Ατέλειωτα είναι τα αξιοθέατα της Πιερίας: Από τον Όλυμπο, το μυθικό βουνό-πρόκληση για ορειβάτες από όλο τον κόσμο, μέχρι το αρχαιολογικό πάρκο του Δίου, το Ελατοχώρι με το χιονοδρομικό του, την τεράστια ακτογραμμή, τον Παλαιό Παντελεήμονα, το κάστρο του Πλαταμώνα, την Κατερίνη.

28

Ο Όλυμπος

Είναι το ψηλότερο βουνό της Ελλάδας, στην κορυφή του οποίου, τον Μύτικα (2.918 μ.), κατοικούσαν οι Δώδεκα Ολύμπιοι Θεοί της μυθολογίας. Είναι επίσης ένα από τα ψηλότερα βουνά των Βαλκανίων, μετά τη Ρίλα. Η έκτασή του είναι περίπου 500 τ. χλμ. Ο ορεινός του όγκος βρίσκεται στα όρια της Θεσσαλίας με τη Μακεδονία, και αποτελείται από μια σειρά από ψηλές κορυφές που αυλακώνουν βαθιές χαράδρες, γύρω από τις οποίες εκτείνεται περιοχή μεγάλης βιοποικιλότητας. Για την προστασία της, ανακηρύχθηκε το 1938 ο πρώτος Εθνικός Δρυμός της Ελλάδας, ενώ αργότερα, λόγω των μνημείων του, χαρακτηρίστηκε αρχαιολογικός και ιστορικός τόπος. Το 1981 ανακηρύχθηκε Απόθεμα Βιόσφαιρας της UNESCO, ενώ το 2021 χαρακτηρίστηκε εκ νέου ως Εθνικό Πάρκο, με σχετικό Προεδρικό Διάταγμα.

Στη βόρεια πλευρά, στα 2.550 μ., βρίσκεται το Οροπέδιο των Μουσών και στο κέντρο σχεδόν του ορεινού όγκου, στα 2.350 μ., το μεγάλο αλπικό λιβάδι της Μπάρας. Υπάρχουν πολλές χαράδρες, αρκετά βάραθρα και σπήλαια. Η πανίδα του Ολύμπου περιλαμβάνει 32 είδη θηλαστικών, με πιο γνωστά το αγριόγιδο, το ζαρκάδι, τον λύκο, το αγριογούρουνο, την αλεπού, το κουνάβι, τον σκίουρο, το τσακάλι και την αγριόγατα. Τα πτηνά περιλαμβάνουν 108 είδη, ενώ υπάρχουν περίπου 1.700 είδη φυτών που εκπροσωπούν σχεδόν το 25% της ελληνικής χλωρίδας, 26 από τα οποία είναι ενδημικά. Ο Όλυμπος είναι ιδιαίτερα δημοφιλής και τον επισκέπτονται χιλιάδες άνθρωποι κάθε χρόνο. Διαθέτει 8 καταφύγια και περίπου 80 ορειβατικές διαδρομές. Αρκετές από αυτές δεν είναι εύκολες και απαιτούν γνώσεις ορειβασίας, καθώς έχουν μεγάλο μήκος και υψομετρικές διαφορές, ενώ οι δύσκολες καιρικές συνθήκες αποτελούν συχνά πρόβλημα. Η κορυφή του Μύτικα κατακτήθηκε από τους Χρήστο Κάκαλο, Fred Boissonnas και Daniel Baud-Bovy το 1913. Πολλές πληροφορίες για τον Όλυμπο θα βρείτε στο Κέντρο Πληροφόρησης Εθνικού Πάρκου Ολύμπου στο Λιτόχωρο.

Περπάτημα στο φαράγγι του Ενιπέα

Στον Όλυμπο ξεχωρίζει η φημισμένη διαδρομή μήκους περίπου 11 χιλιομέτρων, που αποτελεί τμήμα του διεθνούς μονοπατιού Ε4. Είναι απολαυστική και κατάλληλη για πεζοπόρους με βασική εμπειρία, καθώς και για οικογένειες. Το φαράγγι ξεκινά από τις πηγές του ποταμού στη θέση Πριόνια, σε υψόμετρο 1.080 μ., και καταλήγει στο Λιτόχωρο, στους πρόποδες του βουνού, στα 350 μ., στη θέση Μύλοι. Στο μονοπάτι η παρουσία του νερού είναι διαρκής, με καταρράκτες και βάθρες με διάφανα νερά. Υπάρχουν πολλά ξύλινα γεφύρια και η φύση είναι εντυπωσιακή, με δάση από δρυς, πεύκα, έλατα, φυλλοβόλες οξιές και αείφυλλα. Θα περάσετε από το ρέμα Καστάνα, θα δείτε ένα σύμπλεγμα καταρρακτών και, στη συνέχεια, το σπήλαιο όπου ασκήτεψε ο Άγιος Διονύσιος εν Ολύμπω. Θα συναντήσετε επίσης τον μικρό ναό της Γέννησης του Χριστού, θα φτάσετε στο παλιό υδραγωγείο του Λιτόχωρου και θα καταλήξετε στους Μύλους, απ’ όπου η κεντρική πλατεία της κωμόπολης απέχει ελάχιστα.

Η Μονή Αγίου Διονυσίου

Η Παλαιά Μονή, που ίδρυσε ο Άγιος Διονύσιος ο εν Ολύμπω το 1542, βρίσκεται σε υψόμετρο 820 μ., μέσα στο φαράγγι του ποταμού Ενιπέα, και απέχει 18 χλμ. από το Λιτόχωρο. Κοντά της βρίσκεται το σπήλαιο όπου ασκήτεψε. Η μονή λεηλατήθηκε και κάηκε από τους Οθωμανούς, καθώς αποτέλεσε καταφύγιο αγωνιστών της Επανάστασης, και το 1943 καταστράφηκε από τους Γερμανούς κατακτητές, που υποπτεύονταν ότι αποτελούσε άντρο ανταρτών. Σήμερα έχει μερικώς αναστηλωθεί. Το μεγάλο συγκρότημα της Νέας Μονής Διονυσίου βρίσκεται έξω από το Λιτόχωρο και διαθέτει μουσείο με κειμήλια που διασώθηκαν από την Παλαιά.

Το Λιτόχωρο

Η κωμόπολη στηρίζει την πλάτη της στις ανατολικές απολήξεις του Ολύμπου και βρέχει τα πόδια της στη θάλασσα. Από την παραλία του Λιτόχωρου και προς τα βόρεια απλώνεται η εκτεταμένη ακτογραμμή που φθάνει μέχρι το ύψος του κάστρου του Πλαταμώνα. Πώς έγινε το Λιτόχωρο ναυτικό κέντρο, αν και δεν είναι χτισμένο ακριβώς πάνω στη θάλασσα; Ιστορικές πηγές και τοπικές παραδόσεις αναφέρουν ότι στη βυζαντινή περίοδο, στο πλαίσιο του εκχριστιανισμού της περιοχής, εγκαταστάθηκαν πληθυσμοί με ναυτική εμπειρία, πιθανότατα από νησιά, οι οποίοι έφεραν μαζί τους τις γνώσεις και τις δεξιότητές τους στη ναυτιλία. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, να αναπτυχθεί αξιόλογη ναυτική δραστηριότητα, με δεκάδες ιστιοφόρα πλοία να χρησιμοποιούν τις παράκτιες εγκαταστάσεις, όπως τουλάχιστον αναφέρεται στις τοπικές μαρτυρίες. Η ναυτική αυτή παράδοση συνέβαλε στην ευμάρεια του οικισμού τον 18ο και κυρίως τον 19ο αιώνα, μαζί με τη βιοτεχνία, την υλοτομία και το εμπόριο. Η μνήμη των παλαιότερων ναυτικών παραμένει ζωντανή στην κωμόπολη μέσα από την πλατεία που τους έχει αφιερωθεί, τις σχετικές επιγραφές και κυρίως το Ναυτικό Μουσείο, όπου εκτίθενται τεκμήρια αυτής της ιστορίας.

Το περπάτημα στον οικισμό είναι ευχάριστο. Υπάρχει εμπορικός δρόμος με μαγαζιά, καφέ και εστιατόρια, καθώς και κάποια σπίτια μακεδονικής αρχιτεκτονικής. Ανάσες στη σύγχρονη δόμησή του χαρίζουν οι μικρές πλατείες, τα λεγόμενα μπαΐρια, το πάρκο που ονομάζεται «Κατούνια» με τους διάφορους ανδριάντες, το άλσος των Αγίων Αποστόλων και, στο ψηλότερο σημείο, το ξωκλήσι του Προφήτη Ηλία, απ’ όπου θα απολαύσετε θέα σε όλη την περιοχή. Ιδανικός είναι και ο χώρος αναψυχής στον Λάκκο, όπου μπορείτε να πιείτε καφέ ή να φάτε. Αξίζει επίσης μια επίσκεψη στο Κέντρο Πληροφόρησης της Μονάδας Διαχείρισης Εθνικού Πάρκου Ολύμπου.

Το Δίον

Μια από τις πιο ιερότερες πόλεις των αρχαίων Μακεδόνων ήταν ένα υπέροχο αρχαιολογικό πάρκο. Την ύπαρξή της αναφέρει για πρώτη φορά ο Θουκυδίδης και ήταν κτισμένη σε στρατηγική θέση, καθώς έλεγχε το πέρασμα Μακεδονίας-Θεσσαλίας. Ο βασιλιάς Αρχέλαος των Μακεδόνων καθιέρωσε εκεί την τέλεση αγώνων προς τιμή του Δία και των Μουσών, ενώ στο ιερό του Δία θυσίασε και ο Μέγας Αλέξανδρος, πριν ξεκινήσει την εκστρατεία του προς την Ασία. Όταν κατέλυσαν το μακεδονικό βασίλειο, οι Ρωμαίοι ίδρυσαν εκεί μία από τις πρώτες τους αποικίες, όπου εγκαταστάθηκαν και πολλοί βετεράνοι των πολέμων. Εξίσου σημαντικός υπήρξε ο ρόλος της πόλης και κατά την εποχή του Ιουστινιανού. Η τελευταία αναφορά σε αυτήν χρονολογείται στον 10ο αιώνα. Το αρχαιολογικό πάρκο περιλαμβάνει την οχυρωμένη πόλη, τα αρχαία ιερά, ελληνιστικά και ρωμαϊκά θέατρα, πλακοστρωμένους δρόμους, θέρμες με πισίνες, ωδείο, ρωμαϊκά σπίτια, επαύλεις και παλαιοχριστιανικές βασιλικές. Τα μνημεία άρχισαν να έρχονται στο φως το 1928. Με αλλεπάλληλες ανασκαφές τα επόμενα χρόνια, οι αρχαιολόγοι αποκάλυψαν ένα μεγάλο μέρος του Δίου και συνεχίζουν έως σήμερα την έρευνα.

Μια από τις σπουδαίες ανακαλύψεις του πρόσφατου παρελθόντος είναι ο ρωμαϊκός ναός του Διός Υψίστου, που ήρθε στο φως το 2006, ένα λαμπρό οικοδόμημα με στοές και υπέροχη διακόσμηση. Ανακαλύφθηκε σχεδόν ακέραιο το ολόσωμο άγαλμα του Δία, πλαισιωμένο από μαρμάρινους αετούς. Περνώντας ένα μικρό ξύλινο γεφύρι, κάτω από το οποίο ρέει ο ποταμός Βαφύρας, θα φτάσετε στο ιερό της ανατολίτικης θεάς Ίσιδας Λοχίας, με τα κτήρια και τα αγάλματα να αναδύονται μέσα από την υγρή βλάστηση. Ένα μικρότερο ιερό της Αφροδίτης Υπολυμπιδίας έχει εντοπιστεί βόρεια του κεντρικού τεμένους.

Πολύ κοντά βρίσκεται το δίδυμο ιερό της Δήμητρας, το οποίο είχε συνεχή χρήση έως και τον 4ο αιώνα μ.Χ. Ιδιαίτερα εντυπωσιακή είναι η κεντρική οδός της πόλης, που εκτείνεται από βορρά προς νότο και αποτυπώνει την πολεοδομική της διάταξη, με τους κάθετους δρόμους να σχηματίζουν τα οικοδομικά τετράγωνα. Εδώ ανακαλύφθηκαν τείχη, ωδεία, υδραγωγείο, επαύλεις και οικίες, καθώς και δημόσια λουτρά. Περπατώντας, θα βρεθείτε μπροστά σε ένα από τα σημαντικότερα κτιριακά συγκροτήματα του Δίου, την Έπαυλη του Διονύσου, η οποία χρονολογείται γύρω στο 200 μ.Χ. Το κεντρικό κτίσμα ήταν η αίθουσα συμποσίου και το δάπεδό της καλυπτόταν με ένα ψηφιδωτό υψηλής τέχνης που απεικονίζει σκηνές από τον Διονυσιακό κύκλο. Το ψηφιδωτό θα το θαυμάσετε στο μουσείο του Δίου, μαζί με άλλα ευρήματα από τον χώρο. Οι λεγόμενες «μεγάλες θέρμες», τα εντυπωσιακά δημόσια λουτρά, κτίστηκαν επίσης γύρω στο 200 μ.Χ. και αποτέλεσαν σημαντικό κέντρο της δημόσιας ζωής της πόλης.

Το αρχαιολογικό μουσείο Δίου

Το μικρό μουσείο είναι διαμορφωμένο σε τρία επίπεδα και, από τα εκθέματα, ξεχωρίζει το περίφημο ψηφιδωτό δάπεδο από την Έπαυλη του Διονύσου, το οποίο ανασκάφηκε το 2002 και μεταφέρθηκε εκεί από ειδική ομάδα συντηρητών σε 116 κομμάτια. Θα θαυμάσετε επίσης σημαντικά ευρήματα από τα ιερά του Διός Υψίστου, της Ίσιδας και της Δήμητρας, καθώς και αξιόλογες συλλογές γλυπτών των ελληνιστικών και των ρωμαϊκών χρόνων, όπως αγάλματα, ανάγλυφα, επιτύμβιες στήλες και αρχιτεκτονικά μέλη. Ένα σπάνιο έκθεμα είναι η ύδραυλις (ή ύδραυλος), ένα πνευστό υδραυλικό μουσικό όργανο, που χρονολογείται στον 1ο αιώνα μ.Χ. και παιζόταν από δύο άτομα.

Τηλέφωνο επικοινωνίας: 23510 532060

Το Ελατοχώρι

Κτισμένο σε υψόμετρο 1.000 μ., μέσα σε ζωογόνα δάση με έλατα, οξιές, δρυς, καστανιές και πεύκα, το Ελατοχώρι είναι φημισμένος προορισμός της Πιερίας. Το παλιό χωριό, που λεγόταν Σκουτέρνα κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, καταστράφηκε από τους Γερμανούς το 1944 και διασώθηκε μόνο η τρίκλιτη εκκλησία του Αγίου Νικολάου του 18ου αιώνα. Στη συνέχεια αναπτύχθηκε το νέο τμήμα του οικισμού, με ταβέρνες, ξενοδοχεία και καφέ-μπαρ, ενώ κάποιοι ξενώνες λειτουργούν και στο παλιό τμήμα.

Η πλούσια φύση γύρω από το Ελατοχώρι ενδείκνυται για εξερευνήσεις. Μπορείτε να περπατήσετε ή να πάτε με ποδήλατο στο «βοτανικό μονοπάτι της Ερατούς», που οδηγεί σε καταρράκτη. Άλλη ωραία διαδρομή πλάι στο νερό είναι προς το φαράγγι Αϊ-Νέρι, όπου το τοπίο είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό. Στην περιοχή οργανώνονται και βόλτες με «γουρούνες».

Το χιονοδρομικό κέντρο στο Ελατοχώρι

Έστω κι αν δεν χιονίζει, αξίζει να διανύσετε τα 8 χλμ. από το Ελατοχώρι μέχρι το χιονοδρομικό κέντρο, σε υψόμετρο περίπου 1.450 μ., για να απολαύσετε την πανοραμική θέα στον Όλυμπο, να πιείτε καφέ στο σαλέ και να κάνετε βόλτες στην υπέροχη φύση. Το χιονοδρομικό διαθέτει 8 πίστες σκι, διθέσιο αναβατήρα και συρόμενους, καθώς και πίστα snowboard και έλκηθρου. Λειτουργεί σχολή εκμάθησης σκι, ενώ δύο από τις πίστες έχουν διαμορφωθεί για ποδήλατο βουνού.

Τηλέφωνο επικοινωνίας: 23510 82994, elatohori-ski.gr

Το κάστρο του Πλαταμώνα

Το καλοδιατηρημένο κάστρο του Πλαταμώνα είναι από τα πιο εντυπωσιακά κάστρα της ηπειρωτικής Ελλάδας. Το σημείο όπου υψώνεται, στο πέρασμα από τη Θεσσαλία προς τη Μακεδονία, ήταν στρατηγικής σημασίας και πρόσφερε προστασία από στεριά και θάλασσα. Σύμφωνα με τις πηγές, στο σημείο αυτό βρισκόταν η αρχαία Ηράκλεια, η οποία συνέχισε να υπάρχει έως και τους βυζαντινούς χρόνους. Το όνομα Πλαταμώνας αναφέρεται για πρώτη φορά το 1198, ενώ είναι πιθανό ότι ήδη από τον 10ο αιώνα προϋπήρχε βυζαντινό κάστρο. Στη διάρκεια της ιστορίας πέρασαν από εδώ τα στρατεύματα του Θεόδωρου Κομνηνού Δούκα και του Μανουήλ Κομνηνού, ενώ το κάστρο έγινε μέρος του Δεσποτάτου της Ηπείρου και χρησίμευσε ως φυλακή των Φράγκων επί αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου.

Τους επόμενους αιώνες, λόγω της στρατηγικής του θέσης, διαδοχικοί κυρίαρχοι της περιοχής, Τούρκοι και Ενετοί, συνέχισαν να το διεκδικούν, να το συντηρούν και να το ενισχύουν, αφήνοντας το δικό τους αποτύπωμα. Καταλήφθηκε για σύντομο διάστημα από τους Έλληνες στα προεπαναστατικά χρόνια και τελικά εγκαταλείφθηκε από τους Οθωμανούς. Το 1941, οι Γερμανοί βομβάρδισαν το κάστρο στη διάρκεια μαχών με νεοζηλανδικές δυνάμεις. Η μορφή του είναι χαρακτηριστική της μεσαιωνικής εποχής. Διαθέτει εξωτερικό περίβολο και έναν δεύτερο, εσωτερικό, που ορίζει την ακρόπολη, την οποία ενισχύει ο κεντρικός πύργος. Ο πύργος είναι οκταγωνικός, υψώνεται στα 20 μέτρα και θυμίζει τον αντίστοιχο της Μεθώνης στη Μεσσηνία, αλλά και τον Λευκό Πύργο της Θεσσαλονίκης.

Ο Παλαιός Παντελεήμονας

Το χωριό είναι κτισμένο σε υψόμετρο 450 μ. στην πλαγιά του Κάτω Ολύμπου και απέχει 6 χλμ. από τον Πλαταμώνα. Είναι χαρακτηρισμένο από το 1986 ως Παραδοσιακός Οικισμός, με σπίτια μακεδονικής αρχιτεκτονικής, όπου η πέτρα του Ολύμπου και το ξύλο κυριαρχούν. Όπως συνέβη σε πολλά ορεινά χωριά της Ελλάδας, ο Παλαιός Παντελεήμονας πέρασε από μια περίοδο εγκατάλειψης που διήρκεσε περισσότερα από 30 χρόνια, με τους κατοίκους να μετακινούνται προς τη θάλασσα, όπου δημιούργησαν τον Νέο Παντελεήμονα. Ωστόσο, από τη δεκαετία του 1980, άρχισε να ξαναζωντανεύει, καταλήγοντας να εξελιχθεί σε δημοφιλή προορισμό. Κάποια από τα παλιά του σπίτια μετατράπηκαν σε ξενώνες, ενώ άλλα αναστηλώθηκαν με ιδιαίτερη φροντίδα για να χρησιμοποιηθούν ως κατοικίες. Όποιο σοκάκι κι αν διαλέξετε, θα σας οδηγήσει στην κεντρική πλατεία με τα μεγάλα πλατάνια και τον ναό του Αγίου Παντελεήμονα. Αν ο καιρός το επιτρέπει, θα καθίσετε στις ταβέρνες και τα καφέ της, ενώ στα δρομάκια θα βρείτε μικρά μαγαζιά με τοπικά προϊόντα και είδη δώρων. Προς τα βόρεια του χωριού υπάρχουν όμορφα μονοπάτια για περπάτημα ή ποδήλατο βουνού.

Η τεράστια ακτογραμμή

Η Πιερία διαθέτει περίπου 70 χλμ. ακτογραμμής, από τον υδροβιότοπο του Αλιάκμονα, στο βόρειο άκρο της Πιερίας, μέχρι τους Νέους Πόρους, στο νότιο. Οι παραλίες της είναι κυρίως αμμώδεις και στις περισσότερες θα βρείτε beach bars, ομπρέλες και ξαπλώστρες, ταβέρνες, all day εστιατόρια, υποδομές για θαλάσσια σπορ και καταλύματα όλων των κατηγοριών. Ανάμεσα στις πιο γνωστές ξεχωρίζουν η παραλία Κατερίνης, με έντονη βραδινή ζωή και πολλά ξενοδοχεία, η Ολυμπιακή Ακτή, η Πλάκα Λιτόχωρου, η Λεπτοκαρυά και η παραλία Πλαταμώνα.

Η Κατερίνη

Ανάμεσα στον Όλυμπο, στα Πιέρια Όρη και στον Θερμαϊκό, η Κατερίνη συνδυάζει βουνό και θάλασσα, προσφέροντας πολλές επιλογές για καφέ, φαγητό και διασκέδαση. Αξίζει να κάνετε βόλτα στην πλατεία Ελευθερίας και στα γύρω στενά, καθώς και να επισκεφθείτε το πάρκο της πόλης, το οποίο έχει έκταση περίπου 52 στρεμμάτων, με σιντριβάνια, μονοπάτια και χώρους για παιχνίδι. Το ατού της Κατερίνης είναι το μεγάλο θαλάσσιο μέτωπο, ιδιαίτερα πολυσύχναστο το καλοκαίρι και ιδανικό για ωραίες βόλτες τον χειμώνα. Τα καφέ και τα all day μαγαζιά λειτουργούν καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου.

Η Σκοτίνα

Με το όνομα αυτό αναφέρονται τρεις διαφορετικοί οικισμοί: η Παραλία Σκοτίνας, η οποία είναι καλοκαιρινό θέρετρο, ο κύριος οικισμός στους χαμηλότερους πρόποδες του Ολύμπου και η Παλαιά (ή Άνω) Σκοτίνα, κτισμένη σε υψόμετρο περίπου 650 μ. Αυτό το χωριό, μέχρι τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ήταν εμπορικό κέντρο της περιοχής, που ευημερούσε χάρη στην επεξεργασία μεταξιού. Στην περίοδο 1940-1950 εγκαταλείφθηκε, ωστόσο τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει αποκαταστάσεις σε ορισμένα από τα ωραία σπίτια μακεδονικής αρχιτεκτονικής και ο οικισμός απέκτησε ξανά ζωή, χάρη στην τουριστική ανάπτυξη.

Η τρίκλιτη βασιλική του Αγίου Αθανασίου, χτισμένη σε ιδιαίτερα όμορφη τοποθεσία, ξεχωρίζει ως εξαιρετικό δείγμα παραδοσιακής μακεδονικής αρχιτεκτονικής, αλλά και επειδή διαθέτει περίτεχνο ξυλόγλυπτο τέμπλο και αγιογραφίες του 16ου αιώνα. Άλλος αξιόλογος ναός είναι η Κοίμηση της Θεοτόκου, του 1862, κοντά στην οποία υψώνεται ένας θεόρατος, παμπάλαιος πλάτανος.

Διαβάστε ακόμα:

Αγγελική Σιάμου: Η καλλιτέχνις που ζει στο Λιτόχωρο Πιερίας και εμπνέεται από τον Όλυμπο

Δίον: Το μεγαλοπρεπές αρχαιολογικό πάρκο της Πιερίας

Άνω Μηλιά: Το μικρό χωριό της Πιερίας με τα μεγάλα μονοπάτια