Τριάντα επτά χρόνια μετά την πτώση του Τείχους, δύο εκθαμβωτικές συλλογές τέχνης παραμένουν γέφυρα μετάβασης από το ανατολικό στο δυτικό τμήμα της γερμανικής πρωτεύουσας

20

Από το Βερολίνο των ετερόκλιτων, συναρπαστικών εμπειριών δεν θα μπορούσαν να λείπουν τα κορυφαία πολιτιστικά ιδρύματα και καλλιτεχνικά δρώμενα, και μάλιστα σε τέτοια συγκέντρωση που ακόμη κι ένα ταξίδι αρκετών ημερών είναι αδύνατο να τα συμπεριλάβει όλα. Πιστοποιώντας τη σημαντική σχέση της Γερμανίας με τις τέχνες και τη συμβολή της στην εξέλιξη της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής, μουσικής, ζωγραφικής και γλυπτικής, εμβληματικά μουσεία διεθνούς φήμης -από το Μουσείο της Περγάμου ως το Bröhan Museum- σφύζουν από θησαυρούς που προσφέρουν ένα μοναδικό ταξίδι στο χρόνο και στην ιστορία του παγκόσμιου πολιτισμού. Ταυτόχρονα avant-garde γκαλερί και εναλλακτικοί καλλιτεχνικοί χώροι -από το Hamburger Bahnhof – Museum für Gegenwart ως την Galerie Eigen + Art- υπογραμμίζουν την ταυτότητα της γερμανικής πρωτεύουσας ως διεθνούς μητρόπολης, που εξελίχθηκε από πνευματικό σε πολιτιστικό κέντρο και κατόπιν σε χωνευτήρι πρωτοποριακών τάσεων και βήμα ανάδειξης εναλλακτικών δημιουργών.

Ανάμεσά τους, οι πινακοθήκες Alte και Neue Nationalgalerie συνιστούν ένα εντυπωσιακού εύρους και σημασίας κεφάλαιο της γερμανικής και διεθνούς τέχνης, αλλά και έναν ανοιχτό καλλιτεχνικό διάλογο μεταξύ Museuminseln και Kulturforum – δύο εμβληματικών πολιτιστικών κόμβων που κάποτε έστεκαν αποξενωμένοι λόγω του Τείχους του Βερολίνου. Η επίσκεψη και στις δύο λειτουργεί σαν μια αφηγηματική γέφυρα, τόσο των διαδοχικών καλλιτεχνικών περιόδων και ρευμάτων, όσο και της ιστορίας της άλλοτε επώδυνα διχοτομημένης πόλης.

Alte Nationalgalerie

Μέρος του εκπληκτικού πολιτιστικού συγκροτήματος που έχει χαρακτηριστεί από την UNESCO Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς, το κομψό νεοκλασικό μέγαρο της Παλαιάς Πινακοθήκης αποτελεί από το 1876 την ιδανική στέγη για τη γερμανική τέχνη του 19ου αιώνα. Και όχι μόνο. Ανεβαίνοντας τη διπλή σκάλα της υπερυψωμένης εισόδου, ένα πανόραμα γλυπτικής υποδέχεται τον επισκέπτη, με διάσημα έργα, όπως το «Πριγκίπισσες Luise και Friederike» του Johann Gottfried Schadow, μαζί με δημιουργίες γεμάτες πλαστικότητα από τους Berthel Thorvaldsen και Antonio Canova. Από κει και πέρα, τρεις όροφοι περιλαμβάνουν μία από τις εκτενέστερες συλλογές έργων τέχνης της περιόδου μεταξύ της Γαλλικής Επανάστασης και του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου -από τον Νεοκλασικισμό έως την Απόσχιση-, ενώ αξιοθαύμαστες είναι και οι ίδιες οι αίθουσες, των οποίων το αρχιτεκτονικό ύφος έρχεται σε αρμονία με τα εκάστοτε εκθέματα, αναδεικνύοντάς τα ακόμη περισσότερο.

Συνολικά, περίπου 1.800 ζωγραφικά έργα, μεταξύ των οποίων αριστουργήματα παγκόσμιας εμβέλειας του Ρομαντισμού και του Ιμπρεσιονισμού, και 1.500 γλυπτά απαρτίζουν τη σημερινή συλλογή -αριθμοί εντυπωσιακοί αν αναλογιστεί κανείς πως όλα ξεκίνησαν με τη δωρεά 262 έργων του τραπεζίτη Johann Heinrich Wilhelm Wagener προς το πρωσικό κράτος το 1861. Για τη γρήγορη επέκταση του αρχικού αυτού πυρήνα της συλλογής, υπεύθυνοι υπήρξαν οι πρωτοπόροι διευθυντές της πινακοθήκης, ειδικά ο δεύτερος διευθυντής του μουσείου, Hugo von Tschudi, που χάρη στην απόκτηση δύο έργων των Manet και Monet, κατέστησε τη Nationalgalerie το πρώτο μουσείο στον κόσμο που αγόρασε έργα ιμπρεσιονιστικής τέχνης.

Η σημερινή διάρθρωση της συλλογής έχει σαν αφετηρία τον τρίτο όροφο, με τοπιογραφίες και προσωπογραφίες που εκπροσωπούν την τέχνη της εποχής του Γκαίτε, αλλά και με μια νέα αίθουσα, η οποία αφιερώνεται στη σημαντική συλλογή έργων ζωγραφικής του Caspar David Friedrich. Πρόκειται για ένα από τα κυριότερα σημεία της περιήγησης, που ο επισκέπτης μπορεί να συγκρίνει με τα ειδυλλιακά αρχιτεκτονικά τοπία του Karl Friedrich Schinkel, δύο σπουδαίους καλλιτέχνες της Πρωσίας του 19ου αι. που απολάμβαναν ο ένας τον θαυμασμό του άλλου. Έργα των Ναζαρηνών, πίνακες του Carl Spitzweg και αστικά τοπία της περιόδου Biedermeier ολοκληρώνουν αυτή την ενότητα, οδηγώντας μας χρονολογικά στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα.

Καθώς τα έργα του Carl Spitzweg ολοκληρώνονται στον τρίτο όροφο, εδώ στον δεύτερο μπορούμε επίσης να θαυμάσουμε πίνακες της Σχολής Ζωγραφικής της Βαϊμάρης, μια εκτενή συλλογή με την υπογραφή του Max Liebermann, καθώς και έργα του Συμβολισμού και του κινήματος της Απόσχισης. Ωστόσο, την παράσταση κλέβουν τα ιμπρεσιονιστικά αριστουργήματα των Edouard Manet, Claude Monet, Auguste Renoir, Edgar Degas και Paul Cézanne, που μαζί με τα γλυπτά του Auguste Rodin συγκαταλέγονται στα πρώιμα αποκτήματα της συλλογής. Κατεβαίνοντας στο επίπεδο του ισογείου, αξίζει να σταθεί κανείς για λίγο στον τρόπο που ο ίδιος ο χώρος και οι σχεδιαστικές και διακοσμητικές λεπτομέρειες λειτουργούν σαν εισαγωγικό πλαίσιο για την τέχνη της περιόδου Gründerzeit. Η αντίθεση είναι έντονη με τα έργα των John Constable, Gustave Courbet και της Σχολής της Barbizon, τα οποία παρουσιάζονται μέσα από τις «διαδρομές του ρεαλισμού» στο ίδιο επίπεδο, αλλά και με την αψιδωτή αίθουσα που αφιερώνεται στον Adolph Menzel, ο οποίος με τα γεμάτα λεπτομέρεια έργα του αναβιώνει εξίσου εντυπωσιακά θέματα από την πρωσική ιστορία και την καθημερινότητα.

Όσο για τις περιοδικές εκθέσεις που φιλοξενεί η Alte Nationalgalerie, συνεχίζεται επ΄ αόριστον το αφιέρωμα «Door to history», μια αναδρομή στα 150 χρόνια της πινακοθήκης, που δίνει την ευκαιρία να βιώσουμε την ατμόσφαιρα μιας ιστορικής αίθουσας με την παράλληλη έκθεση τριών από τα σπουδαιότερα έργα των συλλογών, ενώ η έκθεση «Scandal!» θα διαρκέσει ως τις 15 Νοεμβρίου. Ο εμβληματικός πίνακας «Mors Imperator» της Hermione von Preuschen αποτελεί το κεντρικό έκθεμα, με τη συναρπαστική ιστορία της ριζοσπαστικής δημιουργού, καθώς και το αρχειακό υλικό που πλαισιώνει το πρώτο αυτό έργο μιας σειράς μεγάλης κλίμακας συμβολικών απεικονίσεων, να ολοκληρώνουν το αφήγημα.

Μια πρωτεύουσα διαιρεμένη σε κάθε επίπεδο

Η ιστορία των δύο Εθνικών Πινακοθηκών είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ταραχώδη πολιτική ιστορία της Γερμανίας – τόσο με το ναζιστικό ολοκληρωτικό καθεστώς, όσο και με την πολιτική διαίρεση της χώρας και του Βερολίνου μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Καταρχήν, κανένα άλλο μουσείο δεν έχασε τόσα πολλά έργα εξαιτίας των ενεργειών των Ναζί όσα η Nationalgalerie, καθώς στο διάστημα μεταξύ 1937 και 1945, η συλλογή απώλεσε περισσότερα από 500 έργα που κατασχέθηκαν, πωλήθηκαν ή χάθηκαν μέσα στο χάος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Αμέσως μετά, η ίδρυση δύο γερμανικών κρατών με αντίθετα πολιτικά συστήματα το 1949, σηματοδότησε το τέλος της ενιαίας συλλογής. Η αρχικά ονομαζόμενη Nationalgalerie, εκτός από την βασική της στέγη στο Νησί των Μουσείων, είχε αποκτήσει τη δεκαετία του 1920 και δεύτερο χώρο στο Kronprinzen-Palais επί της λεωφόρου Unter den Linden. Και οι δύο συλλογές τελούσαν υπό τη διαχείριση του Δήμου του Ευρύτερου Βερολίνου κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, ωστόσο με την ανέγερση του Τείχους το 1961, το σπουδαίο πολιτιστικό ίδρυμα βρέθηκε οριστικά κομμένο στα δύο. Το κτήριο στο Νησί των Μουσείων παρέμεινε στο Ανατολικό Βερολίνο, ενώ το Kronprinzen-Palais είχε ήδη ισοπεδωθεί από τους βομβαρδισμούς του πολέμου. Καθώς πολλά έργα της αρχικής συλλογής είχαν βρεθεί διάσπαρτα σε δυτικούς τομείς, η πινακοθήκη διασπάστηκε ιδεολογικά και γεωγραφικά. Ο ιδεολογικός ανταγωνισμός δεν άφησε ανεπηρέαστο κανέναν τομέα και η τέχνη που ανέκαθεν έχτιζε γέφυρες κι έφερνε κοντά έθνη και ανθρώπους από κάθε γωνιά της γης, έπεσε η ίδια θύμα της ψυχροπολεμικής αντιπαράθεσης.

Με την πολιτιστική κληρονομιά της πόλης διαχωρισμένη, και τη διαίρεση της πόλης να φαντάζει μόνιμη, η κυβέρνηση του Δυτικού Βερολίνου αποφάσισε την υλοποίηση ενός φιλόδοξου έργου, που θα χάριζε στην πόλη ένα μουσειακό και καλλιτεχνικό συγκρότημα διεθνούς φήμης, αντικατοπτρίζοντας τη φιλελεύθερη ιδεολογία της. Η ανέγερση του περίφημου Kulturforum στο νοτιοδυτικό άκρο του Tiergarten, συμβόλου της καλλιτεχνικής ελευθερίας και πρωτοπορίας του Δυτικού Βερολίνου, βασίστηκε στο όραμα ενός από τους μεγαλύτερους αρχιτέκτονες της μεταπολεμικής περιόδου, του Γερμανού μοντερνιστή Hans Scharoun, ο οποίος κέρδισε τον διαγωνισμό για το κεντρικό του κτήριο το 1956. Με πρώτο κτίσμα το εντυπωσιακό ακόμη και για τα σημερινά δεδομένα κτήριο της Φιλαρμονικής -Berliner Philharmonie- που ξεκίνησε να κατασκευάζεται το 1960 και εγκαινιάστηκε το 1963, το Kulturforum εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους κορυφαίους χώρους τέχνης της Ευρώπης, και ταυτόχρονα ένα από τα εξοχότερα παραδείγματα μοντέρνας αρχιτεκτονικής στο Βερολίνο.

Neue Nationalgalerie

Προκειμένου να συγχωνευθεί η συλλογή της δημοτικής Πινακοθήκης του 20ού αιώνα, που είχε ιδρυθεί στα τέλη της δεκαετίας του 1940 από τις αρχές του Δυτικού Βερολίνου, και ένα μέρος της αρχικής συλλογής έργων τέχνης του 19ου αιώνα της Nationalgalerie, το οποίο βρισκόταν στη Δυτική Γερμανία μετά τον πόλεμο και είχε μεταβιβαστεί στο νεοσύστατο Ίδρυμα Πρωσικής Πολιτιστικής Κληρονομιάς, το Kulturforum ήταν ο ιδανικός χώρος. Εδώ, μια νέα πινακοθήκη με ακριβώς αυτό το όνομα – Neue Nationalgalerie (Νέα Εθνική Πινακοθήκη)- θα συμβόλιζε την ιδέα της απομάκρυνσης από το παλιό και της έναρξης ενός νέου κεφαλαίου: της πολιτιστικής αναγέννησης του Δυτικού Βερολίνου. Για τον σχεδιασμό του νέου μουσειακού κτηρίου, το οποίο προοριζόταν να στεγάσει τις συλλογές τέχνης του 20ού αιώνα, κλήθηκε ο κορυφαίος εκπρόσωπος του Bauhaus, Γερμανός αρχιτέκτονας Ludwig Mies van der Rohe, για τον οποίο μάλιστα έμελλε να αποτελέσει και το τελευταίο μεγάλο, ολοκληρωμένο έργο.

Η δομή του περίφημου κτηρίου από γυαλί και ατσάλι παραμένει ουσιαστικά αναλλοίωτη από τις 15 Σεπτεμβρίου 1968 που εγκαινιάστηκε η Νέα Πινακοθήκη: παρά την εκτεταμένη ανακαίνιση κατά την περίοδο 2015-2021, η βασική αρχή του Mies van der Rohe για δημιουργία ανοιχτών χώρων χωρίς ενδιάμεσες κολώνες, εξακολουθεί να αντικατοπτρίζεται στην κεντρική γυάλινη αίθουσα του μουσείου με τις λιτές και κομψές αρχιτεκτονικές γραμμές. Κι ενώ ήταν ο πρώτος διευθυντής της Νέας Πινακοθήκης εκείνος που με περιοδικές εκθέσεις και εκδηλώσεις που φιλοξενούνταν στην Άνω Αίθουσα συνέβαλε στην γρήγορη καθιέρωση του μουσείου ως κορυφαίου πολιτιστικού κέντρου του Δυτικού Βερολίνου, ο διάδοχός του φρόντισε για τον εμπλουτισμό και τον εκσυγχρονισμό της μόνιμης συλλογής με νέες προσθήκες. Σταδιακά, τα έργα της γερμανικής ζωγραφικής του 20ού αιώνα, πλαισιώθηκαν από άλλα διεθνών καλλιτεχνικών κινημάτων όπως τα ZERO, Nouveau Réalisme, Arte Povera και Colour Field Painting.

Μετά την επανένωση της Γερμανίας, τα δύο μέρη της Nationalgalerie υπέστησαν ριζική ανακαίνιση και αναδιάρθρωση. Τα έργα τέχνης του 19ου αιώνα, που φυλάσσονταν στη Δύση και τα οποία μέχρι τότε εκτίθεντο στη Neue Nationalgalerie, επέστρεψαν στην αρχική έδρα της συλλογής, εκεί όπου βρίσκονταν αναρτημένα πάνω από έναν αιώνα νωρίτερα, στην Alte Nationalgalerie στο Νησί των Μουσείων. Για την τέχνη που δημιουργήθηκε μετά το 1960, εγκαινιάστηκε το 1996 ένας νέος εκθεσιακός χώρος, το Hamburger Bahnhof – Nationalgalerie der Gegenwart, ενώ η Neue Nationalgalerie εμπλουτίστηκε με πολλά έργα που ανήκαν προηγουμένως στην Nationalgalerie του Ανατολικού Βερολίνου, συμπεριλαμβανομένων πολλών κορυφαίων δημιουργιών της μοντέρνας τέχνης. Ως αποτέλεσμα, η Neue Nationalgalerie διαθέτει πλέον έναν εντυπωσιακό αριθμό σημαντικών εξπρεσιονιστικών πινάκων, καλλιτεχνών όπως οι Ernst Ludwig Kirchner, Otto Mueller, Karl Schmidt-Rottluff, Erich Heckel και Emil Nolde, έργα των Kurt Schwitters, Hannah Höch, Natalia Goncharova και Renée Sintenis, δείγματα πολιτικής τέχνης των Otto Dix και George Grosz, καθώς και τα έργα του Max Beckmann, που ολοκληρώνουν την επισκόπηση του πρώιμου μοντερνισμού στη Γερμανία. Δεν λείπουν επίσης τα ονόματα των Lee Bontecou, Ellsworth Kelly, Louise Nevelson, Bridget Riley, Mark Rothko, Pablo Picasso, Andy Warhol και Frank Stella, καθώς και ο τελευταίος εντυπωσιακός πίνακας του Barnett Newman με τίτλο «Who’s Afraid of Red, Yellow and Blue IV».

Στις μέρες μας, η εκτενής συλλογή της πινακοθήκης παρουσιάζεται εν μέρει, λόγω περιορισμένου διαθέσιμου χώρου, τουλάχιστον μέχρι να ολοκληρωθεί η κατασκευή του νέου κτηρίου «Berlin Modern», με το οποίο θα επεκταθούν σημαντικά οι εκθεσιακές αίθουσες. Ωστόσο, ο ταξιδιώτης που αναζητά μια σπουδαία πολιτιστική εμπειρία στο Βερολίνο, μπορεί πλέον να απολαύσει απρόσκοπτα ένα σπάνιο και ιδιαίτερα ενδελεχές ταξίδι στην ιστορία της τέχνης, που ξεκινά στην Alte και συνεχίζεται στη Neue Nationalgalerie.

Διαβάστε ακόμα:

City break στη Λισαβόνα: Γιατί είναι η ωραιότερη εποχή για να την επισκεφθείτε

Η αληθινή εμπειρία της Βαρκελώνης

First Timers στο Βερολίνο