Ο μελετητής και μύστης της ελληνικής κουλτούρας και γαστρονομίας, Γιώργος Πίττας, αποκαλεί τα καφενεία «βουλές της Ελλάδας». Πράγματι, στα τραπέζια τους, πάνω από τούρκικους καφέδες ή τσίπουρα, συζητήθηκαν και αναλύθηκαν πολιτικές αλλαγές, πάρθηκαν αποφάσεις ψήφου και έκλεισαν ακόμη και εμπορικές ή καλλιτεχνικές συμφωνίες.

27

Τα καφενεία δεν τα έχει νικήσει ακόμη ολοκληρωτικά το gentrification, γιατί, με έναν τρόπο, την τελευταία δεκαετία τα έχει επανακατακτήσει μια φλογερή, ταξιδιάρικη νεολαία που αναζητά ένα κουκούλι νοσταλγίας, έναν ασφαλή τόπο να σταθεί και να υπάρξει, σε έναν κόσμο που αλλάζει με την ταχύτητα του scroll. Υπάρχουν σήμερα ακόμη δεκάδες καφενεία σε όλη τη χώρα που παραμένουν ζωντανά και δεν λειτουργούν μόνο ως χώροι εστίασης, αλλά ως ζωντανά αρχεία μνήμης. Μέρη όπου ο χρόνος δεν κυλά γραμμικά, αλλά στριφογυρίζει γύρω από ποτήρια με ρακή, πιατάκια με μεζέδες και κουβέντες που μπλέκουν το χθες με το σήμερα.

Από την Αθήνα έως την Τρίπολη και από το Πήλιο μέχρι το Αιγαίο και την Κρήτη, αυτά είναι πέντε καφενεία που συνεχίζουν να κρατούν τη φλόγα αναμμένη.

1. Μουριά, Αθήνα – Εξάρχεια

Τι να πεις για τη Μουριά; Μέχρι και θεατρικά έργα παίζονταν μέσα εκεί, στην καρδιά της κρίσης, όταν οι άνθρωποι του θεάτρου άρχισαν να συνειδητοποιούν ότι η τέχνη τους μπορεί να χωρέσει και αλλού, όχι μόνο σε χώρους προορισμένους για ακριβά εισιτήρια και φωτεινές μαρκίζες. Πρόκειται για ένα από εκείνα τα καφενεία που δεν χωρούν σε ταμπέλες, ούτε αισθητικές ούτε κοινωνικές. Από τα παλαιότερα της Αθήνας, με ιστορία που ξεκινά το 1915, παραμένει μέχρι σήμερα ένα ζωντανό σημείο αναφοράς στην καρδιά των Εξαρχείων.

Εδώ συναντιούνται παλιοί θαμώνες της γειτονιάς με νεότερους, οικογένειες με καροτσάκια, τουρίστες που ζητούν Bloody Mary και καταλήγουν με τσίπουρο και ντομάτα. Κι αυτό, με έναν τρόπο, θυμίζει Bloody Mary στην τελική. Καλλιτέχνες, ποιητές, πολιτικοί και ξενύχτηδες μοιράζονται τα ίδια τραπέζια, ενώ τα Σάββατα, τη μέρα της λαϊκής της Καλλιδρομίου, δεν πέφτει καρφίτσα, ούτε στα έξω ούτε στα μέσα τραπέζια.

Η ψυχή της Μουριάς είναι οι άνθρωποί της: η κυρία Έφη, η κόρη της Αρετή και, πάνω απ’ όλα, ο Χρήστος Βάνας. Έβδομος κατά σειρά ιδιοκτήτης και ο μακροβιότερος, βρίσκεται πίσω από τον πάγκο εδώ και τέσσερις δεκαετίες. Από τη γωνία Χαριλάου Τρικούπη και Καλλιδρομίου θυμάται ακόμη το παλιό διώροφο κτίριο με τη μεγάλη μουριά και το πηγάδι που υδροδοτούσε τη γειτονιά, πριν κατεδαφιστεί το 1962.

Καθοριστικό ρόλο στη σημερινή φυσιογνωμία του χώρου έπαιξε και ο καλλιτέχνης Νίκος Κασκούρας, ο άτυπος art director της Μουριάς. Μαζί με τον κύριο Χρήστο έδωσαν στο καφενείο τη χαρακτηριστική του εικόνα: πολύχρωμες καρέκλες, οικογενειακές φωτογραφίες, έργα καλλιτεχνών, ένα γλυπτό αγγέλου να αιωρείται από το ταβάνι και ένα μικρό αφιέρωμα στον Νικόλα Άσιμο. Στο βιβλίο επισκεπτών, ένα μήνυμα τα λέει όλα: «Ευχαριστούμε που μας φτιάχνετε ομελέτα με βότκα και μπίρα».

2. Μεγάλος Καφενές, Πύργος Τήνου

Στον Πύργο της Τήνου, το χωριό των μαρμαρογλυπτών και των τεχνιτών, ο Μεγάλος Καφενές λειτουργεί, εδώ και περισσότερα από 100 χρόνια, ως οργανικό κομμάτι της καθημερινής ζωής των ντόπιων και των επισκεπτών, καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου. Με τραπέζια απλωμένα στην πλατεία και φόντο τα εργαστήρια μαρμαροτεχνίας, αποτελεί φυσικό κέντρο συνάντησης: εδώ θα καθίσουν οι ηλικιωμένοι για τον πρωινό ελληνικό, οι τεχνίτες στο διάλειμμά τους, αλλά και οι ταξιδιώτες που αναζητούν την Τήνο μακριά από καρτ ποστάλ και ινσταγκραμικά trends ολίγων σεζόν.

Θέα του, η πλατεία και ο μεγάλος, επίσης αιωνόβιος, πλάτανος, ενώ «γείτονας» στέκει το καφεζαχαροπλαστείο Κεντρικό με τα ξακουστά γαλακτομπούρεκά του. Στον καφενέ μαζεύονταν η «γερουσία» του τόπου, καπεταναίοι, αγρότες και μαρμαροτεχνίτες, συζητώντας την καθημερινότητα, ενώ πληροφορίες θέλουν, στο εσωτερικό του, να στεγαζόταν παλαιότερα και το κουρείο του Γιάννη Δρακόπουλου. Τι πιο ωραίο από έναν συνδυασμό καλού καφέ και δυναμωτικού αποστάγματος, με μια κόντρα ξούρα και ένα «με τις υγείες σου»;

Το 2014, ο Αργύρης Ξυπολιτίδης, από την τελευταία γενιά ιδιοκτητών, ανανέωσε τον «Μεγάλο Καφενέ», παντρεύοντας το παλιό φωτογραφικό υλικό και αντικείμενα από το παρελθόν με τη φρεσκάδα του καινούργιου. Τα καθίσματα βάφτηκαν σε παστέλ αποχρώσεις, κροκί και φυστικί, σε όμορφη αντίθεση με το κατάλευκο τοπίο, ενώ τα τραπεζάκια αναπαλαιώθηκαν και ανέδειξαν ξανά το ξύλο και το μάρμαρό τους. Γλυκά δεν θα βρείτε μόνο στο Κεντρικό παραδίπλα: και στο καφενείο η πορτοκαλόπιτα της κυρίας Πόπης έχει τη δική της ουρά πιστών, ενώ δεν λείπουν και οι μεζέδες με ντόπιες λιχουδιές, τυριά και τα συναφή. Αν πετύχετε καρυδόπιτα, μην το σκεφτείτε δεύτερη φορά.

3. Θεόφιλος, Μακρινίτσα Πηλίου

Η Μακρινίτσα φημίζεται για τη θέα της προς τον Παγασητικό, όμως το πραγματικό της βάθος αποκαλύπτεται στα καλντερίμια και στους χώρους που μοσχοβολούν ιστορία, μια μυρωδιά πικρή και γλυκιά μαζί. Ένας από αυτούς είναι το καφενείο-ουζερί Θεόφιλος, άρρηκτα συνδεδεμένο με την παρουσία του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλος Χατζημιχαήλ στο Πήλιο.

Ο Θεόφιλος έζησε και δημιούργησε για δεκαετίες στον Βόλο και τα χωριά του Πηλίου, διακοσμώντας τοίχους με τις χαρακτηριστικές, πολύχρωμες σκηνές του, συχνά ως αντάλλαγμα για φιλοξενία ή ένα πιάτο φαγητό. Έτσι προέκυψε και η εντυπωσιακή τοιχογραφία που κοσμεί το καφενείο της Μακρινίτσας, ζωγραφισμένη απευθείας πάνω στον σοβά, με θέμα «Το γλέντι του Κατσαντώνη με τους μαχητές στην Κρύα Βρύση το 1812».

Το καφενείο λειτουργεί από το 1910 και στεγάζεται σε κτίριο που δωρίστηκε στην κοινότητα από την Ανδρονίκη Βατσαρέα-Μαυράκη, όπως μαρτυρά η μαρμάρινη πλάκα στην πρόσοψη. Σήμερα αποτελεί διατηρητέο μνημείο και λειτουργεί ως δημοτική επιχείρηση, υπό τη φροντίδα της Ρίας Μπενάκη και του συζύγου της.

Ο επισκέπτης απολαμβάνει εκεί, παραδοσιακά, ελληνικό καφέ στο μπρίκι, γλυκό του κουταλιού, υποβρύχιο ή ντόπιο τσίπουρο με γλυκάνισο, συνοδεία απλών, αυθεντικών μεζέδων. Τις ηλιόλουστες μέρες, τα λιγοστά τραπεζάκια στο καλντερίμι προσφέρουν μια εμπειρία που καταργεί τον χρόνο, αρκεί να βρεθεί ελεύθερο τραπέζι.

4. Το Μεγάλο Καφενείο, Τρίπολη

Στην καρδιά της Τρίπολης, στην πλατεία του Αγίου Βασιλείου, το Μεγάλο Καφενείο λειτουργεί αδιάλειπτα από το 1840, κουβαλώντας σχεδόν δύο αιώνες αστικής ιστορίας. Αγαπημένο στέκι της αριστοκρατίας της εποχής -γιατρών, δικηγόρων και εμπόρων- ο εσωτερικός του χώρος θυμίζει σήμερα περισσότερο μουσείο παρά καφενείο. Καθρέπτες με σκαλιστές κορνίζες, οβάλ τραπεζάκια, πολυτελείς καναπέδες και αυθεντικά έπιπλα από τη Βιέννη, κατασκευασμένα στο εργοστάσιο του Michael Thonet, συνθέτουν ένα σπάνιο σύνολο ιστορικής και αισθητικής αξίας. Σε ειδική προθήκη εκτίθενται όπλα της Επανάστασης του 1821, ενισχύοντας τη σύνδεση του χώρου με τη νεότερη ελληνική ιστορία.

Έως το 1923, η είσοδος στο Μεγάλο Καφενείο επιτρεπόταν αποκλειστικά σε άνδρες της τοπικής ελίτ, άνω των 40 ετών. Εκεί έπιναν καφέ με γλυκό του κουταλιού, ενώ ο χώρος διέθετε και αργιλέδες. Παιχνίδια όπως το τάβλι, η μπριζ, η τράπουλα αλλά και το σκάκι είχαν την τιμητική τους, ενώ για κάποιο διάστημα το καφενείο λειτούργησε και ως ζαχαροπλαστείο. Το Μεγάλο Καφενείο έχει φιλοξενήσει προσωπικότητες από την πολιτική, τις τέχνες, τον αθλητισμό και τη δημοσιογραφία και παραμένει έως σήμερα ζωντανός πολιτιστικός πυρήνας της πόλης, με παρουσιάσεις βιβλίων, μουσικές βραδιές και, κατά διαστήματα, θεατρικές παραστάσεις. Χαρακτηριστικό είναι ότι στις αρχές του 20ού αιώνα προβλήθηκε εδώ μία από τις πρώτες ταινίες του βωβού κινηματογράφου στην πόλη.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, το καφενείο ανήκει στον Παρασκευά Κατσικερό, έχοντας περάσει προηγουμένως από πολλά χέρια και από λιγότερο ή περισσότερο ένδοξες περιόδους. Το Μεγάλο Καφενείο συγκαταλέγεται στα ιστορικά καφέ της Ευρώπης, μια μικρή και διαρκώς συρρικνούμενη οικογένεια, με λίγα μόνο αντίστοιχα παραδείγματα στην Ελλάδα. Σταδιακά, με προεξάρχον το παράδειγμα του θρυλικού Caffè Greco στη Ρώμη, πολλά ιστορικά καφενεία κλείνουν τις πόρτες τους, παρασυρόμενα από την εξέλιξη, τις επενδύσεις και τις πιέσεις του εκσυγχρονισμού.

5. Το Καφενείο του Κώστα, Σίβα Μεσαράς, Ηράκλειο Κρήτης

Ο Σίβας, ένα μικρό προστατευόμενο χωριό στη νοτιοδυτική άκρη της πεδιάδας της Μεσαράς, κουβαλά έντονα τα ίχνη της μινωικής και βυζαντινής ιστορίας του. Ανάμεσα στα παλιά σπίτια, την εκκλησία του Αγίου Ιωάννη και την κεντρική πλατεία, ξεχωρίζει ένα καφενείο που λειτουργεί ως ζωντανό αρχείο μνήμης: το καφενείο του Κώστα Αργυράκη.

Περισσότερο από χώρος καφέ, αποτελεί τόπο συνάντησης, διαλόγου και στοχασμού. Οι τοίχοι του, γεμάτοι εικόνες, βιβλία, φωτογραφίες και κειμήλια, θυμίζουν λαογραφικό μουσείο, ενώ κάθε αντικείμενο αφηγείται τη δική του ιστορία. Αν πάτε, προσέξτε τις αναπαραγωγές έργων του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου και τις εικόνες Φαγιούμ, που φτάνουν από το δάπεδο ως το ταβάνι, σαν να εκτίθενται σε μουσείο ή σε γκαλερί, χωρίς τη σοβαροφάνεια και το «σφίξιμο» που συχνά συνοδεύουν τέτοιους χώρους. Καφενείο, λοιπόν, για φιλότεχνους, για φιλοσόφους, για λυράρηδες αλλά και για τον απλό λαό. Μπορείς να χαζεύεις για ώρες τις εικόνες, τα γνωμικά και τις παροιμίες, να χάνεσαι για λίγο.

Ο ίδιος ο ιδιοκτήτης, άνθρωπος χαμηλών τόνων και βαθιάς πνευματικότητας, υπερασπίζεται το καφενείο του ως χώρο επικοινωνίας και συλλογικής μνήμης, τιμώντας τους γονείς του, αφού η «επιχείρηση» υπήρξε οικογενειακή. Συνεχίζει την παράδοση και την κουλτούρα με σπιτικούς μεζέδες, ρακή, λικέρ και ανοιχτές συζητήσεις για φιλοσοφία, ιστορία και ζωή. Το καφενείο του Σίβα προσφέρει έτσι ένα σπάνιο ταξίδι στον χρόνο και την ποίηση. Άραγε το κράτος γνωρίζει την ύπαρξη ενός χώρου σαν αυτόν; Και αν ναι, κάνει κάτι για να στηρίξει τη λειτουργία του; Γιατί δεν είναι όλα τα μαγαζιά το ίδιο. Κάποια έχουν ανάγκη εμάς, ως πελάτες, για να υπάρξουν. Και κάποια άλλα τα έχουμε εμείς ανάγκη, ως άνθρωποι και ως ταξιδιώτες, για να υπάρχουμε πιο ολόκληροι, πιο ανθρώπινοι.

Διαβάστε ακόμα:

Το παραδοσιακό πρωινό-εμπειρία στο καφενείο της Βούιας στο Ματσούκι Τζουμέρκων

Αρτεμισία Μεσσηνίας: Ο 30χρονος Μιχάλης αναβιώνει την ψυχή του ελληνικού καφενείου στον Ταΰγετο

Το Καφενείο της Σοφίας: Ένα ταξίδι στην αυθεντική Ελλάδα