Γνωρίστε μια από τις σπουδαιότερες πόλεις-λιμάνια της Ελλάδας, ολοζώντανη χάρη στον φοιτητόκοσμο του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, φημισμένη για τα τσιπουράδικά της, γεμάτη αξιοθέατα, πολιτιστική ζωή, αλλά και σπουδαία βιομηχανικά μνημεία.  

39

H πόλη που ζει πλάι στον Παγασητικό 

Ένα από τα χαρακτηριστικά που κάνει τον Βόλο να ξεχωρίζει και να κάνει ακόμη και τους ταξιδιώτες να σταματούν για λίγες ώρες στην πορεία τους προς άλλους προορισμούς, είναι ο περίφημος παραλιακός πεζόδρομος με τα τσιπουράδικα, τα καφέ, τα μπαρ και τα εστιατόριά του. Η φαρδιά «εσπλανάδα», ανάλογη άλλων Μεσογειακών πόλεων, διατηρεί κάποια εντυπωσιακά κτίρια που εκπροσωπούν το παρελθόν της πόλης και είχαν την τύχη να διασωθούν από τους σεισμούς (1954-57) που την κατέστρεψαν γκρεμίζοντας τα υπέροχα διώροφα και τριώροφα νεοκλασικά που είχε ως τότε. Χάρη στις αναπλάσεις και την επανάχρησή τους ευτυχώς ζωντάνεψαν διατηρώντας τα στοιχεία που τα κάνουν ξεχωριστά, καθώς οι αρχιτέκτονες της εποχής συνδύασαν σ’ αυτά τα κυρίαρχα ευρωπαϊκά ρεύματα -τον εκλεκτικισμό, το νεομπαρόκ, τον ακαδημαϊκό νεοκλασικισμό, το art nouveau του 1910-1920, την art deco αλλά και την αρχιτεκτονική των οικισμών του Πηλίου. 

Βόλτα στην παραλία

Ξεκινήστε λοιπόν τη βόλτα στην παραλία από το ιστορικό ξενοδοχείο Αίγλη, ένα εξαιρετικό δείγμα art nouveau των αρχών του 20ου αιώνα. Από το 1990 ήταν ενωμένο με το γειτονικό Παλλάς (που εγκαινιάστηκε το 1928), μέσω της στοάς Σκρέτα. Ανακαινίστηκαν και τα δύο και μαζί αποτελούν πλέον ένα ξενοδοχειακό συγκρότημα.

Λίγο πιο κάτω θα βρείτε την Αργώ, τοπόσημο του Βόλου και πιστό αντίγραφο του περίφημου πλοίου της Αργοναυτικής εκστρατείας που δημιούργησε ο γλύπτης Νικόλας. Κατά τη μυθολογία, το πεντήκορο σκαρί είχε κατασκευαστεί με ξύλο πεύκης του Πηλίου από τον ‘Αργο, ξάδερφο του Ιάσονα. Ο αρχιτεχνίτης της θεάς Αθηνάς ακολούθησε πιστά τις οδηγίες της και το πλοίο ναυπηγήθηκε στην παραλία με το όνομα Παγασαί Μαγνήτιδες. 

Συνεχίζοντας στον παραλιακό πεζόδρομο της Αργοναυτών, ανάμεσα στα πολύβουα τσιπουράδικα και τα καφέ, θα ξεχωρίσετε το νεοκλασικό κτίριο που εγκαινιάστηκε το 1935 για να στεγάσει την Τράπεζα της Ελλάδας. Εκτείνεται σε ένα οικοδομικό τετράγωνο, έχει μαρμάρινο κλιμακοστάσιο και ιωνικούς κίονες. Ανήκει στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.

Δίπλα του υψώνεται το εντυπωσιακό Αχίλλειον. Κτισμένο το 1925, άρχισε να λειτουργεί το 1928 ως κινηματοθέατρο. Σημαντικό τοπόσημο, έχει χαρακτηριστεί ως Έργο Τέχνης και Ιστορικό Διατηρητέο Μνημείο και η  πρόσοψη του φουαγιέ ξεχωρίζει με το χαρακτηριστικό μπορντώ χρώμα (αγαπημένο του νεοκλασικισμού) και τα Art Deco μοτίβα. Η εσωτερική διακόσμηση του καφέ- μπιστρό, παραπέμπει στο παλιό φουαγιέ όπου συγκεντρώνονταν οι θεατές πριν από τις παραστάσεις για να πάρουν ένα απεριτίφ. Το κινηματοθέατρο Αχίλλειον, με χωριστή είσοδο, λειτουργεί ως πολυχώρος πολιτισμού. 

Στο πάρκο Αγίου Κωνσταντίνου έως τον Αναυρο  

Φτάνοντας στο εντυπωσιακό κτίριο Παπαστράτου θα κάνετε μια στάση για να το θαυμάσετε, μιας και το βιομηχανικό μνημείο με τους χαρακτηριστικούς τρούλους έχει γίνει το έμβλημα του Βόλου -μαζί με την Αργώ. Στέγαζε την καπναποθήκη Παπαστράτου από το 1935, αγοράστηκε και ανακαινίστηκε από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και φιλοξενεί την Πρυτανεία και διοικητικές υπηρεσίες. 

Απέναντί του βρίσκεται το γεφυράκι που οδηγεί στο «Κορδόνι», όπως λένε οι Βολιώτες τον μακρύ κυματοθραύστη που εισχωρεί στη θάλασσα για να καταλήξει στον φάρο. 

Συνεχίζοντας θα κάνετε τον περίπατο προς το πάρκο του Αγίου Κωνσταντίνου: μια μικρή αστική «όαση» με δέντρα και παγκάκια. Εκεί υψώνεται ο ναός του Αγίου Κωνσταντίνου, μια τρίκλιτη βασιλική που θεωρείται ένα από τα αριστουργήματα της σύγχρονης ελληνικής ναοδομίας. Τον χαρακτηρίζουν στοιχεία από παλαιοχριστιανικά πρότυπα ελληνιστικού τύπου, όπως η Αχειροποίητος της Θεσσαλονίκης. 

Από τον Άγιο Κωνσταντίνο θα συνεχίσετε το περπάτημα προς τον Άναυρο διακρίνοντας ήδη το πολυτελές Ξενία, που υψώνεται μπροστά στη θάλασσα. Ξεκίνησε να λειτουργεί το 1961, το σχεδίασε ο αρχιτέκτονας του ΕΟΤ Κώστας Σταμάτης και η αρχιτεκτονική του ακολουθεί το ρεύμα του μοντερνισμού.  

Η παραθαλάσσια ζώνη από τον ‘Αγιο Κωνσταντίνο μέχρι τον ‘Αναυρο αναπλάστηκε το 1985 ως πάρκο-περίπατος. H χαρακτηριστική υπαίθρια γλυπτοθήκη περιλαμβάνει έργα Ευρωπαίων καλλιτεχνών που ήρθαν το 1988, τα δημιούργησαν και τα άφησαν στην πόλη. 

Στο τέλος του πάρκου βρίσκεται το σπίτι-μουσείο του λαογράφου και μελετητή του παραδοσιακού πολιτισμού Κίτσου Μακρή. 

Τα σπουδαία βιομηχανικά μνημεία του Βόλου

Η πόλη-λιμάνι του Βόλου εξελίχθηκε σε ένα πολύ δυναμικό βιομηχανικό κέντρο των αρχών του 20ου αιώνα -το δεύτερο μετά τον Πειραιά. Οι πρώτες επιχειρήσεις χρονολογούνται στη δεκαετία του 1880, ή και παλιότερα. Καθώς ήταν πρώτο λιμάνι σε εξαγωγές καπνού, το μερίδιο του λέοντος είχαν τα καπνεργοστάσια και οι καπναποθήκες. Στον μεσοπόλεμο τα εργοστάσια έγιναν μεγάλες βιομηχανικές μονάδες και, παράλληλα, δημιουργήθηκαν πολλές μεταποιητικές. Σε απογραφή του 1930, ο συνολικός αριθμός όλων αυτών έφτασε τις 984. Με το τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, η πρώτη φάση της βιομηχανικής άνθισης τελείωσε και μέχρι τη δεκαετία του ’50, οι βιομηχανικές μονάδες παρήκμασαν.

Η ανάπτυξη ξεκίνησε πάλι χάρη σε επενδύσεις που έγιναν στη δεκαετία του ’60 και τότε, κυρίως ο μεταποιητικός τομέας συνέχισε να αναπτύσσεται ως το 1980. Η διεθνής κρίση έπληξε όλη την Ελλάδα, μαζί και τον Βόλο. Η αποβιομηχάνιση ξεκίνησε και η μια μετά την άλλη οι βιομηχανίες έκλεισαν.
Τα κτίρια ερήμωσαν και ερειπώθηκαν και τα κελύφη τους παρέμεναν ως θλιβερή υπενθύμιση του χθες. Ευτυχώς τότε ήρθε η παρέμβαση του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, έδρα του οποίου έγινε η πόλη το 1984. Με σύμμαχο τον δήμο, φορείς  και ιδιώτες και χάρη σε διάφορα προγράμματα έγινε εφικτή η διατήρηση και ανάδειξη παλιών εργοστασίων και αποθηκών για να δοθούν σε νέες χρήσεις και να ξαναζήσουν στον 20ο και 21ο αιώνα.

Ο Παπατράτος και το συγκρότημα Τσαλαπάτα 

Το εμβληματικό κτίριο Παπαστράτου, στον παραλιακό πεζόδρομο της πόλης  κάποιοι το χαρακτήρισαν ως «πύργο του Άιφελ του Βόλου» και οι δύο εντυπωσιακοί τρούλοι της καπναποθήκης έγιναν το πιο σημαντικό τοπόσημο (μαζί με την Αργώ).

Το βιομηχανικό μνημείο  κτίστηκε το 1935 για να γίνεται η αποθήκευση και η μηχανική επεξεργασία του καπνού. Το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας αγόρασε την καπναποθήκη Παπαστράτου το 1985 και έγινε έδρα της Πρυτανείας και Διοικητικών υπηρεσιών του.

Το συγκρότημα Τσαλαπάτα. Το πλινθοκεραμοποιείο του 1925, στη συνοικία Παληά, θεωρείται από τα σημαντικότερα διατηρημένα δείγματα βιομηχανικής αρχιτεκτονικής στην Ευρώπη, χαρακτηρισμένο ως Διατηρητέο από το Υπουργείο Πολιτισμού. Είναι ο γνωστός σε όλη την Ελλάδα πολυχώρος, ο «Τσαλαπάτας», όπως το λένε οι Βολιώτες. Εκεί στεγάζεται και το μουσείο πλινθοκεραμοποιίας που εντάχθηκε στο Δίκτυο Θεματικών Τεχνολογικών Μουσείων του Πολιτιστικού Ιδρύματος Ομίλου Πειραιώς. Είναι ο μεγαλύτερος και πιο εντυπωσιακός από τους βιομηχανικούς χώρους –με 25 στρέμματα και στεγασμένες εγκαταστάσεις που απλώνονται σε 7.500 τ.μ.

Στη διάρκεια της επίσκεψης στο μουσείο θα μπείτε στην ατμόσφαιρα της καθημερινής ζωής στο εργοστάσιο. Θα δείτε τη διαδικασία με την οποία κατασκευάζονταν τα κεραμίδια και τα τούβλα, τις εγκαταστάσεις με τα τριβεία, το λεβητοστάσιο, τις δεξαμενές αργίλου, την αίθουσα διαλογής, τα παλιά ξηραντήρια και άλλα. Ιδιαιτέρα θεαματικός είναι ο χώρος όπου εκτίθεται η κάμινος Hoffman -ένας φούρνος 24ωρης καύσης όπου ψήνονταν τα κεραμίδια και είναι ο μοναδικός του είδους στην Ελλάδα (www.piop.gr). 

Στον πολυχώρο Τσαλαπάτα λειτουργούν all day καφέ-μπαρ, εστιατόρια, στεγασμένοι και υπαίθριοι χώροι εκδηλώσεων, wine-bar-γκαλερί, και υπηρεσίες του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.

Το καπνεργοστάσιο Ματσάγγου και οι Κυλινδρόμυλοι Λούλη

Τα διάσημα «σιγαρέτα Ματσάγγου» φτιάχνονταν στο μεγάλο εργοστάσιο που κτίστηκε σε τρεις διαφορετικές φάσεις στα τέλη του 19ου αιώνα, και είναι σημαντικό δείγμα βιομηχανικής αρχιτεκτονικής, καλύπτοντας ένα ολόκληρο οικοδομικό τετράγωνο στο εμπορικό κέντρο του Βόλου. Την εποχή της ακμής του, το 1940, απασχολούσε περίπου 2.000 εργάτες και εργάτριες -τις λεγόμενες «ματσαγγοπούλες»-, και ήταν πρώτο σε παραγωγή τσιγάρων στην Ελλάδα. Η πτώχευση ήρθε το 1970. Σήμερα μέρος του κτιρίου έχει ανακατασκευαστεί και στεγάζει το Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου. 

Οι Κυλινδρόμυλοι Λούλη. Το συγκρότημα βρίσκεται στα Παληά, κτίστηκε το 1918 και ήταν ο πρώτος ατμόμυλος της περιοχής με το πρωτοποριακό για την εποχή ελβετικό σύστημα εγκαταστάσεων. Έχει ανακατασκευαστεί εδώ και χρόνια και παραμένει πολυσύχναστο αφού στεγάζει τα Village, καταστήματα, καφέ, bowling κ.α. 

Η Κίτρινη Αποθήκη και η Παλιά Ηλεκτρική 

Χαρακτηρισμένη ως Ιστορικό Διατηρητέο μνημείο, η Κίτρινη Αποθήκη κτίστηκε στον μεσοπόλεμο και στέγαζε την καπναποθήκη της αμερικανικής εταιρίας Tobacco Co. Στη διάρκεια της Κατοχής λειτούργησε ως τόπος φυλάκισης και βασανιστηρίων της Γκεστάπο. 

Η Παλιά Ηλεκτρική εκπροσωπεί μια ιδανική επανάχρηση βιομηχανικού κτιρίου, που είναι πλέον ολοζώντανο όλο το χρόνο. Ιδρύθηκε το 1911 και υπήρξε μια από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος. Το 1994 κρίθηκε Διατηρητέα. Στο ένα κτίριο είναι η έδρα του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Βόλου και στα άλλα η Δημοτική Σχολή Χορού Βόλου και το Θέατρο της Παλιάς Ηλεκτρικής όπου παρουσιάζονται παραστάσεις, εκδηλώσεις κ.α. 

Τα περίφημα Παληά

Οι σιδηροδρομικές γραμμές του εμπορικού λιμανιού χωρίζουν το Βόλο από τη συνοικία των Παληών. Αυτή τη γειτονιά διάλεξε κι ο Θόδωρος Αγγελόπουλος για να γυρίσει σκηνές από τον «Θίασο» του. Και αυτό ίσως αρκεί για να καταλάβετε την ατμόσφαιρα που χαρακτηρίζει ακόμη τα Παληά, ή «Παληά Μαγαζεία» όπως λέγονταν στα μέσα του 17ου αιώνα, τα φτωχομάγαζα των Ελλήνων και Εβραίων εμπόρων που τα νοίκιαζαν από τους Τούρκους όταν εκείνοι κατοικούσαν στο κάστρο του τότε Γόλου. Ήταν χαμηλά, πέτρινα με κεραμοσκεπές και κτίζονταν γύρω από το λιμάνι. Τα μαγαζιά άρχισαν να πληθύνονται, αποθήκες, χάνια κι εργαστήρια στήνονταν γύρω από τις αποβάθρες και η μικρή ελληνική συνοικία άκμασε. 

Όπως ξέρουν ντόπιοι και επισκέπτες τα Παληά είναι εδώ και δεκαετίες από τα πιο δημοφιλή μέρη του Βόλου. Στα όρια της συνοικίας, παράλληλα με τον σιδηροδρομικό σταθμό βρίσκεται η οδός Φερών κατά μήκος της οποίας υπήρχαν παλιές αποθήκες που έχουν μετατραπεί σε εστιατόρια. Στην πλατεία Σιντριβάνι (ή Παπακυριαζή, όπως λέγεται ο δρόμος) όπου γινόταν το παζάρι τον 18ο αιώνα υπάρχουν διάφορα τσιπουράδικα.

Αν θέλετε να κάνετε μια βόλτα μπορείτε να πάτε ως το λόφο των Αγίων Θεοδώρων- εκεί όπου βρισκόταν το Κάστρο του Βόλου. Εδώ ήταν σύμφωνα με αρκετούς αρχαιολόγους η αρχαία Ιωλκός, ενώ επίσης υποστηρίζεται πως ο  λόφος κατοικήθηκε και κατά τους ελληνιστικούς, ρωμαϊκούς και παλαιοχριστιανικούς και βυζαντινούς χρόνους. 

Ο σταθμός του Eβαρίστο ντε Κίρικο και το Σιδηροδρομικό Μουσείο

Ο σιδηροδρομικός σταθμός του Βόλου είναι ένα αληθινό έργο τέχνης Το κτίριο σχεδίασε ο Ιταλός μηχανικός Εβαρίστο Ντε Κίρικο -πατέρας του γνωστού ζωγράφου και κατασκευαστής της γραμμής του Μουτζούρη στο Πήλιο.  Το κτίριο εγκαινιάστηκε το 1884 αποτελώντας τμήμα του έργου του Θεσσαλικού Σιδηροδρόμου που θα συνέδεε το λιμάνι του Βόλου με τον θεσσαλικό κάμπο και τη Λάρισα. Ο σταθμός δεν έπεσε από τους σεισμούς και διατηρείται ίδιος από την εποχή που κατασκευάστηκε, ξεχωρίζοντας για την κομψή νεοκλασική του γραμμή και την δίρριχτη στέγη με τον περίγραμμα που το χαρακτηρίζει ξύλινος διάκοσμος. 

Στην είσοδο του σταθμού θα δείτε το άγαλμα της Αθηνάς που δημιούργησε ο Ιταλός γλύπτης Previsan. Στον πρώτο όροφο του οικοδομήματος στεγάζεται το Μουσείο Σιδηροδρόμων όπου εκτίθενται πολλά αντικείμενα -όπως σπάνιες παλιές φωτογραφίες στολές, τηλέγραφοι, ξύλινα εκδοτήρια εισητηρίων του 19ου αιώνα, εργαλεία, ρολόγια σταθμών κ.α. Επίσης υπάρχουν αρχεία, έγγραφα, σπάνια βιβλία για τη σιδηροδρομική αρχιτεκτονική και ιστορικά ντοκουμέντα. Ξεχωρίζουν τα σχέδια του Εβαρίστο Ντε Κίρικο και των συνεργατών του σχετικά με την κατασκευή της γραμμής Βόλου-Λεχωνίων-Μηλεών που διανύει ο διάσημος Μουτζούρης. 

Το κτίριο του Δημαρχείου 

Ακόμη ένα ξεχωριστό οικοδόμημα της πόλης είναι το Δημαρχείο, κτισμένο με στοιχεία πηλιορείτικης αρχιτεκτονικής σε σχέδια της ομάδας του Δημήτρη Πικιώνη. Στο εσωτερικό του φιλοξενεί παλιές φωτογραφίες του Βόλου του μεγάλου βολιώτη φωτογράφου Στέφανου Στουρνάρα και χαρακτικά του Τάσσου. Περπατώντας στην πλατεία του Δημαχείου θα δείτε το άγαλμα του Ρήγα Φεραίου που έφτιαξε ο Μέμος Μακρής και το Δημοτικό Θέατρο, το οποίο έχει τη μεγαλύτερη σκηνή των Βαλκανίων.

Τα διάσημα τσιπουράδικα 

Ολα ξεκίνησαν από τους πρόσφυγες που ήρθαν στην περιοχή μετά τη Μικρασιατική καταστροφή του 1922 -και κυρίως από αυτούς που δούλευαν στο λιμάνι. Τα στέκια βρίσκονταν τότε στη Νέα Ιωνία, και η τσιπουροποσία ήταν κατ’ εξοχήν αντρική συνήθεια, ενώ  οι γυναίκες  την υιοθέτησαν μετά το ’67. Στην αρχή το τσίπουρο, που ερχόταν από τον Τύρναβο και τα χωριά του Πηλίου, το έπιναν στις «δαχτυλήθρες», ξεροσφύρι, χωρίς μεζέ, για να τους ανοίξει την όρεξη πριν το μεσημεριανό φαγητό.
Οι λιτοί μεζέδες -τα «πεινάσματα»- ήταν κυρίως χταπόδι, λάχανο, τσιτσίραβλα, τσίρος, παστά, λιόκαυτο σαβρίδι, πολίτικη λακέρδα. Στη συνέχεια έγιναν πιο πλούσιοι για να καταλήξεις σήμερα να βρίσκεις δεκάδες παραλλαγές σε κάθε μαγαζί. 

Στις μέρες μας λειτουργούν πολλά κατ’ όνομα τσιπουράδικα -κυρίως στην παραλία- , στην ουσία όμως είναι τουριστικά μαγαζιά με μεγάλες ποσότητες φαγητού στα πιάτα. Όμως τα αυθεντικά παραμένουν και εκεί  οι Βολιώτες ξεχωρίζουν τους τουρίστες από τον τρόπο που συμπεριφέρονται. Βλέπετε, η  παραγγελία φαγητού είναι περιττή. Αρκεί να δηλώνετε κάθε φορά πόσα  εικοσιπενταράκια (ή χύμα τσίπουρο) θέλει η παρέα και να αφήσετε τον μαγαζάτορα να αναλάβει τα υπόλοιπα… 

Στην αρχή έρχονται τα παστά, τα τουρσιά, και όσο προχωρά η κατανάλωση ανεβαίνει και το κόστος του μεζέ, για να φτάσει στην αχνιστή καραβίδα

Κάθε μεσημέρι θα διαπιστώσετε ότι οι εμπορικοί δρόμοι του Βόλου ερημώνουν, ενώ τα τσιπουράδικα σφύζουν από ζωή. Και  λόγω του ότι είναι και φτηνά την παράδοση τηρεί και ο φοιτητόκοσμος με τον ίδιο ενθουσιασμό.

Η Νέα Ιωνία

Η γειτονιά των προσφύγων θυμίζει παλιά Ελλάδα. Οι πρόσφυγες -περίπου 12.000 άνθρωποι-,  εγκαταστάθηκαν στην περιοχή δυτικά του χειμάρρου Κραυσίδωνα, το φυσικό όριο με την υπόλοιπη πόλη και τη συνοικία Οξυγόνο. Αρχικά έμεναν  σε παραπήγματα τα οποία μέχρι το 1938 έγιναν μικρά σπίτια, δημιούργησαν ολόκληρη συνοικία και τελικά Δήμο το 1947. Οι πρόσφυγες της Νέας Ιωνίας συντέλεσαν ουσιαστικά στην οικονομική ανάπτυξη του Βόλου, αφού μετέφεραν στην πόλη την τέχνη της υφαντουργίας, της ναυπηγικής και της επεξεργασίας του καπνού και αποτέλεσαν το βασικό εργατικό δυναμικό των εργοστασίων και των βιομηχανιών. Άνοιξαν επίσης μαγαζιά κι εργαστήρια στα Παληά, απασχολήθηκαν στους ταρσανάδες και επιδόθηκαν σε νέες επιχειρηματικές δραστηριότητες. Οι πρόσφυγες ήταν  αυτοί που καθιέρωσαν και τα τσιπουράδικα.

Ο πιο όμορφος περίπατος στη Νέα Ιωνία είναι κατά μήκος του Κραυσίδωνα, στην οδό Καραμπατζάκη. Μέσα στα στενά αλλά και στην Αναπαύσεως θα βρείτε μερικά από τα καλύτερα τσιπουράδικα.  

Διαβάστε ακόμα:

O κρυμμένος, υπόγειος φούρνος του Άνω Βόλου με παράδοση 100 ετών στο ψωμί

Στην εσπλανάδα του Παγασητικού

Τα τσιπουράδικα του Βόλου: 8 εξαιρετικές επιλογές