Αν δεν έχεις τίποτα να χάσεις, μπορείς να κάνεις κάτι που δεν κάνουν οι άλλοι, να ταξιδέψεις όλο τον κόσμο, για παράδειγμα. Όλα θα πήγαιναν τυπικά και προβλέψιμα στη ζωή του Στέργιου Γκόγκου αν, την περίοδο της οικονομικής κρίσης της περασμένης δεκαετίας στην Ελλάδα, δεν έχανε τη δουλειά του. Έτσι απλά, λίγες μέρες αργότερα, με ελάχιστο budget, ανέβηκε στη βέσπα του, αποφασισμένος να κάνει τον γύρο της Αφρικής.

12

Έφυγε το 2013 από τη Θεσσαλονίκη, ακολουθώντας το δικό του πρωτόκολλο περιπέτειας. Η ιδέα να ζήσει την Αφρική σε πρώτο πρόσωπο, χωρίς αποστάσεις ασφάλειας, φάνταζε ακαταμάχητη. Κάποια στιγμή, το 2014, στο Κονγκό, -ναι, στο Κονγκό-, γνώρισε την Αλεξάνδρα Φεφοπούλου, που βρισκόταν εκεί στο πλαίσιο της διατριβής της. Οι δυο τους ξανασυναντήθηκαν λίγο αργότερα στο Γιοχάνεσμπουργκ. Η γνωριμία τους έφερε μια συμφωνία: να επιστρέψουν στην Αθήνα με τη Vespa του.

Συμφώνησαν επίσης ότι η επιστροφή τους στην πατρίδα θα ήταν «μικρής διάρκειας». Η επιθυμία τους, τότε και τώρα, ήταν μία και συγκεκριμένη: να ταξιδέψουν με μια Vespa τον κόσμο. Ονόμασαν το μακρύ, σε χρόνο και χιλιόμετρα, ταξίδι τους Worldvespa. Η περιπέτειά τους δεν έχει χορηγούς, ούτε προϋπολογισμό που εξασφαλίζει άνεση. Ως σήμερα έχουν επισκεφθεί περισσότερες από 27 χώρες και έχουν καλύψει πάνω από 75.000 χιλιόμετρα. Με μια Vespa όλα αυτά; Ναι, με μια Vespa PX200, κατασκευής 2003.

Ο Στέργιος αυτή την περίοδο βρίσκεται στην Παραγουάη και η Αλεξάνδρα στην Αθήνα. Όταν τη ρωτάμε να θυμηθεί την πιο απρόβλεπτη στιγμή αυτού του μακρόσυρτου ταξιδιού που έχει κάνει με τον σύντροφό της, μας απαντά:

«Για τον Στέργιο ίσως να ήταν εκείνο το διάστημα που ταξίδεψε πάνω σε φορτηγά με τη βέσπα χαλασμένη και διέσχισε το Κονγκό, από την πρωτεύουσα Κινσάσα μέχρι το Λουμπουμπάσι, στα νότια της χώρας, στα σύνορα με τη Ζάμπια. Για μένα ήταν οι πρώτες μέρες του κοινού μας ταξιδιού, πάνω στη σέλα της βέσπας, μαζί με έναν άνθρωπο που ουσιαστικά ελάχιστα γνώριζα, έχοντας αφήσει πίσω μου κάθε ασφάλεια και κάθε οικείο περιβάλλον, μη γνωρίζοντας τίποτα για την επόμενη μέρα, ούτε καν για την επόμενη στιγμή. Βέβαια, μπορεί οι «αξέχαστες στιγμές» που επιλέγω σήμερα ως απάντηση να σχετίζονται με την αναμέτρησή μας με τους ίδιους μας τους εαυτούς και τα όρια των αντοχών μας, ωστόσο δεν είναι μόνο αυτές που κάνουν το ταξίδι μας αξέχαστο. Οι στιγμές της καθημερινότητας, εκείνες οι λεπτομέρειες που ίσως να μην έχουν θέση σε ένα άρθρο ή σε ένα βιβλίο, οι στιγμές που κάποιος μπορεί να θεωρήσει βαρετές, είναι το αλατοπίπερο στη ζωή μας. Όταν βοηθήσαμε έναν απελπισμένο βοσκό στην Παταγονία να βάλει το κοπάδι του στο μαντρί, ήταν μία από αυτές. Μια άλλη ήταν όταν κοιμηθήκαμε στην αυλή ενός ψαρά σε ένα χωριό της Παραγουάης. Δεν θα ξεχάσουμε ποτέ τη στιγμή που μια οικογένεια στον νότο της Βραζιλίας μάς πρόσφερε ένα σπίτι για όσο καιρό το χρειαζόμασταν, και το εννοούσε. Όπως δεν θα ξεχάσουμε και τις συζητήσεις μας με εξεγερμένους φοιτητές στη Χιλή και ανθρακωρύχους στη Βολιβία».

Η Αλεξάνδρα και ο Στέργιος, οι Worldvespa δηλαδή, έχουν γυρίσει την Αφρική και σχεδόν ολόκληρη τη Λατινική Αμερική. Το ταξίδι τους στον κόσμο είχε συχνά αντιξοότητες και κάποια στιγμή διακόπηκε, όχι από επιλογή. Η αφήγηση της Αλεξάνδρας έχει κάτι από δημοσιογραφικό ρεπορτάζ: «Η πανδημία μάς βρήκε σε μια βορειοδυτική επαρχία της Αργεντινής, στην Καταμάρκα, όπου δεν είχαμε υπολογίσει να μείνουμε σχεδόν καθόλου. Όταν άρχισαν να φτάνουν τα νέα για κλείσιμο συνόρων και απαγόρευση μετακινήσεων, αποφασίσαμε να μην επιχειρήσουμε να επιστρέψουμε στην Ελλάδα. Μείναμε για έναν χρόνο εκεί, μέχρι που τελικά καταφέραμε να μετακομίσουμε στο Μπουένος Άιρες.

Οι πρώτες μέρες ήταν περίεργες. Κοιτώντας πίσω πλέον, συνειδητοποιούμε ότι πήραμε ένα μεγάλο μάθημα για το πώς το προνόμιο του να έχει κάποιος ευρωπαϊκό διαβατήριο μπορεί ξαφνικά να μη σημαίνει τίποτα. Αυτό που κυκλοφορούσε τότε στις ειδήσεις ήταν ότι οι ξένοι έφεραν μαζί τους την αρρώστια και εμείς ήμασταν ξένοι. Τι κι αν ήδη βρισκόμασταν έναν ολόκληρο χρόνο στη Λατινική Αμερική; Ο φόβος δεν είναι καλός σύμβουλος. Οι ντόπιοι μάς κοιτούσαν με αμφιβολία. Στον δρόμο μιλούσαμε μεταξύ μας ισπανικά για να μην τραβάμε την προσοχή, ως ξένοι, στη μικρή πόλη όπου μέναμε. Βέβαια, αυτό γρήγορα άλλαξε. Οι γείτονές μας μάς αγκάλιασαν και νιώσαμε ξανά ασφάλεια. Ο χρόνος πέρασε και πλέον νιώθουμε ότι η ακινησία εκείνου του καιρού μάς έδωσε τον χρόνο που χρειαζόμασταν για να κινηθούν μέσα μας άλλες διαδικασίες, να σκεφτούμε τα πράγματα, τη ζωή, αλλιώς».

Ποιητικά μιλώντας, άλλωστε: «ποιητικά κατοικεί ο άνθρωπος», όπως αναφέρει και ο Χέλντερλιν, είμαστε όλοι ταξιδιώτες. Η περίπτωση αυτού του ζευγαριού αγγίζει την κυριολεξία του ρομαντικού στίχου. Η ταξιδιώτρια μας λέει απαντώντας στην ερώτηση: «Ταξιδεύοντας, η έννοια της εξοικείωσης με έναν τόπο γίνεται «άγνωστη λέξη»; Η Αλεξάνδρα συμπυκνώνει τις σκέψεις της λέγοντας: Η εξοικείωση σαν έννοια, τουλάχιστον στο πώς την αντιλαμβανόμαστε εμείς, έχει διάφορους βαθμούς. Δεν νομίζω ότι μπορεί να υπάρξει τόση εξοικείωση όση έχουμε με τη χώρα όπου γεννηθήκαμε, με κανένα άλλο μέρος του κόσμου. Ωστόσο, μετά από κάποιο διάστημα σε ένα μέρος, όλα αρχίζουν να φαίνονται όλο και πιο γνώριμα, πιο προβλέψιμα, πιο κατανοητά. Για παράδειγμα, όταν επιστρέψαμε στην Αργεντινή μετά από τρία χρόνια, νιώθαμε ότι επιστρέψαμε σε κάτι πολύ δικό μας, κάτι πολύ οικείο και ζεστό. Το ίδιο και όταν πήγαμε στην Παραγουάη μετά από πέντε χρόνια. Έχει να κάνει με το πόσο διάστημα έχει μείνει κανείς κάπου, τι εμπειρίες έχει, τι δεσμούς έχει αποκτήσει με τους ανθρώπους εκεί και με το πόσο είναι διατεθειμένος να «οικειοποιηθεί» κάτι καινούργιο».

Διαβάστε ακόμα:

Από την καλλιτεχνική σκηνή του Άμστερνταμ στην αγροτική ζωή της Κέρκυρας: Η μυθιστορηματική ζωή της Helena

35 χώρες, αμέτρητα αστέρια: Ο Άγης καταγράφει τον Ουρανό μέσα από τον φωτογραφικό του φακό

Ανδρέας Ξυλιάς-Χρήστος Τασούλας: Οι κορυφές του κόσμου ένωσαν επαγγελματικά δύο παθιασμένους εξευρευνητές