Τα κρασιά της Αττικής και ο Αττικός Αμπελώνας βρέθηκαν στο επίκεντρο της εκδήλωσης «Τα κρασιά της Αττικής-Η Αναγέννηση ενός Εμβληματικού Αμπελώνα», που πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου, με διοργανωτές την Περιφέρεια Αττικής και το Travel.gr.

10

Στην εκδήλωση συμμετείχαν εκπρόσωποι του αττικού αμπελώνα, οι οποίοι κατέθεσαν τις απόψεις, τους προβληματισμούς αλλά και τους στόχους τους για τη διαμόρφωση ενός σταθερού αφηγήματος, υπό τον συντονισμό του Γιάννη Καρακάση, Master of Wine. Στο πάνελ με τίτλο «Η ήσυχη επανάσταση του Αττικού Αμπελώνα», με τη συμμετοχή των οινοποιών Βασίλη Παπαγιαννάκου, Σταμάτη Μυλωνά και Μαρίας Μαλτέζου, η συζήτηση εστίασε στην ιστορικότητα, στις προκλήσεις και στις προοπτικές του αττικού αμπελώνα, καθώς και στην αναγέννηση του Σαββατιανού.

Ο Βασίλης Παπαγιαννάκος εκπροσωπεί την τρίτη γενιά της οικογένειας Παπαγιαννάκου που καθοδηγεί το ιστορικό Οινοποιείο Παπαγιαννάκος στο Μαρκόπουλο Μεσογαίας, έναν από τους πλέον αναγνωρισμένους οινικούς οίκους της Αττικής, με παράδοση από το 1919. Μεγαλωμένος μέσα στους αμπελώνες και στην παράδοση της οινοποιίας, σπούδασε Διοίκηση Επιχειρήσεων και συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στο μάρκετινγκ, διαμορφώνοντας μια σφαιρική κατανόηση τόσο της παραγωγής όσο και της προώθησης ποιοτικών κρασιών.

Αναλαμβάνοντας την οικογενειακή επιχείρηση στις αρχές της δεκαετίας του 1990, έδωσε έμφαση στην ανάδειξη της ιθαγενής ποικιλίας Σαββατιανού, την οποία συνέβαλε καθοριστικά στη μετάβασή της από μια τοπική ποικιλία σε κρασί υψηλής ποιότητας με διεθνή αναγνώριση, που εξακολουθεί να αποτελεί τη ναυαρχίδα του οινοποιείου. Υπό την ηγεσία του, το οινοποιείο επενδύει σε βιώσιμες πρακτικές, στην παραγωγή μονοποικιλιακών εκφράσεων και στη σύγχρονη οινοποίηση, στο πρώτο βιοκλιματικό οινοποιείο της Ελλάδας, ενώ τα κρασιά του διαθέτουν παρουσία σε πολλές χώρες του εξωτερικού και έχουν λάβει διακρίσεις για την ποιότητά τους.

Ο Βασίλης Παπαγιαννάκος έχει χαρακτηριστεί από πολλούς ως «άρχοντας του Σαββατιανού», και η συζήτηση δεν θα μπορούσε να ξεκινήσει διαφορετικά, παρά με την ερώτηση του Master of Wine Γιάννη Καρακάση: «Ποιο πιστεύεις ότι ήταν το σημείο καμπής των τελευταίων δεκαετιών για το Σαββατιανό και πότε, χρονικά, το τοποθετείς;» Ο ίδιος απαντά: «Το σημείο καμπής ήρθε όταν μια μεγάλη ομάδα παραγωγών του Αττικού αμπελώνα αποφασίσαμε να εστιάσουμε περισσότερο στην αυθεντικότητα της ποικιλίας, αντί να την εκμοντερνίσουμε υπερβολικά. Πειραματικά, αυτή η προσπάθεια ξεκίνησε τη δεκαετία του ’90, όμως χρειάστηκαν κάποια χρόνια μέχρι να καθιερωθεί».

Το θέμα που αναλύθηκε στη συνέχεια αφορούσε το σημερινό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των κρασιών της Αττικής σε σχέση με το υπόλοιπο ελληνικό οινικό τοπίο. Ο οινοποιός Βασίλης Παπαγιαννάκος σημείωσε σχετικά: «Νομίζω ότι το βασικό πλεονέκτημα είναι η μοναδικότητα του terroir. Το μεσογειακό κλίμα, η έντονη ηλιοφάνεια, το άπλετο φως της Αττικής, τα ασβεστολιθικά εδάφη, ο ξηρικός, μη αρδευόμενος αμπελώνας, συνθέτουν χαρακτηριστικά που δύσκολα συναντά κανείς αλλού. Πριν από μερικά χρόνια, είχαν επισκεφθεί την περιοχή Masters of Wine, οι οποίοι, βλέποντας τους αμπελώνες, σχολίασαν χαρακτηριστικά: «Και εμείς μιλάμε μόνο για τη Βουργουνδία..». Η Αττική διαθέτει μια πραγματικά ευλογημένη γη, και αυτό είναι που δίνει σήμερα το προβάδισμα στον Αττικό Αμπελώνα».

Ο Master of Wine Γιάννης Καρακάσης συνέχισε τη συζήτηση, θέτοντας το ζήτημα της μετάβασης από την αντίληψη ότι το Σαββατιανό δίνει ένα απλό κρασί, σε ένα νέο αφήγημα που το αναδεικνύει ως κρασί με βάθος και σαφή ταυτότητα terroir. Ο Βασίλης Παπαγιαννάκος σημειώνει: «Στην Αττική υπήρχαν πάντα εξαιρετικά σταφύλια. Παλαιότερα, ο τρύγος ξεκινούσε γύρω στις 15 Σεπτεμβρίου, σήμερα ξεκινά νωρίτερα, στα τέλη Αυγούστου. Επιπλέον, δεν υπήρχε στο παρελθόν η τεχνολογική δυνατότητα ζυμώσεων σε χαμηλές θερμοκρασίες, λόγω των υψηλών θερμοκρασιών. Αυτή η τεχνολογία ήρθε στην Ελλάδα τη δεκαετία του ’80 και έδωσε σημαντικό πλεονέκτημα. Η αναγνωρισιμότητα ήρθε αρχικά από τη διεθνή οινική σκηνή. Εκεί, το Σαββατιανό δεν αντιμετωπίστηκε ως ένα ακόμη λευκό κρασί, αλλά ως ένα κρασί με χαρακτήρα, ταυτότητα, αυθεντικότητα και μοναδικότητα. Αυτό έδωσε στους οινοποιούς την αυτοπεποίθηση να πιστέψουν ακόμη περισσότερο στο δυναμικό της ποικιλίας, καθώς επρόκειτο για μια αξιολόγηση ουσιαστική και αντικειμενική. Έτσι, σταδιακά, άρχισε να αλλάζει και η εικόνα του Σαββατιανού στην Ελλάδα».

Η επόμενη ερώτηση που τέθηκε στον οινοποιό αφορούσε τη δική του στρατηγική για τη διαμόρφωση ενός αφηγήματος γύρω από το Σαββατιανό με βάθος. Ο Βασίλης Παπαγιαννάκος πήρε τον λόγο και ανέφερε: «Ξεκίνησα στα τέλη της δεκαετίας του ’90 να επενδύω συστηματικά, τόσο σε οικονομικό επίπεδο όσο και με τη συμμετοχή σε εκθέσεις στο εξωτερικό. Ακολούθησαν διακρίσεις και βραβεύσεις, γεγονός που οδήγησε στο να επιστρέψει το κρασί στην ελληνική αγορά με διαφορετική εικόνα, σχεδόν ως “εισαγόμενο”».

Στη συνέχεια, τέθηκε το ερώτημα για το τι σημαίνει τελικά παράδοση στο Σαββατιανό. Η απάντηση ήταν σαφής: «Η παράδοση του Σαββατιανού είχε ταυτιστεί σε μεγάλο βαθμό με την παραγωγή ρετσίνας. Ήταν η γευστική επιλογή των Αθηναίων». Έτσι, στη συζήτηση μπήκε φυσικά και η ρετσίνα, με τις ερωτήσεις να εστιάζουν στη θέση της μέσα στη σύγχρονη πραγματικότητα του Αττικού Αμπελώνα. Η πρώτη αφορούσε το πότε το αρετσίνωτο κρασί άρχισε να αποκτά ταυτότητα: «Ξεκίνησε περίπου τη δεκαετία του ’80, με τρόπο παραγωγής αντίστοιχο της ρετσίνας. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, μέσα από πειραματισμούς, άρχισε να διαμορφώνεται η ταυτότητα της ποικιλίας».

Η συζήτηση ολοκληρώθηκε με το ερώτημα για τη σημερινή θέση της ρετσίνας μέσα σε αυτή τη συνολική ανανέωση. Ο Βασίλης Παπαγιαννάκος σημείωσε: «Η σύγχρονη έκφραση της ρετσίνας, όπως τη βλέπουμε την τελευταία δεκαετία από τους παραγωγούς του Αττικού αμπελώνα, δείχνει ότι δεν πρόκειται για ένα παραδοσιακό απομεινάρι, αλλά για μια γέφυρα ανάμεσα στην παράδοση και την καινοτομία. Είναι μια έκφραση που συνυπάρχει αρμονικά με τα υπόλοιπα κρασιά του Αττικού αμπελώνα, κουβαλώντας μνήμες, αλλά με σύγχρονη γευστική προσέγγιση. Η ρετσίνα κατέχει πλέον ουσιαστική θέση στον χάρτη του Αττικού οινικού αμπελώνα».