Αφού σπούδασε Φυσική στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης, η Εμμανουέλα Κουρούδη επέστρεψε χωρίς δεύτερη σκέψη στην πατρίδα της, την Κομοτηνή, για να αναλάβει, μαζί με τον αδερφό της, το οικογενειακό εκκοκκιστήριο βαμβακιού, που πλέον έχει περάσει στη τρίτη γενιά και μετράει πάνω από μισό αιώνα ζωής. Γιατί παρά τις αντιξοότητες που αντιμετωπίζουν η ελληνική γεωργία και κτηνοτροφία, η χώρα μας παραμένει στην κορυφή της βαμβακοκαλλιέργειας σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Μερικά μέτρα μακριά από την Εγνατία αρχίζει η πραγματική ζωή της Ροδόπης. Ενός νομού που, παραδοσιακά, στηρίζει την οικονομία του στην παραγωγή βαμβακιού – αν και λόγω του αυξημένου κόστους της, δεν αποτελεί πλέον μονοκαλλιέργεια όπως στο παρελθόν. Παραμένει όμως ένας τομέας που, παρά τις αντιξοότητες, προσφέρει θέσεις εργασίας, προοπτικές εξέλιξης και το περιθώριο για καινοτομίες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η ιστορία της Εμμανουέλας Κουρούδη, μιας νέας γυναίκας που, αφού τελείωσε σπουδές Φυσικής στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης, επέλεξε να επιστρέψει στην πατρίδα της, την Κομοτηνή, και να αναλάβει, μαζί με τον αδερφό της, το οικογενειακό εκκοκκιστήριο (Θρακικά Εκκοκκιστήρια) που είχε ιδρύσει, πριν από πάνω από μισό αιώνα, το 1972, ο παππούς της. Σήμερα, από τη θέση της αντιπροέδρου και της sustainability manager, μπολιάζει τον τομέα με νέες, βιώσιμες ιδέες.
«Οι παππούδες μας ήρθαν από τον Έβρο, από την Ορεστιάδα και το Σουφλί» λέει η Εμμανουέλα στο Travel.gr, όταν συναντιόμαστε στο γραφείο της, σε μια ζεστή ημέρα του Ιουλίου. «Μετά τις σπουδές μας, με τον αδερφό μου -ο οποίος σπούδασε Πληροφορική- αποφασίσαμε να γυρίσουμε στην οικογενειακή επιχείρηση». Πλέον η Εμμανουέλα διανύει τον 13ο χρόνο της στην εταιρεία. Έως σήμερα, τα δύο αδέρφια έχουν ως επαγγελματικό στήριγμα τον πατέρα τους, που ανέλαβε τα ηνία μετά τον παππού τους και παραμένει ακόμα στις επάλξεις.
Από το χωράφι μέχρι τη Νέα Υόρκη
Ποιος είναι ο ρόλος ενός εκκοκκιστηρίου: παραλαμβάνει από τους παραγωγούς το φυτό, το λεγόμενο σύσπορο, και το εκκοκίζει, δηλαδή αφαιρεί τον κόκκο, τα σπόρια, που «χρησιμοποιούνται ως ζωοτροφή», όπως εξηγεί η Εμμανουέλα. Ακόμα και η φύρα που προκύπτει από τη διαδικασία δεν πηγαίνει χαμένη, καθώς «καίγεται και παράγεται βιομάζα».
Το βαμβάκι πωλείται, κατόπιν, σε κλωστήρια του εξωτερικού, για να μετατραπεί σε νήμα. «Έχουμε το πλεονέκτημα ότι είμαστε κοντά στην Τουρκία και την Αίγυπτο, που είναι οι βασικοί αγοραστές του ελληνικού βαμβακιού». Στην Ελλάδα υπάρχει ένα μόνο κλωστήριο ακόμα σε λειτουργία, «στη Ναύπακτο» (με το οποίο η εταιρεία της Εμμανουέλας δεν συνεργάζεται αλλά η ίδια διευκρινίζει ότι «κάνει πολύ καλή δουλειά και υπάρχει μεταξύ μας μεγάλος σεβασμός και εκτίμηση»). «Όσο πιο πολύ μαθαίνεις το βαμβάκι, τόσο περισσότερο το ερωτεύεσαι» εξηγεί. Παρόλο που είναι ένα υλικό με το οποίο ερχόμαστε καθημερινά κυριολεκτικά σε επαφή, στα ρούχα, τα εσώρουχα, τα λευκά είδη, τη ρουτίνα της προσωπικής υγιεινής μας, η βιομηχανία του παραμένει σχεδόν άγνωστη στον κόσμο.
Όπως συμβαίνει με τις οικογενειακές επιχειρήσεις, η Εμμανουέλα εμπλέκεται σε όλα τα στάδια της λειτουργίας του εκκοκκιστηρίου, «από το να πας στο χωράφι και να δώσεις μια γεωπονική συμβουλή ή να συζητήσεις με παραγωγούς στα καφενεία για το πώς πηγαίνει η καλλιέργεια, μέχρι το να δημιουργήσεις χρηματοοικονομικά προϊόντα και να ταξιδέψεις σε μεγάλα event, με παγκόσμιους οίκους, στην Αμερική». Έρχεται σε επαφή με ανθρώπους από όλους τους τομείς και τα background. «Ουσιαστικά είμαστε ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στον αγρότη και την παγκόσμια αγορά. Γιατί το βαμβάκι είναι παγκόσμιο προϊόν. Η τιμή του κυμαίνεται βάσει του χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης. Καθορίζεται από παράγοντες που δεν ελέγχουμε εδώ. Οπότε πρέπει να συνδέσεις την παγκόσμια αγορά με τον Έλληνα αγρότη, που προσπαθεί να καλλιεργήσει στην πόλη του, στο χωριό του: να καταλάβει τι θα πληρωθεί, πότε θα πληρωθεί, τι σημαίνει ποιότητα, τι κάνουν οι άλλες χώρες».
Αλλαγή κλίματος
Καθώς το βαμβάκι «είναι φυτό μεγάλης καλλιέργειας, που σημαίνει ότι απαιτεί περισσότερους πόρους και έχει υψηλότερο κόστος παραγωγής από άλλα προϊόντα», πολλοί αγρότες της Ροδόπης έχουν στραφεί τα τελευταία χρόνια σε άλλες καλλιέργειες, «όπως ο ηλίανθος, το σιτάρι, το καλαμπόκι». Η βαμβακοκαλλιέργεια βάλλεται και από την αύξηση των τιμών, ας πούμε, του πετρελαίου, και από ασθένειες και ακραία καιρικά φαινόμενα, «όπως ήταν η κακοκαιρία Ντάνιελ [2023] που κατέστρεψε όλα τα χωράφια νότια».
Στη Ροδόπη, για παράδειγμα, αρκεί ένα χαλάζι για να καταστρέψει τις βαμβακοκαλλιέργειες. Κάθε καλοκαίρι «τρέμεις τον καιρό», γιατί είναι ο βασικός παράγοντας για το πώς θα εξελιχθεί η παραγωγή της χρονιάς. Από τη μία, λοιπόν, φοβάσαι για πλημμύρες και χαλάζι. Από την άλλη, υπάρχει η απειλή της ξηρασίας, «που ανεβάζει το κόστος παραγωγής λόγω της άρδευσης». Στην περιοχή, μάλιστα, υπάρχουν και χωράφια χωρίς παροχή νερού, τα λεγόμενα «ξερικά», όπου η απουσία βροχών «έχει αντίκτυπο και στην απόδοσή τους και στην ποιότητα του βαμβακιού».
Ελληνική πρωτιά
Παρ’ όλα αυτά, στην Ευρώπη η χώρα μας «είναι ο leader στο βαμβάκι. Ουσιαστικά, το παράγει μόνο η Ελλάδα και, σε πολύ μικρότερα μεγέθη, η Ισπανία». Στο πόσο ανταγωνιστική θα είναι η παραγωγή βαμβακιού δεν παίζουν τόσο σημαντικό ρόλο οι ποικιλίες του («είναι παρόμοιες σε όλες τις χώρες, εκτός από την Αμερική, όπου υπάρχουν οι γενετικά τροποποιημένες, που απαγορεύονται στην Ευρώπη») όσο οι καλλιεργητικές μέθοδοί του. Όπως εξηγεί η Εμμανουέλα, σε όλες τις χώρες, και στην Ελλάδα, εξελίσσονται ραγδαία τα εργαλεία της βαμβακοκαλλιέργειας, όπως τα μηχανήματα, τα φάρμακα, αλλά και οι νεότερες τεχνολογίες – οι αισθητήρες εδάφους, τα drones. Έχουμε περάσει στην εποχή της «ψηφιακής γεωργίας».
Αυτό που δεν έχει αλλάξει από το παρελθόν είναι οι τεράστιες διακυμάνσεις στους ρυθμούς της δουλειάς σε ένα εκκοκκιστήριο ανά εποχή. Η πιο εντατική περίοδος είναι αυτή της συγκομιδής που -ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες μιας χρονιάς- μπορεί να εκτείνεται από μέσα Σεπτεμβρίου μέχρι και μετά τα Χριστούγεννα. Στη διάρκειά της «υπάρχει πολλή ένταση. Πρέπει να είσαι συνέχεια εκεί, για να εγκρίνεις, να απορρίψεις, να συντονίσεις, να δώσεις λύσεις, να πουλήσεις, να αγοράσεις, να βεβαιωθείς ότι όλα δουλεύουν ρολόι. Αυτή η περίοδος έχει να κάνει κυρίως με την απόδοση. Αλλά οι υπόλοιποι 6-7 μήνες [της άνοιξης και του καλοκαιριού] έχουν να κάνουν με τη δημιουργία και την καινοτομία: τους χρησιμοποιούμε για να βγάλουμε τα συμπεράσματα της προηγούμενης χρονιάς και να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε την επόμενη. Για να ταξιδέψουμε και να ξεκινήσουμε νέα πρότζεκτ».
Σε κάθε περίπτωση, το εκκοκκιστήριο της Εμμανουέλας δίνει περισσότερη έμφαση στην ποιότητα παρά στην ποσότητα του βαμβακιού. «Ελέγχουμε τα χαρακτηριστικά του και το πουλάμε βάσει ποιοτήτων. Το εργαστήριό μας είναι ένα από τα δώδεκα σε ολόκληρο τον κόσμο που είναι πιστοποιημένα από τον παγκόσμιο οργανισμό βάμβακος (International Cotton Association)». Η εταιρεία πριμοδοτεί τους Έλληνες παραγωγούς που παράγουν ποιοτικό βαμβάκι (πρόγραμμα Cotton+), κι αυτό είναι ακόμα πιο σημαντικό σε μια εποχή fast fashion, που αδειάζει την τσέπη μας και γεμίζει τις χωματερές όλου του κόσμου με ρούχα και υφάσματα χαμηλής ποιότητας. Μπορεί λοιπόν η χώρα μας να αντιμετωπίζει πολλά προβλήματα, αλλά η Εμμανουέλα, σε ένα βίντεο του εκκοκκιστηρίου που μας συστήνει παραγωγούς από διάφορα μέρη της Ελλάδας, μας υπενθυμίζει τους λόγους για τους οποίους αξίζει να είμαστε περήφανοι για το βαμβάκι που εξάγουμε.
Πώς ψωνίζει μια γυναίκα που γνωρίζει;
Αναρωτιέμαι με ποια κριτήρια αγοράζει η ίδια τα ρούχα και τα αξεσουάρ της, μετά από τόσα χρόνια τριβής με τα υλικά των υφασμάτων. «Σίγουρα κοιτάω την ετικέτα με τη σύνθεσή τους πριν να αγοράσω κάτι και κρίνω αν η τιμή ανταποκρίνεται στα υλικά. Επίσης έχω μειώσει κατά πολύ τις αγορές μου τα τελευταία χρόνια. Προσπαθώ να παίρνω ρούχα που διαρκούν και να φοράω όσα έχω. Επίσης έχω σταματήσει να αγοράζω κάποιες κατηγορίες συνθετικών ρούχων – παρόλο που μου άρεσαν». Προσπαθεί, επίσης, να υποστηρίζει τα ελληνικά προϊόντα.
Με τα ίδια κριτήρια επιλέγονται και τα brands με τα οποία συνεργάζεται το κατάστημα λιανικής των Θρακικών Εκκοκκιστηρίων (Thread Earthy Shopping) που άνοιξε πριν από δύο χρόνια στην Κομοτηνή: εμπορεύεται «ρούχα και αξεσουάρ Ελλήνων σχεδιαστών από φυσικές ίνες, στις οποίες αξίζει να επενδύσουμε ακόμα και αν κοστίζουν περισσότερο, όπως είναι το βαμβάκι, το μετάξι, το λινό».
Η πόλη της πολιτισμικής συνύπαρξης
Στη διάρκεια αυτών, των πιο χαλαρών μηνών, η Εμμανουέλα έχει την ευκαιρία να απολαύσει περισσότερο τη ζωή στην Κομοτηνή, μια πόλη που εκτός του ότι είναι αρκετά μικρή ώστε να «διευκολύνει την καθημερινότητά σου -μπορείς να κάνεις πάρα πολλά πράγματα μέσα σε μία μέρα», έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον «γιατί είναι πολυπολιτισμική. Χριστιανοί Ορθόδοξοι και Μουσουλμάνοι συνυπάρχουμε και συμβιώνουμε άριστα».
Έναν επισκέπτη θα τον συμβούλευε να αφιερώσει χρόνο σε περιπάτους «στα σοκάκια της, με το άρωμα του καφέ και των μπαχαρικών» αλλά και να λάβει μέρος «σε ξεναγήσεις κρασιού». Στην Κομοτηνή μπορούμε να γεμίσουμε τις βαλίτσες με τοπικά προϊόντα, τα οποία μάλιστα «είναι γνωστά σε όλη τη χώρα». Όπως το κρασί, η μπίρα, το ούζο και το τσίπουρο που παρασκευάζονται σε τοπικές μονάδες αλλά διανέμονται σε ολόκληρη την Ελλάδα.
Περισσότεροι νέοι και γυναίκες στον αγροτικό τομέα
Όλες τις εποχές του χρόνου, η Κομοτηνή είναι γεμάτη με ζωή χάρη στους φοιτητές της, από το Πανεπιστήμιο της Θράκης. Η Εμμανουέλα παρατηρεί, ωστόσο, ότι λιγοστεύει ο πληθυσμός «στις ηλικίες 25-45 ετών, στους millennials, που έφυγαν να βρουν μια επαγγελματική ευκαιρία κάπου αλλού». Πιστεύει, όμως, ότι η γη της Ροδόπης έχει ακόμα πλούτο να προσφέρει. Ότι υπάρχουν προοπτικές για νέους στον αγροτικό τομέα της. «Χρειαζόμαστε γεωπόνους, οικονομολόγους, ερευνητές, εμπόρους, ανθρώπους στην παραγωγή, στις φορτώσεις, στις εξαγωγές. Σίγουρα υπάρχει θέση για κάποιον που ενδιαφέρεται να μάθει και να απασχοληθεί». Πρόσφατα, μάλιστα, η Εμμανουέλα έγινε ιδρυτικό μέλος του παραρτήματος της επιτροπής Women in Cotton (Γυναίκες στο Βαμβάκι) στην Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή, του International Cotton Association, με στόχο «να δει ο κόσμος ότι είναι εύκολο να είσαι γυναίκα σε αυτό τον κλάδο, που χρειάζεται μια διαφορετική οπτική γωνία για να πάει ένα βήμα παραπέρα. Θα κάνουμε ωραία πράγματα».
Διαβάστε ακόμα:
Όταν η ποιητική πάχνη της Ξάνθης συνάντησε την κινηματογραφική ντεκαντάνς της Κομοτηνής
Ανατολική Μακεδονία και Θράκη: 4 όμορφες πόλεις και τα 4 πιο γραφικά χωριά
Στο εμβληματικό ζαχαροπλαστείο Νεντίμ της Κομοτηνής με το διάσημο Σουτζούκ Λουκούμ

