μερίδα ατόμων, ανεξάρτητα από το αν έχουν συσχέτιση ή γνώση του ουσιαστικού αντικειμένου που αντιπροσωπεύει το εκάστοτε σύμβολο. Η pop κουλτούρα δεν λειτουργεί πλέον μόνο περιφερειακά, ως απλή αναφορά σε τόπους. Αντίθετα, συμβάλλει παράγοντας νόημα για τον χώρο, φορτίζει συναισθηματικά τις περιοχές στις οποίες αναφέρεται και μετατρέπει συγκεκριμένους προορισμούς σε πολιτισμικά σύμβολα. Ο τόπος δεν προβάλλεται μόνο ως τοπίο, αλλά ως εμπειρία, ως τρόπος ζωής και, πολύ σημαντικό, ως υπόσχεση συμμετοχής σε μια συλλογική αφήγηση.
Η ελληνική ταξιδιωτική φαντασίωση της μυθικής εμπειρίας δεν διαμορφώνεται πια από τους παραδοσιακούς τουριστικούς οδηγούς ή τις επίσημες καμπάνιες προβολής. Τον ρόλο του άτυπου πολιτισμικού ξεναγού έχουν αναλάβει πλατφόρμες όπως τα social media, τα podcasts, τα viral βίντεο και σατιρικά μέσα, όπως το Luben. Μέσα από τα memes, τα ειρωνικά captions και τις καθημερινές σκηνές, ο ελληνικός χώρος απομυθοποιείται, αλλά ταυτόχρονα επαναμυθοποιείται. Ένα νησί δεν είναι πια μόνο γαλάζια νερά και ηλιοβασίλεμα, αλλά τόπος νυχτερινής εμπειρίας για τη ζωή της νέας γενιάς, καλοκαιρινού χάους, υπερβολής και συλλογικού βιώματος. Αυτή η ειλικρίνεια, συχνά κυνική και αυτοσαρκαστική, δημιουργεί το αίσθημα του ανήκειν: «εκεί θέλω να πάω, γιατί μοιάζει με εμένα».
Ιδιαίτερα μετά την οικονομική κρίση, η ελληνική pop κουλτούρα επαναπροσδιόρισε το ταξίδι όχι ως ένδειξη κοινωνικού status, αλλά ως ανάγκη ψυχικής επιβίωσης. Οι εικόνες από την πρώτη βουτιά, τα stories στο κατάστρωμα του πλοίου, ο καφές στο λιμάνι ή η μπίρα σε ένα πλαστικό τραπεζάκι στο πανηγύρι του νησιού δεν αφορούν τον προορισμό αυτό καθαυτό, αλλά το συναίσθημα της απελευθέρωσης από τα νοητά, στενά όρια της καθημερινότητας σε μια μεγαλούπολη. Αυτή η αφήγηση επηρεάζει ουσιαστικά τις ταξιδιωτικές αποφάσεις. Πολλοί στρέφονται σε κοντινούς και οικονομικούς προορισμούς, σε μέρη με χαλαρή και ανεπιτήδευτη αισθητική, κάτι που κυρίως οι Millennials και η Gen Z αναζητούν και στην καθημερινή τους ρουτίνα, σε εμπειρίες που υπόσχονται κάτι αληθινό και όχι κάτι αποστειρωμένο, σχεδόν ιερό.
Καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της ταξιδιωτικής εμπειρίας παίζει και η ελληνική μουσική σκηνή. Από τον Νίκο Καββαδία, τον ποιητή των θαλασσών, και το έντεχνο καλοκαίρι, μέχρι τη σύγχρονη urban pop και trap σκηνή, το ταξίδι συνδέεται με συγκεκριμένους ήχους και συναισθηματικά φορτισμένες playlists. Καλλιτέχνες όπως η Μαρίνα Σάττι ή οι νέες φωνές της ελληνικής pop σκηνής συνδέουν τον τόπο με τον ρυθμό, τη νεανική ταυτότητα και μια υβριδική ελληνικότητα που ισορροπεί ανάμεσα στην παράδοση και την παγκόσμια pop κουλτούρα. Έτσι, ο προορισμός δεν επιλέγεται μόνο γεωγραφικά, αλλά και ηχητικά. Δεν πάμε απλά σε ένα νησί ή στο χωριό μας, αλλά σε έναν τόπο όπου, έστω και άθελά μας, έχουμε ήδη βρεθεί μέσω των ηχητικών επιλογών μας. Η επιστροφή στο φολκλόρ και στην παράδοση αποτελεί ένα έντονο παρακλάδι της ελληνικής pop κουλτούρας, παρόν σε διάφορους τομείς της, όχι μόνο στο μουσικό στερέωμα.
Η εικόνα, ωστόσο, είναι ίσως ο ισχυρότερος μηχανισμός επιρροής. Το Instagram και το TikTok έχουν δημιουργήσει μια νέα, άτυπη γεωγραφία, όπου καφέ που «γράφουν» καλά, σοκάκια που γίνονται viral, λιμάνια, ταράτσες και beach bars μετατρέπονται σε σκηνικά. Αυτή η αισθητικοποίηση του χώρου δεν είναι ουδέτερη. Καθορίζει ποιον προορισμό θα επιλέξουμε, ποια εποχή θα ταξιδέψουμε και τι θα θεωρήσουμε ως επιτυχημένο instagramικό ταξίδι. Το ταξίδι μετατρέπεται σε performance και η pop κουλτούρα στήνει ένα σκηνικό γύρω από τους πιο δημοφιλείς προορισμούς: να τρέξεις να φωτογραφηθείς εκεί όπου ο αγαπημένος σου ινφλουένσερ, ηθοποιός ή τραγουδιστής ανέβασε, πριν από μία εβδομάδα, ότι έπινε το ποτό του.
Παράλληλα, η ελληνική pop κουλτούρα εξακολουθεί να λειτουργεί ως ισχυρός μοχλός τουρισμού μέσα από τον κινηματογράφο και τη λογοτεχνία. Ταινίες όπως το Mamma Mia! μετέτρεψαν τη Σκόπελο και το Πήλιο σε παγκόσμια τουριστικά σύμβολα, το The Big Blue χάρισε στην Αμοργό μια σχεδόν μυθική διάσταση, ενώ το Captain Corelli’s Mandolin, το Before Midnight ή, πιο πρόσφατα, το The Lost Daughter ανέδειξαν περιοχές όπως η Κεφαλονιά, η Πελοπόννησος και οι Σπέτσες. Το φαινόμενο του film-induced tourism ή set-jetting δείχνει πώς η κινηματογραφική αφήγηση μπορεί να φορτίσει έναν τόπο με συναισθηματικό και πολιτισμικό κεφάλαιο, μετατρέποντάς τον σε εμπειρία που ο ταξιδιώτης επιθυμεί να ζήσει από κοντά. Μια εμπειρία που οποιοσδήποτε μπορεί να βιώσει: να κάνει μπάνιο στις παραλίες που βλέπει στην οθόνη, να περπατήσει στα στενά που χρησιμοποιούνται ως σκηνικό και να τον φυσήξει ο βραδινός αέρας. Εκτός από τα memes που χαρίζουν οι σειρές στη σύγχρονη κουλτούρα μας, μας συστήνουν και τόπους, λειτουργώντας ως άτυπα σποτ για τις επόμενες εξορμήσεις μας.
Σε αντίθεση, όμως, με παλαιότερες αφηγήσεις που πρόβαλλαν την Ελλάδα ως τόπο αρχαίου μεγαλείου ή εξιδανικευμένου τοπίου, η σύγχρονη pop κουλτούρα στρέφεται στην καθημερινότητα του Έλληνα. Το σουβλάκι μετά το μπάνιο, το στριμωγμένο καράβι, το ενοικιαζόμενο δωμάτιο, το ξενύχτι χωρίς πρόγραμμα και η συμμετοχή σε τοπικά πανηγύρια ή γιορτές, όπως το Πάσχα στην Κέρκυρα. Ή ακόμη και στην πολιτισμική ταυτότητα κάθε περιοχής, όπως προβάλλεται και γίνεται πόλος έλξης: η γουρουνοπούλα στην Πελοπόννησο και το κλαρίνο στην Ήπειρο συνθέτουν την εικόνα της αληθινής Ελλάδας. Αναδιαμορφώνει τη συνείδηση ότι η Ελλάδα δεν είναι ένας αρχαίος, άβατος, ιερός τόπος, και φέρνει στην επιφάνεια τη σημερινή της ταυτότητα. Οι σύγχρονοι ταξιδιώτες, ιδιαίτερα οι νεότερες γενιές, αναζητούν τη βιωματική επαφή με τον ζωντανό πολιτισμό, τη γαστρονομία, τη μουσική και τους ρυθμούς της καθημερινής ζωής, ξεπερνώντας την επιφανειακή τουριστική εμπειρία που έχουμε μάθει να αναζητούμε από τις προηγούμενες γενιές.
Η ελληνική pop κουλτούρα όχι μόνο απεικονίζει το ταξίδι, αλλά το κατασκευάζει. Μέσα από εικόνες, ήχους, αφηγήσεις και ψηφιακές πρακτικές, μας μαθαίνει πού αξίζει να πάμε, γιατί να πάμε και πώς να θυμόμαστε ότι πήγαμε. Το ταξίδι στη σύγχρονη Ελλάδα είναι μια βαθιά πολιτισμική πράξη και η pop κουλτούρα λειτουργεί ως ο αόρατος χάρτης που καθοδηγεί τις διαδρομές μας. Βοηθά στην αναγνώριση όσων πραγματικά αξίζει να εξερευνηθούν, μικρών και μεγάλων ελληνικών συνηθειών που πλέον εξαπλώνονται, αλλά, κατά βάση, μας βάζει αντιμέτωπους με τα αρνητικά της χώρας μας, ώστε να μπορέσουμε να τα αντιμετωπίσουμε με χιούμορ και να πάμε παρακάτω.
Διαβάστε ακόμα:
Φιλοσοφίες ζωής από την Bόρεια Ευρώπη που μπορούν να δώσουν νέο ρυθμό στην καθημερινότητά μας





