Περίπου 400 χλμ. νότια της Βαρσοβίας και μόλις 106 χλμ. από την Κρακοβία, κοντά στα σύνορα με τη Σλοβακία, το Ζακοπάνε, στις πλαγιές των βουνών Τάτρα, θεωρείται η χειμερινή πρωτεύουσα της Πολωνίας. Κάθε χρόνο συγκεντρώνει χιλιάδες τουρίστες, κυρίως Πολωνούς, αλλά όχι μόνο, που έρχονται για να απολαύσουν το ορεινό τοπίο, τα γραφικά στενά της πόλης με τα ξύλινα σπίτια και τις χιονισμένες πλαγιές. Η ευρύτερη περιοχή, που εκτείνεται από τα 750 έως τα 2.301 μέτρα υψόμετρο, αποτελεί δημοφιλές τουριστικό θέρετρο των Πολωνών για περισσότερους από δύο αιώνες.
Ήδη από τα τέλη του 18ου αιώνα, το Ζακοπάνε άρχισε να προσελκύει τους πρώτους καλοκαιρινούς παραθεριστές, οι οποίοι έφταναν κυρίως από την Κρακοβία με άμαξες. Ωστόσο, αυτός που συνέβαλε στο να γίνει το Ζακοπάνε ιδιαίτερα δημοφιλές ήταν ο γιατρός και φυσιοδίφης Tytus Chałubiński, που έφτασε εκεί το 1873. Ο Chałubiński γοητεύτηκε από την ομορφιά των βουνών Τάτρα και την ιδιαιτερότητα του πολιτισμού των ορεινών οικισμών, και η αγάπη του για την περιοχή προσέλκυσε πολλές προσωπικότητες από τον κόσμο του πολιτισμού, της τέχνης και της επιστήμης. Παράλληλα, οι κλιματικές συνθήκες, που θεωρούνταν ευεργετικές για ασθενείς με φυματίωση, συνέβαλαν ώστε η περιοχή να γίνει γνωστή και για θεραπευτικούς λόγους. Μετά την ολοκλήρωση της σιδηροδρομικής γραμμής το 1898, που συνέδεσε την πόλη με την Κρακοβία, ο αριθμός των επισκεπτών αυξήθηκε σημαντικά, από περίπου 1.600 το 1898 σε πάνω από 10.000 το 1900.
Η ανάπτυξη της περιοχής, όμως, δεν σταμάτησε εκεί. Η δεκαετία του 1930 ήταν μια περίοδος έντονης άνθησης του σκι στην Ευρώπη και το Ζακοπάνε, ακολουθώντας την τάση, πριν ακόμη ξεσπάσει ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, είχε ήδη ολοκληρώσει δύο μεγάλες επενδύσεις, οι οποίες του χάρισαν το προσωνύμιο «Χειμερινή Πρωτεύουσα» της Πολωνίας. Το 1936, μέσα σε μόλις έξι μήνες, κατασκευάστηκε το τελεφερίκ προς την κορυφή Kasprowy Wierch, που δίνει τη δυνατότητα για σκι και πεζοπορία, και δύο χρόνια αργότερα εγκαινιάστηκε το τελεφερίκ που μεταφέρει τους επισκέπτες από το κέντρο του Ζακοπάνε στην κορυφή Gubałówka, από όπου μπορούν μέχρι και σήμερα να θαυμάσουν την πόλη αλλά και την οροσειρά Tatra.
Εντυπωσιακό είναι και το γεγονός πως, παρά το ξέσπασμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το Ζακοπάνε παρέμεινε δημοφιλής χειμερινός προορισμός, καθώς χρησιμοποιήθηκε και από γερμανικές δυνάμεις κατοχής και διοικητικά στελέχη, που αξιοποίησαν κατασχεμένα ξενοδοχεία της περιοχής. Ωστόσο, το Ζακοπάνε και η περιοχή του Podhale, παρά τη δημοφιλία τους, έχουν διατηρήσει ζωντανή τη λαϊκή παράδοση, τις φορεσιές -θα δείτε ακόμη κάποιους ντόπιους να τις φορούν- και κυρίως τη χαρακτηριστική ξύλινη αρχιτεκτονική τους. Μια βόλτα στην οδό Kościeliska αποκαλύπτει ξύλινα σπίτια με περίτεχνες λεπτομέρειες και κεκλιμένες στέγες, ένα χαρακτηριστικό δείγμα της τοπικής ορεινής αρχιτεκτονικής.
Από τις πιο ενδιαφέρουσες βόλτες είναι επίσης εκείνη στην οδό Krupówki, στην καρδιά της πόλης, έναν ζωντανό πεζόδρομο γεμάτο καταστήματα, εστιατόρια και street artists. Στον αριθμό 10 θα βρείτε και το «Μουσείο των Τάτρα», ένα από τα σημαντικότερα μουσεία της περιοχής, με εκθέματα για τον πολιτισμό των Τάτρα και του Podhale, όπως παραδοσιακές ενδυμασίες, μουσικά όργανα, αναπαραστάσεις κατοικιών, καθώς και απολιθώματα και δείγματα από τη χλωρίδα και την πανίδα των Τάτρα. Το μουσείο διαθέτει συνολικά 11 παραρτήματα, εκ των οποίων τα περισσότερα βρίσκονται στο Ζακοπάνε.
Παράρτημα του μουσείου αποτελεί και η «Πινακοθήκη του Władysław Hasior», ενός από τους πιο επιδραστικούς Πολωνούς καλλιτέχνες του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα. Έργα του βρίσκονται όχι μόνο σε συλλογές πολωνικών μουσείων αλλά και στο εξωτερικό, σε μουσεία του Ελσίνκι, του Παρισιού, της Στοκχόλμης, του Όσλο, του Σάο Πάολο, του Μιλάνου, του Εδιμβούργου και του Άμστερνταμ, καθώς και σε μεγάλο αριθμό ιδιωτικών συλλογών. Στην Πινακοθήκη εκτίθενται τα γνωστά πανό του, γλυπτά από διάφορα υλικά, καθώς και αντικείμενα καθημερινής χρήσης, τα οποία στα χέρια του καλλιτέχνη αποκτούν νέο νόημα.
Αξίζει να κάνετε μια στάση και στο «Κόκκινο Αρχοντικό», το οποίο είναι μία από τις πιο όμορφες και σημαντικές βίλες στο Ζακοπάνε. Χτίστηκε στο παραδοσιακό ύφος της περιοχής μεταξύ 1901 και 1902 από τον ντόπιο Wojciech Roj, ενώ εδώ έζησε το 1904 ο διεθνώς αναγνωρισμένος πιανίστας Artur Rubinstein, καθώς και ο συγγραφέας Stefan Żeromski κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το 2016, το κτίριο μετατράπηκε σε πολιτιστικό κέντρο προώθησης της τοπικής τέχνης, το οποίο φιλοξενεί εκθέσεις καλλιτεχνών του Podhale, εργαστήρια λαϊκής τέχνης, διαλέξεις και παρουσιάσεις. Εδώ μπορείτε να μάθετε περισσότερα και για την πλούσια παράδοση του Ζακοπάνε στη ζωγραφική σε γυαλί.
Ένα ακόμη ενδιαφέρον παράρτημα του «Μουσείου των Τάτρα» είναι η «Villa Koliba – Μουσείο του Στυλ Ζακοπάνε». Η Villa Koliba είναι το πρώτο κτίριο που ανεγέρθηκε με βάση το σχέδιο του Stanisław Witkiewicz σε στυλ Ζακοπάνε. Ο Witkiewicz ήταν Πολωνός ζωγράφος, θεωρητικός τέχνης και ερασιτέχνης αρχιτέκτονας, που ανέπτυξε το αρχιτεκτονικό στυλ «Ζακοπάνε». Το κτίριο βρίσκεται στην οδό Kościeliska, τον παλαιότερο δρόμο της πόλης, με τις χαρακτηριστικές ξύλινες κατοικίες των Τάτρα.
Με την εμφάνιση της ελβετικής και τυρολέζικης αρχιτεκτονικής στην περιοχή, στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, ο Witkiewicz συνειδητοποίησε ότι, για να προστατεύσει το Podhale από κτίρια στιλιστικά ξένα προς την περιοχή, θα έπρεπε να δημιουργηθεί ένα στυλ βασισμένο στην τοπική δομική τεχνοτροπία: έτσι γεννήθηκε αυτό που σήμερα είναι γνωστό ως «στυλ Ζακοπάνε». Στη βίλα μπορείτε να δείτε τους επιμέρους χώρους, όπως την τραπεζαρία, το σαλόνι και την κρεβατοκάμαρα, το δωμάτιο του Zygmunt Gnatowski, του αρχικού ιδιοκτήτη, καθώς και την εθνογραφική συλλογή που παρουσιάζει την καθημερινότητα της εποχής.
Άλλη μια πολύ ενδιαφέρουσα βόλτα είναι αυτή στο Παλιό Νεκροταφείο της πόλης. Ακούγεται παράδοξο, αλλά αποτελεί ένα από τα αξιοθέατα του Ζακοπάνε, όπως αντίστοιχα το δικό μας Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών. Γνωστό ως Pęksowy Brzyzek, το συγκεκριμένο νεκροταφείο είναι γεμάτο λαϊκή τέχνη, με τάφους σκαλισμένους είτε σε ξύλο είτε σε πέτρα.
Στο ύψος του νεκροταφείου βρίσκεται και η ξύλινη εκκλησία «Παναγία της Τσεστοχόβα και του Αγίου Κλήμεντος», που χτίστηκε το 1848 και είναι η παλαιότερη εκκλησία του Ζακοπάνε. Οι περισσότερες εκκλησίες της περιοχής είναι κατασκευασμένες κυρίως από ξύλο, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό τους. Η «Παλιά Εκκλησία», όπως είναι επίσης γνωστή, βρίσκεται στο «Μονοπάτι Ξύλινης Αρχιτεκτονικής», μήκους περίπου 3.000 χιλιομέτρων, το οποίο περιλαμβάνει πλήθος ξύλινων ιστορικών κτιρίων.
Το μονοπάτι διασχίζει τρεις επαρχίες (Μικρή Πολωνία, Υποκαρπάθια και Σιλεσία), οι οποίες υποδιαιρούνται σε μικρότερα τμήματα με περίπου 450 σημεία ενδιαφέροντος στο μήκος του. Στην επαρχία της Μικρής Πολωνίας, που περιλαμβάνει το Ζακοπάνε, το «Μονοπάτι Ξύλινης Αρχιτεκτονικής» έχει μήκος περίπου 1.500 χλμ. και χωρίζεται σε εννέα τμήματα, τα οποία περιλαμβάνουν σχεδόν 250 ιστορικά κτίσματα, όπως εκκλησίες, παρεκκλήσια, αρχοντικά, ξύλινες βίλες και υπαίθρια μουσεία. Αρκετές από τις ξύλινες εκκλησίες της Πολωνίας έχουν ενταχθεί στον Κατάλογο Μνημείων Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO.
Μετά τις βόλτες στα στενά της πόλης, στα μουσεία, τις γκαλερί, τα καφέ και τα εστιατόρια, μπορείτε να κλείσετε τη μέρα σας επισκεπτόμενοι κάποια από τα ιαματικά λουτρά της περιοχής, που προσφέρουν υπηρεσίες σάουνας, μασάζ και ευεξίας. Η περιοχή είναι γνωστή για τα γεωθερμικά νερά της και αξίζει να απολαύσετε μια βουτιά σε μία από τις θερμαινόμενες πισίνες της.
Αν θέλετε να δείτε την πόλη από ψηλά, ανεβείτε με το τελεφερίκ στην κορυφή Gubałówka, ενώ αν θέλετε ακόμη καλύτερη θέα και ένα πιο ορεινό σκηνικό, μπορείτε να πάρετε το τελεφερίκ για την Kasprowy Wierch, μία από τις πιο γνωστές κορυφές της οροσειράς Τάτρα, που φτάνει τα 1.987 μ. υψόμετρο. Η Kasprowy Wierch αποτελεί σημαντικό κόμβο μονοπατιών πεζοπορίας και δημοφιλή προορισμό για σκι. Στην κορυφή θα βρείτε επίσης μετεωρολογικό παρατηρητήριο και εστιατόριο.
Πριν φύγετε από το Ζακοπάνε, θυμηθείτε να δοκιμάσετε το διάσημο τοπικό ΠΟΠ τυρί oscypek, για το οποίο υπάρχει και μουσείο αφιερωμένο στην ιστορία και την παραγωγή του. Η ιστορία του oscypek τοποθετείται χρονικά ήδη από τον 12ο και 13ο αιώνα, όταν ποιμενικοί πληθυσμοί από τα Βαλκάνια μετέφεραν στην περιοχή την παράδοση της κτηνοτροφίας και της τυροκομίας. Η διαδικασία παραγωγής παρουσιάζει ομοιότητες με εκείνη ορισμένων ελληνικών τυριών, όπως το κασέρι και το κασκαβάλι, με τη διαφορά ότι το oscypek ξεχωρίζει και για την εμφάνισή του, καθώς τοποθετείται σε περίτεχνα σκαλισμένα ξύλινα καλούπια, που ονομάζονται oscypiorki.
Διαβάστε ακόμα:
Karpacz: Εκεί όπου η νορβηγική κληρονομιά συναντά τις Πολωνικές Άλπεις
O γαστρονομικός θησαυρός της Πολωνίας: Τα Pierogies και η τέχνη της Syrene
Βαρσοβία – Κρακοβία – Άουσβιτς: Ένα ξεχωριστό ταξίδι στην Πολωνία





