Όσες φορές κι αν πάτε στη Νότια Εύβοια, τόσες φορές θα επιστρέψετε νιώθοντας πως ακόμα σας κρύβει πράγματα. Με όσους κι αν μιλήσετε που «ξέρουν τα μυστικά» της, άλλους τόσους θα βρείτε που δεν σας τα έχουν πει όλα. Άλλωστε κανείς δεν ξέρει τα πάντα για αυτόν τον τόπο: δύσβατος και απομονωμένος για πολλά χρόνια, κατορθώνει και κρατάει τον αυθεντικό του χαρακτήρα, τις ομορφιές του και βεβαίως τα μυστικά του.

36

Το αιώνιο μυστήριο των μεγαλιθικών Δρακόσπιτων. Οι αινιγματικές σαρκοφάγοι στα Μεσοχώρια. Οι μαγικές παραλίες του Καλλιανού και του Αγίου Δημητρίου, όπου η αλμύρα της θάλασσας μπερδεύεται με το δροσερό νερό των βουνίσιων ρεμάτων. Η σφυριχτή μυστική γλώσσα του Αντιά στον Κάβο Ντόρο.

Στον Κάβο Ντόρο, επίσης, εντοπίζεται και η παραλία της Αρχάμπολης –αθέατη, έτσι όπως είναι κουρνιασμένη σε ένα από τα φαράγγια της περιοχής. Μετά είναι και ο Μαχαλάς: το παλιό χωριό στους Ζάρακες, που βρίσκεται κρυμμένο σε μια καταπράσινη ρεματιά. Και άλλα, βέβαια. Τα οποία θα μάθετε σε επόμενες επισκέψεις, αφού είναι σίγουρο ότι η ακαταμάχητη γοητεία της Νότιας Εύβοιας θα σας ξαναφέρει κοντά της.

Η σφυριχτή γλώσσα του Αντιά, στον Κάβο Ντόρο

Και μόνο η ιδέα ότι υπάρχει μια γλώσσα χωρίς λέξεις, που ακούγεται σαν το κελάηδισμα των πουλιών μα προέρχεται από ανθρώπινο στόμα, είναι αρκετή για να σε ταρακουνήσει. Άλλο όμως να διαβάζεις για τη «Σφυριά», όπως λέγεται αυτή η ξεχωριστή γλώσσα που μιλούν στον Αντιά του Κάβο Ντόρου, κι άλλο να την ακούς επιτόπου, μέσα στο έρημο, ανεμοδαρμένο χωριό.

Σαν πάτε λοιπόν προς τα εκεί, ίσως βρείτε στον δρόμο σας την κυρία Γεωργία Γιαννακάρη και τον άντρα της Κυριάκο, να κάθονται στη δροσερή βεράντα του σπιτιού τους, μέσα στα λουλούδια τους. Και ίσως η κα. Γεωργία –μία από τις ελάχιστες κατοίκους του Αντιά που γνωρίζουν αυτή τη μυστική γλώσσα– θα έχει διάθεση να σας καλωσορίσει «μιλώντας» την. Σαν ένα παράδοξο, υπέροχο πουλί με γλυκά μάτια και λαλιά μοναδική.

Όμως γιατί δημιουργήθηκε η Σφυριά; Λένε πως συνέβη προκειμένου να συνεννοούνται οι βοσκοί από πλαγιά σε πλαγιά, όταν ο δυνατός αγέρας δεν άφηνε τη φωνή να φτάνει όπου χρειαζόταν. Λένε ακόμα ότι δημιουργήθηκε ως γλώσσα μυστική, ώστε να συνεννοούνται οι ντόπιοι χωρίς να τους καταλαβαίνουν οι Τούρκοι κατακτητές και οι επιδρομείς. Λένε επίσης ότι την έφτιαξαν αρχαίοι Πέρσες, οι οποίοι ξέμειναν στην Εύβοια φυλάγοντας Έλληνες αιχμαλώτους μετά την ήττα τους στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας (480 π.Χ.).

Το 2010 ο απόδημος Παναγιώτης Τζαναβάρης δημιούργησε τον Πολιτιστικό Σύλλογο των Απανταχού Αντιωτών, με κύριο στόχο τη διάσωση και διάδοση της σφυριχτής γλώσσας. Η Σφυριά κοντεύει πράγματι να εξαφανιστεί, γι’ αυτό και ο Δήμος Καρύστου έχει καταθέσει αίτηση εκ μέρους των ομιλητών της ώστε να εγγραφεί στον αντιπροσωπευτικό κατάλογο της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της ανθρωπότητας.

Ο κρυμμένος «Μαχαλάς» στο χωριό Ζάρακες

Αν δεν βρεθεί κάποιος να σας πάει, θα περάσετε από το νοικοκυρεμένο χωριό των Ζαράκων (οι ντόπιοι εξακολουθούν να το λένε Ζάρκα, όπως ήταν το παλιό του όνομα), χωρίς να δείτε ποτέ τον Μαχαλά. Είναι ο παλιός οικισμός, ο οποίος αναπαύεται κρυμμένος σε μια αθέατη, δροσερή, πυκνοΐσκιωτη ρεματιά.

Η εγκατάλειψη του Μαχαλά ξεκίνησε το 1900 και ολοκληρώθηκε σταδιακά ως το 1960. Τότε πέρασε από εκεί ο νέος δρόμος Χαλκίδας-Καρύστου και όλοι οι κάτοικοι μεταφέρθηκαν στην τοποθεσία όπου βρίσκεται το σημερινό χωριό. Τα σπίτια του παλιού οικισμού, όμως, διατήρησαν το γοητευτικά παραδοσιακό τους αρχιτεκτονικό ύφος, μετρώντας 100 με 150 χρόνια ζωής.

Πολλά είναι πετρόχτιστα αρχοντικά, όπως λ.χ. το διώροφο κτήριο ιδιοκτησίας Χρήστου Κιτσέλη, το οποίο έχει χαρακτηριστεί διατηρητέο ιστορικό μνημείο. Άλλες οικίες, πάλι, διαθέτουν τοίχους φτιαγμένους από χώμα. Η στέγη όλων είναι από σχιστόλιθο, καθώς εξορυσσόταν από τη γύρω περιοχή. Κάποια από αυτά τα σπίτια αγοράστηκαν (από Κεντροευρωπαίους κυρίως, μα και από ορισμένους Έλληνες) κι έχουν αναστηλωθεί και συντηρούνται, ενώ άλλα –τα περισσότερα, δυστυχώς– καταρρέουν.

Ανεβοκατεβαίνοντας τα δρομάκια της ρεματιάς ανάμεσά τους, θα νιώσετε να μπαίνετε σε χρονοκάψουλα καθώς θα τα δείτε να ξεπροβάλλουν μέσα από τα πράσινα πλατάνια του γύρω τοπίου. Η ψυχή ηρεμεί και το βλέμμα αναπαύεται. Η ρεματιά, προς το παρόν, δεν κινδυνεύει να χαθεί. Το μέλλον των οικιών, όμως, παραμένει αβέβαιο.

Τα Δρακόσπιτα: ένα γοητευτικό αίνιγμα

Από τα 25 Δρακόσπιτα της Νότιας Εύβοιας, τα καλύτερα διατηρημένα είναι της Όχης και των Στύρων (στην πραγματικότητα, βέβαια, είναι τρία δρακόσπιτα σε μικρή απόσταση το ένα από το άλλο). Πριν αναρωτηθείτε σε τι χρησίμευαν, πότε φτιάχτηκαν και από ποιους, θα σας καθηλώσει ο όγκος τους και η δύναμη που αποπνέουν. Έτσι όπως στέκουν φτιαγμένα από τεράστιους ογκόλιθους σχιστόλιθου, ίδιους στο χρώμα με το γύρω πέτρινο τοπίο, μοιάζουν σαν γίγαντες που ξεφυτρώνουν από τη γη. Πραγματική κατοικία για δράκους, δηλαδή –είχαν δίκιο οι ντόπιοι που τα ονόμασαν έτσι.

Οι τεράστιες πέτρες των τοίχων είναι τόσο καλά λαξευμένες και τόσο μαστόρικα τοποθετημένες η μία πάνω στην άλλη, που στέκονται στη θέση τους για χιλιετίες χωρίς κανένα συνδετικό υλικό μεταξύ τους. Η βάση των σπιτιών είναι τετράγωνη, αλλά οι τοίχοι συγκλίνουν προς τα πάνω, σχηματίζοντας ένα σχέδιο σαν πυραμίδα, που αφήνει ένα παραλληλόγραμμο άνοιγμα στην κορυφή. Πραγματικά κυκλώπεια κτίσματα, τα οποία θυμίζουν τις ακροπόλεις στις Μυκήνες, στην Τίρυνθα και στη Μιδέα.

Το Δρακόσπιτο στο όρος Όχη

Η μελέτη του από τον Νικόλαο Μουτσόπουλο (1959), τον αείμνηστο καθηγητή του Αρχιτεκτονικού Τμήματος της Πολυτεχνικής Σχολής Θεσσαλονίκης, αποφάνθηκε πως πρέπει να ήταν ναός χτισμένος πριν από το 700 π.Χ. (Αρχαϊκή εποχή), στον οποίον γίνονταν θυσίες ήδη από τότε. Γενικά, όμως, υπάρχουν διάφορες απόψεις όσον αφορά τη χρησιμότητά του. Κάποιες υποστηρίζουν πως ήταν τέμενος αφιερωμένο στον Δία, στην Ήρα ή ακόμα και στον Ηρακλή, ενώ άλλες το θεωρούν φυλάκιο ή φρυκτωρία που χρησίμευε για να μεταδίδει σήματα με πυρσούς (καθώς εποπτεύει ολόκληρη την περιοχή, λόγω θέσης). Δεν λείπει όμως και η γνώμη ότι είχε φτιαχτεί για να στεγάζονται λατόμοι.

Η ανασκαφή του περιβάλλοντος χώρου (1960 και 1978-1980) αποκάλυψε «αποθέτη», δηλαδή μια υπόγεια κατασκευή, μέσα στην οποία βρέθηκαν οστά ζώων, πήλινοι λύχνοι και θραύσματα αγγείων με επιγραφές, χρονολογούμενα από την Αρχαϊκή μέχρι και τη Ρωμαϊκή εποχή. Κάτι που δείχνει τη μεγάλη διάρκεια χρήσης της συγκεκριμένης θέσης. Ένα όστρακο, μάλιστα, είναι χαραγμένο με ένα είδος γραφής που ακόμα δεν έχουμε ταυτοποιήσει. Τα ευρήματα θα τα θαυμάσετε στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Καρύστου (2224 029218).

Για να πάτε στο Δρακόσπιτο της Όχης ξεκινάτε με αυτοκίνητο από την Κάρυστο. Φτάνετε στο χωριό Μετόχι, στους πρόποδες του βουνού, προχωράτε ακόμα 5 χιλιόμετρα σε χωματόδρομο κι έπειτα βγαίνετε από τον κεντρικό δρόμο, στρίβοντας αριστερά. Αφήνετε το αυτοκίνητο και ανηφορίζετε με τα πόδια τις στροφές (γυμνό το τοπίο, οπότε ξεκινήστε πολύ πρωί αν πάτε το καλοκαίρι, απαραιτήτως με καπέλο και νερό). Θα κάνετε οπωσδήποτε μια στάση στον Προφήτη Ηλία, άλλωστε είναι και η μόνη σκιά της διαδρομής. Και το εκκλησάκι φαντάζει υπέροχο έτσι όπως είναι λαξευμένο μέσα στους βράχους, ακολουθώντας την ίδια (σχεδόν) μεγαλιθική «τεχνοτροπία» με τα Δρακόσπιτα.

Τα Δρακόσπιτα των Στύρων

Λιγότερο «δραματικό» από εκείνο της Όχης, το συγκρότημα των Δρακόσπιτων της περιοχής Πάλλης-Λάκκας Στύρων εκπέμπει την ίδια αύρα μυστηρίου. Θα δείτε τρία μεγαλιθικά κτήρια σαν αγροικίες, τα δύο τετράγωνα και το ένα στρογγυλό, με όλα τα μορφολογικά στοιχεία που συναντά κανείς και στην Όχη.

Πίσω από το στρογγυλό δρακόσπιτο ξεκινάει ανηφορικό μονοπάτι, το οποίο οδηγεί σε αρχαία λατομεία όπου τεράστιοι κίονες διακρίνονται ριγμένοι στο έδαφος. Αν έχετε κουράγιο μπορείτε να συνεχίσετε ακολουθώντας τα κόκκινα σήματα, με στόχο να φτάσετε στην Ακρόπολη των Αρχαίων Στύρων (σώζεται τμήμα της οχύρωσης με τους γιγάντιους λίθους) –το μετέπειτα Κάστρο των Αρμένων. Η διαδρομή μπορεί να είναι ανηφορική, γίνεται όμως μέσα από πευκόφυτο δάσος, ενώ η θέα στα Στύρα, στον Ευβοϊκό και απέναντι στην Αττική είναι απίστευτη.

Για να πάτε στα Δρακόσπιτα ανεβαίνετε στο ημιορεινό χωριό των Στύρων και ακολουθείτε τη διασταύρωση αριστερά, με την ταμπέλα «Προς Δρακόσπιτο». Μετά την άσφαλτο ακολουθεί καλός χωματόδρομος με διασταυρώσεις. Αφήνετε το αυτοκίνητο και, μετά από ανηφορική πεζοπορία (γύρω στα 800 μέτρα), φθάνετε στον προορισμό σας. Το καλοκαίρι να έχετε οπωσδήποτε καπέλο και νερό.

Οι Σαρκοφάγοι στα Μεσοχώρια

Φανταστείτε έναν υπερυψωμένο λόφο με πλάτωμα τριγυρισμένο από πεύκα, στον οποίον θα φτάσετε από καλό χωματόδρομο, προσπερνώντας το χωριό Μεσοχώρια κι ακολουθώντας την ταμπέλα Άγιος Γεώργιος-Σαρκοφάγοι. Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, κάτασπρη με γαλάζιο ιερό και κεραμοσκεπή, ατενίζει ονειρεμένα τη θάλασσα. Σιωπή, αεράκι και, ακριβώς μπροστά σας, δύο τεράστιες σαρκοφάγοι, περιφραγμένες με κάγκελα. Η μία διατηρεί ολόκληρο το κάλυμμά της και η άλλη ένα τμήμα του.

Καθεμία τους είναι σκαλισμένη σε ένα μονοκόμματο κομμάτι μαρμάρου, οπότε πρόκειται για μονόλιθους. Το μάρμαρο έχει διαβρωθεί φρικτά, βέβαια –και αναμένεται να διαβρωθεί κι άλλο έτσι όπως έχουν μείνει εκτεθειμένες στους καιρούς. Η ταμπέλα μπροστά τους, τοποθετημένη από το Υπουργείο Πολιτισμού και την ΙΑ’ ΕΠΚΑ, μας πληροφορεί ότι οι σαρκοφάγοι είναι φτιαγμένες από μάρμαρο Cipollino, ότι βρέθηκαν επιφανειακά στην περιοχή Σπαρτιά του Μεσοχωρίου και ότι ήταν συλημένες. Τίποτα άλλο.

Απομένουν λοιπόν σιωπηλές, καθώς κανείς δεν ενδιαφέρεται να ακούσει τη φωνή τους με εργαλείο την αρχαιολογική έρευνα. Ανακαλύφθηκαν στα μέσα της δεκαετίας του 1950, όμως δεν ξέρουμε ούτε πότε φτιάχτηκαν, ούτε γιατί. Μπορείτε επομένως να υποθέσετε ό,τι θέλετε, ακόμα κι ότι πρόκειται για τάφους Δράκων. Άλλωστε δεν βρισκόμαστε μακριά από τα Δρακόσπιτα.

Η παραλία Καλλιανού στην έξοδο του φαραγγιού του Δημοσάρη

Ένας ήπιος κατηφορικός χωματόδρομος οδηγεί από τον κεντρικό δρόμο Χαλκίδας-Καρύστου στην απομονωμένη παραλία του Καλλιανού, ακριβώς κάτω από το ομώνυμο χωριό. Βράχια αριστερά και δεξιά, άμμος ανάκατη με χοντρά, άσπρα βότσαλα και νερά κρυστάλλινα, τα οποία βαθαίνουν απότομα.

Στη δεξιά άκρη το φαράγγι του Δημοσάρη διανύει τα τελευταία του μέτρα, ρίχνοντας τα κρύα, καθαρά νερά του στη θάλασσα. Βουτάτε, λοιπόν, βγαίνετε με την αλμύρα κολλημένη πάνω σας και ξεπλενόσαστε με το γλυκό νερό. Κι έπειτα ξανά στη θάλασσα, ξανά στο γλυκό νερό.

Οι πεζοπόροι που έχουν ξεκινήσει από τα ψηλά της Όχης για να διασχίσουν το πανέμορφο φαράγγι που καταλήγει εδώ, καταφθάνουν κατάκοποι. Τους περισσότερους τους παραλαμβάνουν τα αυτοκίνητα που τους περιμένουν για την επιστροφή.

Ομπρέλες και ξαπλώστρες δεν θα βρείτε στον Καλλιανό, υπάρχουν όμως πολλές σκηνές –ειδικά το καλοκαίρι. Μια αίσθηση ελευθερίας και, γενικά, μια κατάσταση για λίγους. Ιδιαίτερα όταν το μελτέμι μπουκάρει ζόρικο από το Αιγαίο.

Η παραλία Αγίου Δημητρίου στην έξοδο του φαραγγιού Πορφύρα

Μόνο στα όνειρά σας έχετε δει τέτοια θαλασσινή ομορφιά. Περίπου στο ύψος του χωριού Άγιος Δημήτριος (αλλιώς Σχινοδαύλεια), κατεβαίνετε έναν απότομο, φιδογυριστό χωματόδρομο, αφήνοντας τον κεντρικό δρόμο Χαλκίδας-Καρύστου. Φτάνοντας στη θάλασσα, ξανοίγεται μπροστά σας (σε απόσταση 100 μέτρων) μια λευκή παραλία με ψιλό βοτσαλάκι και μπλε, διάφανα νερά.

Για να φτάσετε στα τελευταία, περνάτε πρώτα το ποταμάκι που σχηματίζει το ρέμα της Πορφύρας καθώς διαβαίνει τα τελευταία του μέτρα πριν εκβάλλει στη θάλασσα. Καταπράσινα δέντρα περιβάλλουν τις όχθες του ομώνυμου φαραγγιού, ενώ ένα γεφυράκι στεφανώνει το ποτάμι. Πίσω από το ρέμα, εντωμεταξύ, ένα καφέ-μπαράκι-ταβερνάκι (απλό και σεβαστικό, όπως αρμόζει στον χώρο), σερβίρει τα απαραίτητα.

Στα δεξιά της παραλίας το γλυκό νερό σχηματίζει μια μικρή λίμνη κολλητά με τη θάλασσα, μεσοτοιχία σε μια σπηλιά με σταλακτίτες. Έτσι λοιπόν είναι ο παράδεισος: μια διάφανη, γαλάζια παραλία του Αιγαίου, δίπλα σε μια λιμνούλα με γλυκά νερά, δίπλα σε ένα σπήλαιο με σταλακτίτες και σε ένα ρέμα που τρέχει μέσα σε ένα δασωμένο φαράγγι, φιλοξενώντας από βατραχάκια μέχρι και αγριοκάτσικα.

Σκηνές πολλές το καλοκαίρι, ιδιαίτερα τον Ιούλιο και τον Αύγουστο. Αλλά Μάιο, Σεπτέμβριο, Οκτώβριο, ίσως και στις αρχές Ιουνίου εδώ θα βρίσκεστε μόνο εσείς, λίγοι ακόμα σαν κι εσάς και οι γλάροι.

Διαβάστε ακόμα:

Τα γιγάντια Δρακόσπιτα της Νότιας Εύβοιας: Ακόμα ένα αρχαιολογικό μυστήριο

Πεζονήσι: Το άγνωστο νησάκι της Εύβοιας με τα παραδείσια νερά

Πεταλιοί: Οι «Μαλδίβες» του νότιου Ευβοϊκού απέχουν 2 ώρες από την Αθήνα