Από τα γιορτινά αλλά και πιο καθημερινά τραπέζια της παιδικής ηλικίας μου στο χωριό δεν έλειπε ποτέ το λουκάνικο. Η πιατέλα όπου το σερβίραμε, κατευθείαν από τα κάρβουνα ή το τζάκι, ζεματιστό, σχεδόν να κολυμπάει στο λιωμένο λίπος και το λεμόνι, ήταν η πρώτη που άδειαζε. Για όσους έχουμε έστω και ρίζες από τον Άγιο Γεώργιο Τυμφρηστού, ήταν ένας μεζές που θεωρούσαμε δεδομένο.

18

Θα έπρεπε να περάσουν δεκαετίες και να δοκιμάσω πολλά ακόμα λουκάνικα, από διαφορετικές περιοχές της Ελλάδας αλλά και από το εξωτερικό, για να αποφασίσω ότι το λουκάνικο της παιδικής ηλικίας μου ήταν από τα νοστιμότερα, αν όχι το νοστιμότερο. Μια άποψη μάλιστα που, όπως συνειδητοποίησα, δεν υποστήριζα μόνο εγώ λόγω, ας πούμε, τοπικισμού ή νοσταλγίας του παρελθόντος. Συχνά, όταν ανέφερα σε κάποιον το χωριό καταγωγής μου, έσπευδε να σχολιάσει «α, αυτό με τα ωραία λουκάνικα». Τα τελευταία χρόνια μάλιστα, που αρκεί μια δημοσίευση στο διαδίκτυο για να ταξιδέψει η φήμη μιας τοπικής σπεσιαλιτέ μέχρι την άλλη άκρη του κόσμου, όποτε επιστρέφω στον Άγιο Γεώργιο, τα αυτοκίνητα και τα λεωφορεία σχηματίζουν ουρές μπροστά από τα κρεοπωλεία με τις αρμαθιές των λουκάνικων στις βιτρίνες.

Σήμερα το χωριό έχει τρία κρεοπωλεία. Ένα από αυτά, ο Τσώνος, ξεκίνησε τη διαδρομή του στον χρόνο ως χασαποταβέρνα, από τον προπάππο του τωρινού ιδιοκτήτη, Γιώργου Τσώνου. Σέρβιρε φαγητό μέχρι σχετικά πρόσφατα: θυμάμαι, από τις δεκαετίες του ’90 και του ‘00, ανεπιτήδευτες βραδιές κρεατοφαγίας στη σάλα με τις τζαμαρίες, με θέα στο δάσος και το ποτάμι. «Παλιά δεν υπήρχε δρόμος για την Ευρυτανία και πολλοί σταματούσαν και έτρωγαν εδώ» εξηγεί ο κ. Τσώνος. «Αλλά και όταν έγινε ο δρόμος, σταματούσαν εδώ τα λεωφορεία. Λειτουργούσαμε ως καφενείο, το μεσημέρι ως εστιατόριο, με φαγητά κατσαρόλας, και το βράδυ ως ψησταριά».

Ο Άγιος Γεώργιος Τυμφρηστού δημιουργήθηκε κυρίως από κατοίκους τριών κοντινών οικισμών, όπως τη Ζιώψη, «πολύ πριν από το ’40. Τον προπάππο μου έλεγαν Παναγιώτη Τσώνο. Τον παππού μου, Γιώργο Τσώνο. Θα τον έβγαζαν Γιάννη, αλλά τον είπαν Γιώργο γιατί ήταν ο πρώτος που βαπτίστηκε στην εκκλησία του χωριού (τον ναό του Αγίου Γεωργίου). Ο πατέρας μου ονομάστηκε Παναγιώτης». Στην εποχή της χασαποταβέρνας, «μαγειρεύαμε, ψήναμε κρέας και φτιάχναμε εμείς τα λουκάνικα που σερβίραμε». Αλλά το εργαστήριο για τα λουκάνικα δημιουργήθηκε επίσημα «γύρω στο 1983 με 1984. Ήμασταν οι πρώτοι στην περιοχή». Εκείνη την εποχή, η φήμη του λουκάνικου Αγίου Γεωργίου «βγήκε προς τα έξω και το χωριό ταυτίστηκε με αυτό».

Πλέον, που οι αποστάσεις από χωριό σε χωριό έχουν ελαχιστοποιηθεί και οι επιλογές εστίασης αφθονούν στην περιοχή, η χασαποταβέρνα του Τσώνου δεν λειτουργεί πια. Η σάλα με τη μεγάλη τζαμαρία έχει γίνει χώρος προσωρινής αποθήκευσης των λουκάνικων (που ξεπουλούν μαζικά, ολόφρεσκα ακόμα, για να παραχωρήσουν τη θέση τους στα επόμενα). Μια δεύτερη μεγάλη αίθουσα θυμίζει περισσότερο λαογραφικό μουσείο, στολισμένη καθώς είναι με παλιές, ασπρόμαυρες φωτογραφίες από την οικογένεια και το χωριό, αλλά και με καλοδιατηρημένα εργαλεία και αντικείμενα του παρελθόντος. Σε μια κολόνα παρατάσσονται με χρονολογική σειρά φωτογραφικά πορτρέτα από τον προπάππο, τον παππού και τον πατέρα του Γιώργου Τσώνου. Σαν φόρο τιμής στους προγόνους του, αλλά και σαν μια υπενθύμιση του αγώνα που έδωσαν για να αναπτύξουν αυτή την επιχείρηση, στην οποία σήμερα ο ίδιος βρίσκεται στις επάλξεις «365 μέρες τον χρόνο», όπως λέει.

Φυσικά εδώ πωλούνται και άλλα προϊόντα, όχι μόνο κρέας αλλά και χυλοπίτες, κρασί, τσίπουρο και μυρωδικά. Το λουκάνικο φτιάχνεται από χοιρινό, χοντροκομμένο κιμά με πράσο, σε δύο τύπους, «το κανονικό και το καυτερό». Αυτό που το κάνει να ξεχωρίζει, κατά τον κ. Τσώνο, «είναι οι πρώτες ύλες και ο τρόπος παρασκευής. Έχουμε κρατήσει την παραδοσιακή συνταγή. Δεν έχουμε μπει στη θερμική επεξεργασία των τυποποιημένων με τα ενισχυτικά. Επίσης δεν έχουμε επεκταθεί στα σουπερμάρκετ, γιατί μετά πας σε υποδεέστερη ποιότητα. Επιλέξαμε αυτόν τον δρόμο, τον μοναχικό, στην ποιότητα των υλικών και στην κατασκευή και έτσι ο κόσμος μάς τιμάει».

Πράγματι, οι πελάτες συρρέουν από κάθε γωνιά της Ελλάδας αλλά και από το εξωτερικό -ανάμεσά τους είναι και Έλληνες που ζουν, για παράδειγμα, στη Γερμανία ή την Αγγλία. Η τοποθεσία του χωριού, πάνω στον κεντρικό δρόμο Λαμίας-Καρπενησίου, είναι αρκετά βολική για τους ταξιδιώτες. Αλλά ακόμα και αν κάποιος δεν περνάει από εκεί μπορεί να παραγγείλει να του στείλουν λουκάνικα με το ΚΤΕΛ ή με το ταχυδρομείο, σε οποιαδήποτε γωνιά της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδας. Ο Γιώργος Τσώνος δεν ενδιαφέρεται να πειραματιστεί με νέες συνταγές λουκάνικου. «Δεν σκεφτόμαστε να αλλάξουμε την παραδοσιακή, γιατί ο κόσμος είναι ευχαριστημένος». Άλλωστε αυτή αναπτύχθηκε με την πάροδο του χρόνου, σύμφωνα με τις τοπικές πρώτες ύλες και τις αρχές της ελληνικής cucina povera, σε εποχές που τα αποθέματα κρέατος ήταν λιγοστά και πολύτιμα και τα μέσα συντήρησης, ελάχιστα.

Μέσα σε αυτό το δοκιμασμένο πλαίσιο κινείται το κρεοπωλείο μέχρι σήμερα και, παρόλο που η γεωργία και η κτηνοτροφία δεν γνωρίζουν την άνθηση του παρελθόντος, δεν δυσκολεύεται να εξασφαλίσει πρώτες ύλες. «Το χοιρινό κρέας το προμηθευόμαστε από κτηνοτροφικές μονάδες του νομού μας ή του γειτονικού νομού. Το πράσο, από τοπικούς παραγωγούς. Τα υπόλοιπα υλικά, όπως η ρίγανη και άλλα μυρωδικά, αφθονούν στην περιοχή μας». Το λουκάνικο Αγίου Γεωργίου Τυμφρηστού είναι τόσο νόστιμο, που δεν έχει ανάγκη να συνοδευτεί από άλλα υλικά για να νοστιμίσει. Καταναλώνεται ψητό, στη σχάρα ή στη σούβλα, αλλά και τηγανιτό, με ελάχιστο λάδι στο τηγάνι. Αλλά και ο γάμος του, για παράδειγμα, με χυλοπίτες και κόκκινη σάλτσα ή με μια φασολάδα είναι επιτυχημένος. Τα καλοκαίρια έχει την τιμητική του στις Γιορτές του Λουκάνικου που διοργανώνονται στο χωριό. Μια καλή αφορμή για να δραπετεύσει κάποιος σε μια από τις πιο πράσινες γωνιές της Ελλάδας, όπου η επαρχία ακόμα κρατά τη φυσιογνωμία και τις παραδόσεις της.

Info

Κρεοπωλείο Τσώνος, Διεύθυνση: 48ο χλμ. Εθνικής Οδού Λαμίας-Καρπενησίου, Τηλέφωνο επικοινωνίας: 22360 31211, 6974106567.

Διαβάστε ακόμα:

Μαυρίλο: To καταπράσινο καστανοχώρι της Ρούμελης

Μονοήμερη εκδρομή στο ορεινό χωριό του Τυμφρηστού Φθιώτιδας

72 ώρες στο Καρπενήσι: Βόλτες στη φύση, εξαιρετικό φαγητό και επιλογές σε nightlife