Μερικές φορές, η σχέση με μια γειτονιά ξεκινά σχεδόν τυχαία και καταλήγει να γίνεται μία από τις πιο σταθερές σχέσεις της ζωής μας. Για τη Μαρίνα Σπανού, η Κυψέλη είναι ένας τόπος που δεν επέλεξε συνειδητά στην αρχή, αλλά που την επέλεξε εκείνη.
«Η Κυψέλη ήταν πάντα στο μυαλό και την καρδιά μου», λέει, και το αποδίδει, εν μέρει, στην καταγωγή της γιαγιάς της από εκεί. Η ίδια μεγάλωσε στην οδό Κρέσνας, κι από τότε κουβαλάει μια ιδιαίτερη σχέση με τους τόπους, που δύσκολα εξηγείται με λογικά επιχειρήματα. Οι φίλοι της τη λένε «αρκετά περιβαλλοντολογική»: εννοούν πως ο χώρος στον οποίο βρίσκεται καθορίζει τη διάθεσή της. Έτσι επιλέγει και τα σπίτια της σε διαφορετικές περιόδους της ζωής της, με το συναίσθημα να προηγείται της λογικής. Και παρότι η σχέση της με τη συγκεκριμένη συνοικία δύσκολα χωρά σε κάποιον «επίσημο» ορισμό, την αισθάνεται σπίτι της.
Αυτό που δίνει αξία σε έναν τόπο, εξηγεί, δεν είναι η γεωγραφία του αλλά οι ιστορίες που ζήσαμε εκεί. Στην Κυψέλη βρίσκεται η πρώτη σχολή χορού στην οποία φοίτησε, εκεί κάνει ακόμη πρόβες με ανθρώπους που πια είναι φίλοι και συνεργάτες. Στο κοντινό Πεδίο του Άρεως ανέβηκε για πρώτη φορά σε σκηνή και τραγούδησε δίπλα στον Κωστή Μαραβέγια. Πολλά «πρώτα» της ζωής της συνδέονται με αυτή τη γειτονιά, κάτι που εξηγεί γιατί η Κυψέλη συνδέεται, παραδόξως όπως λέει η ίδια, με μια αίσθηση ανεμελιάς και ησυχίας.
Σήμερα μένει στην Αγία Παρασκευή, όμως φροντίζει να κρατά την Κυψέλη σταθερά στη ζωή της. Την επισκέπτεται συχνά, σε όλες τις εποχές, και περιγράφει τη σχέση της με την περιοχή σχεδόν ερωτικά. Από τα πιο αγαπημένα της σημεία είναι τα παγκάκια της Φωκίωνος Νέγρη, εκεί όπου παρατηρεί «τα σκυλιά με τα καλοντυμένα αφεντικά τους» και όλη αυτή τη μικρή, καθημερινή ζωή της γειτονιάς. Παρότι τα τελευταία χρόνια έχουν ανοίξει καινούργια μαγαζιά κι έχει γεμίσει νεολαία, η Κυψέλη παραμένει, όπως λέει, ταυτόχρονα κέντρο κι απόκεντρο, με πολλή ζωή μέσα της. Συχνό της στέκι είναι η Μαίρη, στην πλατεία Αγίου Γεωργίου, όπου πήγαινε παλιά με τους γονείς της μετά από παραστάσεις και όπου το αγαπημένο της πιάτο είναι το μοσχάρι κοκκινιστό με κριθαράκι, ενώ ξεχωρίζει επίσης την κοτόσουπα και τα γιουβαρλάκια του μαγαζιού.
Η δεύτερη γειτονιά που κατέχει σημαντική θέση στην καρδιά και στο τραγούδι της είναι το Παγκράτι, όπου, όπως λέει χαρακτηριστικά, υπήρξε «ερωτική μετανάστρια». Αγαπά ιδιαίτερα τα μαγαζιά γύρω από την πλατεία Προσκόπων, σημείο συνάντησης για ατελείωτα βράδια με φίλους, από τα οποία γεννήθηκαν ιστορίες που αργότερα έγιναν τραγούδια.
Η σύνδεσή της με την Κυψέλη έχει και μια πιο οικογενειακή διάσταση. Η γιαγιά της έζησε εκεί μέχρι τα δεκατρία της χρόνια, μια οικογενειακή ρίζα που η Μαρίνα Σπανού συνδέει με τη δική της βαθιά αγάπη για την περιοχή και με την οικειότητα που αισθάνεται κάθε φορά που επιστρέφει εκεί. Εκεί μένουν ακόμη οι ξαδέρφες της, με τις οποίες μοιράζεται αναμνήσεις από χριστουγεννιάτικα τραπέζια και από ένα αξέχαστο πάρτι στην αρχή μιας χρονιάς, όταν γιόρταζαν μαζί τα κοντινά τους γενέθλια, με μεγάλους μπουφέδες και οικογενειακή ζεστασιά. Ωστόσο, η ίδια δεν βλέπει τη ρίζα και την αρμονία με έναν τόπο ως ταυτόσημες έννοιες -μια ρίζα μπορεί, όπως λέει, να προκαλέσει και μεγάλη ταραχή. Γι’ αυτό πιστεύει πως τις ρίζες μας τις επιλέγουμε ή πως, κάποιες φορές, μας επιλέγουν κι εκείνες. Στα δεκαεφτά-δεκαοκτώ της χρόνια, μια ηλικία που περιγράφει ως καθοριστική για την πρώτη της ενηλικίωση, ένιωσε πραγματική σύνδεση με συγκεκριμένους τόπους: στην Αθήνα ήταν η Κυψέλη και το Παγκράτι, ενώ εκτός Αθηνών ήταν η Επίδαυρος, με την οποία αισθάνθηκε βαθιά σύνδεση, και η Τήνος. Ακόμη και σήμερα, όποτε θέλει να ησυχάσει, σκέφτεται τη θάλασσα της Επιδαύρου. Παρότι έχει γίνει πλέον πιο αναγνωρίσιμη, συνεχίζει να επισκέπτεται τις δύο γειτονιές που αγαπά, κι ο κόσμος, λέει, έχει συνηθίσει πια την παρουσία της εκεί.
Η έλευση της επιτυχίας
Την επιτυχία τη βιώνει με ευγνωμοσύνη: ήρθε νωρίς στη ζωή της, κάτι που αρχικά έφερνε μαζί του παρεξηγήσεις και υπερβολική οικειότητα από τον κόσμο, αλλά με τον καιρό αυτό έχει καταλαγιάσει, αφήνοντας πίσω του μόνο αγάπη και εκτίμηση.
Η αφετηρία της επιτυχίας της τοποθετείται χρονικά στην περίοδο 2020-2021, στην Αρεοπαγίτου, όταν έβγαινε στον δρόμο και τραγουδούσε μέσα στην καραντίνα. Πίστευε τότε πως έπρεπε να «πετάξουμε τις μάσκες και να κοιταχτούμε στα μάτια» και πως ο κόσμος είχε τεράστια ανάγκη να ζήσει ελεύθερα. Έχοντας μεγαλώσει στα προάστια μέχρι τα δεκαεφτά της χρόνια, ένιωθε έντονη την ανάγκη να γνωρίσει και να ζήσει την πόλη. Οι περιορισμοί της καραντίνας, που δυσκόλευαν αυτή την επαφή με το κέντρο, την οδήγησαν να εξυμνήσει τις γειτονιές της Αθήνας μέσα από το τραγούδι της, κι έτσι συναντήθηκε με το κοινό της. Το μεγάλο άνοιγμα ήρθε αργότερα, το 2024, με την κυκλοφορία του τραγουδιού «Ταξίδι», αλλά η ίδια πιστεύει πως η βάση είχε ήδη χτιστεί χρόνια πριν. Η καραντίνα, όπως λέει, άλλαξε ριζικά τη ζωή της. Μέχρι τότε ήθελε να γίνει ηθοποιός, σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και αποφοίτησε από αυτήν, αλλά εκεί ανακάλυψε και τη μαγεία της μουσικής σε επαγγελματικό πλέον επίπεδο. Άλλαξε επίσης τον τρόπο που έβλεπε τους φίλους της και την αξία που τους απέδιδε, καθώς και τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τη μοναξιά, η οποία, όπως λέει, μπορεί να γίνει πολύ δημιουργική μέσα από τη νοσταλγία.
Παγκράτι-Βύρωνας (Θέατρο Βράχων)
Ήταν επίσης η περίοδος που γνώρισε το Παγκράτι. Μια «αντιδημοφιλής άποψη», όπως λέει, είναι πως η Αθήνα στην καραντίνα ήταν μαγική. Σήμερα, παραδέχεται, η γειτονιά έχει αλλάξει πολύ, καθώς πολύς κόσμος πηγαίνει εκεί όχι για την ομορφιά του τόπου αλλά για ένα μαγαζί, ένα story ή τους φίλους που τον τραβούν εκεί. Το 2021, όμως, η Αθήνα είχε διαφορετική όψη: η Ριζάρη και η Σπύρου Μερκούρη, στο σημείο όπου ξεπροβάλλει ο Λυκαβηττός, είχαν μια ησυχία που επέτρεπε να μείνεις εκεί ώρες, μέχρι να πέσει ο ήλιος. Αυτό το Παγκράτι ερωτεύτηκε.
Στο Θέατρο Βράχων παρακολουθούσε πολλές παραστάσεις, ιδίως τις σεπτεμβριανές, κάτι που περίμενε πάντα με λαχτάρα. Πέρσι, όταν ανέβηκε εκεί στη σκηνή για πρώτη φορά, ένιωσε δέος βλέποντας τους βράχους γεμάτους κόσμο με φακούς. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο επέμεινε να επιστρέψει και φέτος στις 12 Σεπτεμβρίου, μια επιστροφή που, όπως λέει η ίδια, της προκαλεί μεγάλη χαρά.
Διαβάστε ακόμα:
6+1 διευθύνσεις για καλό φαγητό στο Παγκράτι
Κυψέλη: Η διαρκής επιστροφή στον ομφαλό του αθηναϊκού κόσμου

