Καθοριστικός παράγοντας του αστικού προφίλ, η αρχιτεκτονική ταυτότητα μιας πόλης μαρτυρά πολλά για την εξέλιξή της στην πορεία του χρόνου, τις συνθήκες που καθόρισαν την ανάπτυξη και την αισθητική της, τον τρόπο που το πολεοδομικό της σχέδιο συγκλίνει με το φυσικό τοπίο, την πολιτιστική της κληρονομιά, την ίδια την ιστορία της. Στην περίπτωση της Καβάλας, μιας από τις γοητευτικότερες πόλεις της χώρας μας, η ποικιλόμορφη αρχιτεκτονική της γίνεται αφηγητής ενός σημαντικού όσο και λαμπερού κεφαλαίου της νεότερης ιστορίας της: εκείνου που της προσέδωσε τον χαρακτηρισμό «Η Μέκκα του Καπνού», μαρτυρώντας τον ρόλο της πόλης ως το σημαντικότερο κέντρο καλλιέργειας, επεξεργασίας και εξαγωγών καπνού για τα Βαλκάνια.
Μεταφέροντας σχεδόν ατόφια την ατμόσφαιρα του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα, εντυπωσιακά μέγαρα εμπορικών οίκων, κατοικίες επιφανών επιχειρηματιών και ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα από επιβλητικές πέτρινες καπναποθήκες, συνιστούν το τμήμα εκείνο του καβαλιώτικου genius loci όπου καθρεφτίζεται η ταυτότητα μιας πόλης με εμπορικές σχέσεις που εκτείνονταν πέρα από τον Ατλαντικό. Το πλούσιο σε εικόνες και μνήμες ιστορικό αφήγημα έρχεται να ολοκληρώσει το Μουσείο Καπνού Δήμου Καβάλας, μυώντας τον επισκέπτη στις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτιστικές εκφάνσεις της εμπορικής δραστηριότητας γύρω απ΄την οποία εξυφαίνονταν σχεδόν εξολοκλήρου η ζωή της πόλης.
Ο αρωματικός «μπασμάς», τα διεθνή ατμόπλοια, η ανάδειξη μιας ισχυρής αστικής τάξης
Η συστηματική καλλιέργεια και επεξεργασία του καπνού υπήρξε βασική ασχολία στην περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης, ήδη από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Ευνοημένη όμως από τη στρατηγική γεωγραφική θέση της, η Καβάλα -σταυροδρόμι πολιτισμών και κόμβος εμπορικών συναλλαγών- ήταν εκείνη που βρέθηκε στο επίκεντρο του παγκόσμιου οικονομικού γίγνεσθαι. Ο ανατολικού τύπου καπνός της περιοχής, ο αποκαλούμενος «μπασμάς» με τον ασύγκριτο πλούτο αρωματικών στοιχείων, υπερτερεί σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη ποικιλία και η διεθνής ζήτηση τον μετατρέπει σε αληθινό χρυσάφι. Στην Καβάλα εκτυλίσσεται όλος ο κύκλος ασχολιών με τον καπνό: από το μάζεμα και το στέγνωμα των φύλλων στο οποίο συμμετέχει όλη η οικογένεια, ως την επεξεργασία, τη δεματοποίηση και τη μεταφορά από τις μεγάλες καπναποθήκες στο λιμάνι, όπου μαούνες δεμένες στην προβλήτα αναλάμβαναν τη φόρτωση στα ατμόπλοια των ξένων εταιρειών που άραζαν στα ανοιχτά.
Βρισκόμαστε στα τέλη του 19ου αιώνα και η φήμη του μπασμά ως του καλύτερου καπνού στον κόσμο, εκτοξεύει τη διεθνή ζήτηση, τις εξαγωγές, τις εμπορικές συναλλαγές, την οικονομική άνθηση της πόλης και τη συγκέντρωση εργατών, ενώ μια κοσμοπολίτικη αστική τάξη κάνει την εμφάνισή της. Οι καλλιέργειες επεκτείνονται και οι επιβλητικές πέτρινες καπναποθήκες εμφανίζονται η μία δίπλα στην άλλη, καθορίζοντας την εικόνα της πόλης. Το προφίλ της Καβάλας έρχονται να αναβαθμίσουν προξενεία και μέγαρα που στεγάζουν διεθνείς εμπορικούς οίκους, καθώς και πολυτελείς κατοικίες εύπορων αντιπροσώπων τους, αντικατοπτρίζοντας τις ευρωπαϊκές αρχιτεκτονικές τάσεις της εποχής.
Καθώς ο καπνός εκτοπίζει ακόμη και τη σταφίδα από την κορυφή των ελληνικών εξαγώγιμων προϊόντων, οι απασχολούμενοι στον κλάδο πολλαπλασιάζονται.
Παράλληλα, οι εργάτες συσπειρώνονται και διεκδικώντας δικαιότερες αμοιβές πραγματοποιούν την πρώτη και μεγαλύτερη εργατική απεργία της εποχής στα Βαλκάνια το 1896, ενώ το 1908 ιδρύεται το πρώτο καπνεργατικό σωματείο, για να ακολουθήσουν δύο ακόμη ως το 1920. Λιγότερο από μια δεκαετία μετά, η παγκόσμια οικονομική κρίση χτυπά και τον καβαλιώτικο «χρυσό». Το καπνεμπόριο φθίνει ολοένα και περισσότερο, οι δύσκολες συνθήκες καλλιέργειας αποθαρρύνουν τις νεότερες γενιές και καθώς οι ξένες εταιρείες αποσύρονται και οι καπναποθήκες νεκρώνουν σιγά σιγά, η εποχή που η Καβάλα άνθιζε ως «Μέκκα του Καπνού» παρέρχεται ανεπιστρεπτί.
Τα λαμπερά μέγαρα-ορόσημα της πόλης
Αρκεί ένας περίπατος γύρω από την πλατεία του Δημοτικού Κήπου για να αντιληφθεί κανείς την ακμή και την ευημερία της εποχής εκείνης. Το μέγαρο που δεσπόζει στην οδό Κύπρου και που στις μέρες μας στεγάζει το Δημαρχείο Καβάλας, μοιάζει να έχει ξεπηδήσει από παραμύθι, αφού το μοναδικό αρχιτεκτονικό του σχέδιο είναι εμπνευσμένο από τους πύργους της Ουγγαρίας, χώρας καταγωγής καπνεμπόρου Βαρόνου Pierre Herzog, για τον οποίο χτίστηκε ως κατοικία και επαγγελματική έδρα στα τέλη της δεκαετίας του 1890. Η επιβλητική όψη του συνδυάζει στοιχεία μεσαιωνικής και γοτθικής αρχιτεκτονικής στους πυργίσκους, στα μπαλκόνια, και στις αψίδες που πλαισιώνουν την πύλη, δίνοντας το προσωνύμιο «Πύργος» σε ένα από τα θεαματικότερα κτίσματα της Καβάλας.
Δίπλα του ακριβώς, ο αχνοκίτρινος πύργος που πλαισιώνεται από ψηλούς φοίνικες είναι το Μέγαρο Wix, ένας ακόμη μικρής κλίμακας ουγγρικός πύργος, χτισμένος το 1906, αυτή τη φορά για λογαριασμό του Γερμανού Bαρόνου Adolf Wix – ανώτατου στελέχους των επιχειρήσεων Herzog. Και στην περίπτωση αυτή, ο ρόλος του κτηρίου ήταν διπλός -κατοικία και επαγγελματική έδρα- μέχρις ότου αγοραστεί από την αμερικανική καπνεμπορική εταιρία Glen Tobacco Comapy και περιέλθει μετέπειτα στην ιδιοκτησία του Δήμου Καβάλας. Στον ίδιο δρόμο, αίσθηση προκαλεί και το Μέγαρο Τόκου, ένα ακόμη λαμπρό δείγμα της ευμάρειας που απολάμβαναν οι καπνέμποροι της εποχής. Μια επιγραφή πάνω από το υπέρθυρο μας πληροφορεί ότι το κομψό τριώροφο κτήριο που υιοθετεί στοιχεία από τον οθωμανικό νεοκλασικισμό, το μπαρόκ και την τοπική παράδοση, αντανακλώντας τον ευρωπαϊκό αρχιτεκτονικό εκλεκτικισμό του τέλους του 19ου αιώνα, χτίστηκε από το 1879 από τον Δημήτριο Τόκο ως κατοικία του. Αξιοπρόσεκτο είναι το πλούσια διακοσμημένο καμπυλωτό αέτωμα που στεφανώνει το μέγαρο, από το μπαλκόνι του οποίου ο Ελευθέριος Βενιζέλος απευθύνθηκε στα πλήθη το 1929.
Λίγα μέτρα ανατολικότερα, η οδός Κύπρου μας οδηγεί στη δεύτερη μεγαλύτερη πλατεία της πόλης, η οποία με το όνομα και τα μνημεία της τιμά τους χιλιάδες εργάτες και εργάτριες που συνέβαλαν με τον μόχθο τους στην ανάδειξη της Καβάλας σε διεθνώς υπολογίσιμο κέντρο εμπορίας καπνού. Εδώ, στην πεζοδρομημένη Πλατεία Καπνεργάτη, επιβάλλεται με το μέγεθος και τη μεγαλοπρέπειά της η Δημοτική Καπναποθήκη, ένα ακόμη εξαίρετο δείγμα οθωμανικού νεοκλασικισμού. Αλλοτινή έδρα της εταιρείας Kiazim Emin & Cie, το 5.500 τ.μ. κτήριο ανεγέρθηκε από τον επιχειρηματία και καπνέμπορο Kiazim Emin το 1910, και καθηλώνει το βλέμμα με τον πλούσιο διάκοσμό του: τέσσερα στέμματα στο στηθαίο της στέγης, ήλιοι, οικόσημα και ανθικά μοτίβα διακοσμούν από την πρόσοψη ως τις θύρες. Επισκευασμένο από τον Δήμο Καβάλας εδώ και πέντε δεκαετίες, το ιστορικό αυτό κτήριο λειτουργεί πλέον ως πολυχώρος πολιτιστικών εκδηλώσεων και μόνιμων ή περιοδικών εκθέσεων.
Ανάλογη ήταν και η χρήση του συγκροτήματος που τώρα αποτελεί το τριώροφο εμπορικό κέντρο Ρεζή. Οι καπναποθήκες Regie που ήδη είχαν χτιστεί από το 1885, αγοράστηκαν το 1892 από την πολυεθνική Regie Co-interesse des Tabacs de l’ Empire Ottoman, που έλεγχε τις ανατολικές καλλιέργειες αρωματικού καπνού της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και καθόριζε μονοπωλιακά τις τιμές του. Στις τέσσερις πτέρυγες που αναπτύσσονταν γύρω από την εσωτερική αυλή -μοναδική για τα δεδομένα της πόλης διάταξη που διατηρείται και σήμερα- άλλοτε παράγονταν καπνός για πίπα, τσιγάρο και ναργιλέ, καθώς επίσης χειροποίητα κα μηχανοποιημένα τσιγάρα, ενώ εδώ έλαβε χώρα το 1896 η απεργία των καπνεργατών που έμεινε στην ιστορία με το όνομα «εκμέκ καυγασί-καβγάς για το ψωμί».
Τα καβαλιώτικα «καπνομάγαζα»
Ίσως κανένα άλλο στοιχείο δεν φανερώνει γλαφυρότερα την οικονομική άνθιση, την έκταση των εμπορικών συναλλαγών και την κοινωνική ιστορία της «Μέκκας του Καπνού» στα τέλη του 19ου αιώνα, από τις επιβλητικές πέτρινες σιλουέτες των καπναποθηκών που απαντώνται σχεδόν παντού στην πόλη. Κάποτε έφταναν τις 161 στον αριθμό, χτισμένες συχνά η μία δίπλα στην άλλη και πάντα κοντά στο λιμάνι για την εύκολη μεταφορά του περιζήτητου εμπορεύματος, σκορπώντας την ευωδιά του αρωματικού μπασμά πάνω από την Καβάλα και αποτελώντας τόπο εργασίας για χιλιάδες εργάτες. Στιβαρές, με παχείς πέτρινους τοίχους και κάποιες φορές συνδεδεμένες μεταξύ τους με πλαϊνές γέφυρες, στέκουν σιωπηλοί μάρτυρες της εποχής όπου στον τελευταίο όροφο γινόταν η επεξεργασία των καπνόφυλλων, ενώ στους υπόλοιπους ορόφους και στο ισόγειο αποθηκεύονταν τα δεμάτια.
Σήμερα διασώζονται μόλις 57 καπνομάγαζα όπως αποκαλούσαν τις καπναποθήκες οι ντόπιοι, άψυχα μνημεία μιας πλούσιας κληρονομιάς, με εμφανή τη φθορά του χρόνου -συχνά και την εγκατάλειψη-, εκ των οποίων τα 40 έχουν χαρακτηριστεί διατηρητέα κτήρια. Θα εντοπίσετε τις καπναποθήκες εύκολα, ενσωματωμένες στον αστικό ιστό, σε μια βόλτα – ταξίδι στην ιστορία: στις οδούς Φιλίππου, Δαμιανού, Αναγεννήσεως, Νίκης, Εθνάρχη Μακαρίου και Κλείτου, καθώς και στην Πλατεία Μακέδου. Στην τελευταία, που αποτελούσε επίκεντρο των συγκεντρώσεων και κινητοποιήσεων των καπνεργατών πριν και μετά την απελευθέρωση της Καβάλας, δεσπόζουν οι Καπναποθήκες Schinazi, ένα εκτεταμένο συγκρότημα που χτίστηκε το 1905 από τους αδερφούς Morris και Solomon Schinazi που δραστηριοποιούνταν στη Νέα Υόρκη. Ειδικά το κτήριο των γραφείων σε στυλ Beaux Arts είναι ένα εντυπωσιακό διώροφο μέγαρο με Art Deco στοιχεία, το οποίο στέκει ως κορωνίδα του συμπλέγματος των καπναποθηκών που το περιβάλλουν, φέροντας και αυτό την επωνυμία και το διακριτικό σήμα της εταιρείας.
Η εμπειρία επίσκεψης στο Μουσείο Καπνού Δήμου Καβάλας
Ανάμεσα σε εντυπωσιακά μέγαρα και ογκώδεις αποθήκες, πού βρίσκεται ο ανθρώπινος παράγοντας; Τι ιστορίες κρύβονται πίσω από μεγαλοπρεπείς προσόψεις και σιωπηλούς πέτρινους τοίχους; Την απάντηση έρχεται να δώσει το Μουσείο Καπνού Δήμου Καβάλας, ένα θεματικό, μοναδικό για τα ευρωπαϊκά δεδομένα μουσείο, όπου χώρος και χρόνος μοιάζουν να διαστέλλονται για να χωρέσουν το πολυεπίπεδο αφήγημα της «χρυσής εποχής» του καπνού. Αφετηρία, η παραδοσιακή καλλιέργεια και η συλλογή των καπνόφυλλων με τη συνδρομή όλης της οικογένειας, συνέχεια το βελόνιασμα και η κατανομή των φύλλων σε δεμάτια, και κατάληξη οι καπναποθήκες όπου στεγάζονταν για λίγο το πολύτιμο προϊόν, πριν μεταφερθεί στο λιμάνι ώστε οι χαμάληδες να φορτώσουν τα καπνοδέματα στα πλοία, με προορισμό την Αμερική, τον Καναδά, τα ρωσικά λιμάνια, την Ιαπωνία.
Μέσα από σπάνιες φωτογραφίες, αυθεντικά εργαλεία και μηχανές, εξοπλισμό και αρχειακό υλικό, προσωπικά αντικείμενα καπνεργατών και καπνεμπόρων, όχι μόνο σκιαγραφούνται τα χρόνια της οικονομικής ευρωστίας αυτού του ακμάζοντος κέντρου επεξεργασίας και διακίνησης του καπνού, αλλά αναδεικνύονται και η κοινωνική κινητικότητα, οι εργατικοί αγώνες, η εμφάνιση του συνδικαλισμού για πρώτη φορά στην Ελλάδα και η πολυπολιτισμική σύνθεση που χαρακτήρισε την πόλη. Κοινός παρονομαστής σε όλη την αφήγηση, η μυρωδιά του μπασμά που κρέμεται περασμένος σε σχοινιά – πρόκειται μάλιστα για το μοναδικό μουσείο στον κόσμο όπου εκτίθενται ανατολικού τύπου καπνά. Καθώς τα φύλλα του «καβαλιώτικου χρυσού» αντιπαραβάλλονται με εκείνα άλλων ποικιλιών και διαποτίζουν με τα αρώματά τους τον χώρο, το παρελθόν μοιάζει ολοζώντανο κι εμείς βρισκόμαστε στο επίκεντρο μιας από τις πιο λαμπρές περιόδους της ιστορίας της Καβάλας.
Διαβάστε ακόμα:
Εμπειρίες που αξίζει να ζήσετε στην Καβάλα

