Φτάνεις στον Εμπορειό από τον νότο, λίγο μετά το Πυργί, κι ενώ ως εκεί η Χίος είναι πέτρα, σχίνοι και χαμηλοί λόφοι, ο δρόμος κατηφορίζει απότομα σε έναν κλειστό κόλπο όπου το χρώμα αλλάζει ριζικά. Η ακτή δεν είναι ούτε χρυσή ούτε λευκή, είναι ολόμαυρη. Και μόλις πατήσεις πάνω της, καταλαβαίνεις ότι δεν είναι άμμος ούτε συνηθισμένο βότσαλο: είναι μικρές, στρογγυλές, γυαλιστερές πέτρες, τα «βόλια» που έδωσαν στην παραλία το όνομά της.
Τα βόλια είναι ηφαιστειακής προέλευσης. Πίσω από την ακτή υψώνεται ο Ψάρωνας, ένας λόφος που κάποτε ήταν ηφαίστειο και έσβησε πριν από εκατομμύρια χρόνια. Καθώς η θάλασσα τρίβει το σκούρο ηφαιστειακό πέτρωμά του, βγάζει αυτά τα κατάμαυρα, στιλπνά βότσαλα που στρώνουν όλη την παραλία. Δεν είναι, δηλαδή, λάβα που πάγωσε χθες, είναι ένα τοπίο που το έπλασε υπομονετικά ο χρόνος και το κύμα, κρατώντας ακόμη κάτι από την άγρια ενέργεια της προέλευσής του. Το πιο εντυπωσιακό, ωστόσο, δεν είναι η στεριά αλλά το νερό. Λίγα μέτρα από την ακτή ο βυθός πέφτει απότομα, κι επειδή κι αυτός είναι μαύρος, το νερό παίρνει ένα μπλε τόσο σκούρο που μοιάζει με μελάνι. Είναι διάφανο, βαθύ και κρύο ακόμα και μέσα στον Αύγουστο. Δεν είναι παραλία για πολύ μικρά παιδιά ή για όποιον θέλει να μπαίνει σιγά σιγά με τα πόδια. Εδώ κολυμπάς από την πρώτη στιγμή, κι αυτό είναι μέρος της γοητείας της.
Στα Μαύρα Βόλια, η ενέργεια του τόπου είναι παρούσα παντού: στο μαύρο πέτρωμα, στο βαθύ νερό, στη θερμότητα που κρατούν οι πέτρες, σε αυτή την αίσθηση μιας φύσης που παραμένει δυνατή και αδιαπραγμάτευτη. Λίγο πιο μακριά από την ακτή, η Χίος συνεχίζει να ζει στον δικό της καθημερινό παλμό, με κατοίκους, επαγγελματίες, επιχειρήσεις και μια πόλη που παραμένει το σταθερό σημείο αναφοράς του νησιού.
Η παραλία χωρίζεται ουσιαστικά σε δύο τμήματα. Το πρώτο, τα Μαύρα Βόλια, είναι το πιο προσιτό, εκεί που σταματάς το αυτοκίνητο και απλώνεις την πετσέτα. Από εκεί ένα μικρό μονοπάτι με λίγα σκαλιά σε βγάζει στο Φώκι, τον δεύτερο κόλπο, πιο κρυφό και πιο ήσυχο, κάτω από τα βράχια που κρέμονται από πάνω σου και ρίχνουν την ελάχιστη σκιά τους. Εκεί η αίσθηση γίνεται σχεδόν σεληνιακή. Καλό είναι να ξέρεις τι σε περιμένει. Τα μαύρα βότσαλα ζεσταίνονται πολύ τις μεσημεριανές ώρες και δύσκολα περπατάς ξυπόλυτος, οπότε τα παπούτσια θαλάσσης είναι χρήσιμη πρόβλεψη. Φυσική σκιά πρακτικά δεν υπάρχει, γι’ αυτό η ομπρέλα είναι απαραίτητη.
Η παραλία είναι σε μεγάλο βαθμό ανοργάνωτη: μια μικρή καντίνα δουλεύει την υψηλή σεζόν για νερό, καφέ και κάτι πρόχειρο, ενώ για κανονικό φαγητό κατεβαίνεις στο λιμανάκι του Εμπορειού, λίγα λεπτά πιο πέρα, όπου ψαροταβέρνες σερβίρουν φρέσκο ψάρι δίπλα στο κύμα. Και μην μπεις στον πειρασμό να πάρεις βότσαλα για σουβενίρ. Η απομάκρυνσή τους απαγορεύεται, ακριβώς για να μείνει η παραλία όπως είναι.
Ίσως το πιο χρήσιμο tip που χρειάζεται να γνωρίζει κανείς για τα Μαύρα Βόλια είναι ότι ο ήλιος χαμηλώνει σχετικά νωρίς πίσω από τα ψηλά βράχια που αγκαλιάζουν την παραλία. Προς το απόγευμα, η ακτή αρχίζει να παίρνει φυσική σκιά, προσφέροντας μια πιο δροσερή εμπειρία, καθώς το φως του σούρουπου αντανακλάται πάνω στις λείες, αστραφτερές μαύρες πέτρες. Παρ’ όλα αυτά, αν έρθετε για μπάνιο τις μεσημεριανές ή τις πρώτες απογευματινές ώρες, μην παραλείψετε να πάρετε μαζί σας ομπρέλα, καθώς μέχρι να πέσει ο ήλιος πίσω από τα βράχια δεν υπάρχει ουσιαστική φυσική σκιά.
Στην καρδιά των Μαστιχοχωρίων
Το μεγάλο πλεονέκτημα του Εμπορειού είναι ότι η διαδρομή δεν σταματά στην παραλία. Βρίσκεσαι στην καρδιά των Μαστιχοχωρίων: το Πυργί με τα ξακουστά ξυστά του, τα γεωμετρικά ασπρόμαυρα σχέδια στις προσόψεις, είναι μόλις λίγα χιλιόμετρα πιο πάνω, ενώ τα Μεστά και οι Ολύμποι, μεσαιωνικά καστροχώρια συνδεδεμένα με την παραγωγή και την προστασία της μαστίχας, συμπληρώνουν μια ολόκληρη μέρα εξερεύνησης. Και πάνω από τον κόλπο, ο αρχαιολογικός χώρος του Εμπορειού, μια ακρόπολη κι ένας οικισμός που η Βρετανική Σχολή Αθηνών έφερε στο φως τη δεκαετία του 1950, θυμίζει ότι αυτό το φυσικό λιμάνι φιλοξενεί ζωή εδώ και χιλιάδες χρόνια.

