Σοπράνο με σπουδές στο κλασικό τραγούδι, την υποκριτική και τη θεατρολογία, η Νίνα ανήκει σε εκείνους τους Ευρωπαίους του Νότου που βρήκαν τελικά απάνεμο καταφύγιο στον Βορρά. Μακεδονίτισσα, με καταγωγή από την Κατερίνη, όχι μόνο κατάφερε να προσαρμοστεί, αλλά αγάπησε βαθιά την Ισλανδία, πατρίδα του συζύγου της, με τον οποίο ζουν στο Ρέικιαβικ.

14

«Το 2016 έφυγα από την Ελλάδα, πήγα αρχικά για σπουδές τραγουδιού στην Ολλανδία και μετά στο Βέλγιο. Για καλή μου τύχη ήταν εκεί και ο Sigurður». Την περίοδο του Covid, η Ισλανδία είχε σχετικά χαλαρούς περιορισμούς συγκριτικά με την υπόλοιπη Ευρώπη κι έτσι η Νίνα και ο Sigurður μετακόμισαν προσωρινά στο Ρέικιαβικ, με σκοπό να ξαναφύγουν πάλι όταν θα περνούσε η κρίση. «Σχεδόν έξι χρόνια μετά, είμαστε ακόμα εδώ».

Το ζευγάρι μένει στο κέντρο της ισλανδικής πρωτεύουσας, μαζί με τον 3,5 χρονών γιο τους και τη μόλις δύο μηνών κόρη τους. Ο Sigurður δουλεύει στον ιδιωτικό τομέα, η Νίνα δίνει συναυλίες, διδάσκει κλασικό και μοντέρνο τραγούδι («κυρίως ποπ, γιατί αυτό ενδιαφέρει περισσότερο») και εργάζεται ως δασκάλα σε νηπιαγωγείο. «Προσπαθούσαμε να βρούμε θέση για τον μικρό. Τελικά ο καλύτερος τρόπος ήταν να ξεκινήσω εγώ να δουλεύω εκεί, στο κομμάτι της ειδικής αγωγής». Η πρόσληψή της στον χώρο της ισλανδικής εκπαίδευσης είχε κι άλλο ένα, παράπλευρο όφελος για την ίδια: τη βοήθησε να μάθει καλύτερα τα ισλανδικά, πολύ απλά γιατί «τα παιδάκια δεν σε κρίνουν», αλλά και γιατί «έχουν φοβερή γλωσσική ανάπτυξη σε αυτή την ηλικία, οπότε σιγά σιγά έφτασα σε ένα αρκετά ικανοποιητικό επίπεδο». Τα ισλανδικά προέρχονται από τα αρχαία νορδικά, τη γλώσσα των Βίκινγκς, και λόγω της γεωγραφικής απομόνωσης της Ισλανδίας, διατήρησαν πολλά παλαιά χαρακτηριστικά στο πέρασμα των αιώνων. «Λεξιλογικά δεν θα σε δυσκολεύσουν πολύ, αν ξέρεις αγγλικά. Αλλά η γραμματική είναι φοβερά λεπτομερής και ιδιαίτερη».

Ένα από τα πιο δύσκολα κομμάτια της καθημερινότητας στην Ισλανδία, στο οποίο η Νίνα έπρεπε να προσαρμοστεί, ήταν ο καιρός, γιατί για έναν με δύο μήνες τον χειμώνα η μέρα κρατάει περίπου τέσσερις ώρες. «Αυτή η αλλαγή έρχεται σταδιακά. Χάνεις ένα λεπτό τη μέρα. Ξαφνικά φτάνεις στα τέλη Νοέμβρη και λες “Ωχ Παναγιά μου, τι συνέβη;”. Πρέπει να σφίξεις λίγο τα δόντια. Εν τέλει, όμως, μπορώ να πω ότι αν εξαιρέσεις την πρώτη χρονιά, πλέον το έχω συνηθίσει. Με πειράζει πιο πολύ το κρύο», το οποίο τυπικά τον χειμώνα στο Ρέικιαβικ κυμαίνεται μεταξύ -3°C και 3°C, αν και σε ακραίες περιπτώσεις μπορεί να φτάσει τους -20°C.

Πόσο μοιάζουν οι άνθρωποι στις δύο χώρες, στα άκρα της Ευρώπης (η Ισλανδία βρίσκεται στον βόρειο Ατλαντικό, ανάμεσα στη Γροιλανδία, τη Νορβηγία και τις βρετανικές νήσους);. Απ’ ό,τι φαίνεται, πολύ. «Οι Ισλανδοί αυτοαποκαλούνται “Μεσόγειοι της Σκανδιναβίας”, γιατί είναι εντελώς της τελευταίας στιγμής. Από αυτή την άποψη μοιάζουμε. Εμένα μου αρέσουν πολύ, έχω φίλους που τους μισούν, αλλά εγώ τους πάω, γιατί μου φαίνονται εγκάρδιοι, πλακατζήδες, με αυτοσαρκασμό. Είναι πολύ δουλευταράδες, όπως και οι Έλληνες. Και στους δύο λαούς αρέσουν οι γιορτές». Υπάρχουν όμως και αρκετές διαφορές. «Μια μεγάλη διαφορά που θεωρώ ότι έχουν από τους Έλληνες είναι ότι δεν είναι στην κουλτούρα τους να δίνουν. Δεν έχουν αυτό το “θα πάω επίσκεψη και πρέπει να έχω κάτι μαζί”. Αποφεύγουν το αλκοόλ καθ’ όλη τη διάρκεια της εβδομάδας και μετά πίνουν όλο το Σαββατοκύριακο. Ουσιαστικά πίνουν από το σπίτι, γιατί είναι ακριβό το αλκοόλ, και βγαίνουν έξω ήδη μεθυσμένοι. Επίσης, είναι πιο ανοιχτοί με τη διαφορετικότητα και το έχουν μεγάλο καμάρι, γι’ αυτό βλέπεις συχνά ζωγραφισμένα ουράνια τόξα στους δρόμους».

Όπως και οι Έλληνες, αγαπούν πολύ το κρέας («η γιαγιά του Sigurður έτρωγε φρούτα μόνο τα Χριστούγεννα, ήταν ένα είδος πολυτελείας»). Θεωρούνται, μάλιστα, μάστορες στο ψήσιμο. Διατηρούν μέχρι σήμερα ένα μάλλον βουκολικό έθιμο, τη λεγόμενη «Θυσία του Θόρι» (Þorrablót). Θόρι ήταν ο μήνας μεταξύ Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου, όταν οι άνθρωποι έτρωγαν όλα τα διατηρημένα τρόφιμα που είχαν απομείνει στο κελάρι τους, όπως παστά ψάρια και καρχαρία. Η «Θυσία του Θόρι» είναι ο συμβολικός θάνατος του χειμώνα κι έτσι ακόμη και σήμερα τα παιδιά στα νηπιαγωγεία τρώνε για μία μέρα τον χρόνο αρκετούς ασυνήθιστους μεζέδες, όπως κεφαλάκι αρνιού, blood pudding, παστά και αμελέτητα, μαζί με ψωμί σίκαλης.

Σε επίπεδο καθημερινότητας, η Νίνα ακολουθεί τις συνήθειες των Ισλανδών, όπως αυτή του να επισκέπτεται τα υπαίθρια ιαματικά λουτρά, όχι μόνο για λόγους ευεξίας, αλλά και σαν ένα σημείο κοινωνικής συναναστροφής, για να συναντηθεί με γνωστούς και φίλους. «Μερικές φορές αυτή είναι η μοναδική ευκαιρία που έχεις να περάσεις χρόνο έξω χωρίς να ξεπαγιάσεις». Λόγω του ηφαιστειογενούς εδάφους, η χώρα έχει πάμπολλα λουτρά, «καλό είναι όμως πριν μπεις να έχεις πληροφορίες ότι είναι κατάλληλα για χρήση», γιατί το νερό μπορεί να είναι σχεδόν βραστό.

Η Νίνα είναι ενεργό μέλος της ελληνικής κοινότητας της Ισλανδίας, που αποτελείται από κάποιες εκατοντάδες μέλη. «Νοικιάζουμε μία αίθουσα και κάνουμε διάφορες δραστηριότητες. Αν κάποιος θέλει μπορεί να προσφέρει δωρεάν μαθήματα, για παράδειγμα γιόγκα ή κραβ μαγκά. Μερικές φορές κάνω κι εγώ βραδιές τραγουδιού. Διοργανώνουμε συναυλίες, τραγουδάμε όλοι μαζί. Τώρα τελευταία έχουμε ξεκινήσει να διαβάζουμε και παραμύθια στα παιδιά, στα ελληνικά». Σύγχρονα παραμύθια, όπως ιστορίες του Ευγένιου Τριβιζά ή παραμύθια για την ανακύκλωση.

Έτσι κυλάει η ζωή μιας Ελληνίδας σοπράνο, που έκανε το μεγάλο άλμα και μετακόμισε μόνιμα σε μια χώρα με παγετώνες και ενεργά ηφαίστεια, με ένα κράτος οργανωμένο, ισχυρά σωματεία και καλές εργασιακές συνθήκες, όπως περιγράφει η ίδια. Εκτός από παραμύθια για τα ελληνόπουλα του Ρέικιαβικ, η ζωή της περιλαμβάνει βόλτες σε όμορφα στέκια για γκουρμέ ισλανδικές νοστιμιές, όπως είναι η αστακόσουπα, και πότε πότε εξορμήσεις στο νυχτερινό Ρέικιαβικ, όπου, αν κανείς είναι τυχερός, μπορεί ακόμη και να δει την Björk να κάνει dj set σε κάποιο μαγαζί.

Σε αυτή τη μακρινή χώρα, που όμως έχει αρκετά κοινά με τη δική της, η Νίνα ηχογράφησε το πρώτο της άλμπουμ, εμπνευσμένο από τον γιο της, «γιατί του τραγουδούσα συνέχεια νανουρίσματα και άρχισα να τα αγαπώ πάρα πολύ». Ο δίσκος περιλαμβάνει επτά νανουρίσματα, με φωνή, κιθάρα και μπουζούκι, και θα κυκλοφορήσει το φθινόπωρο.

Info: Περισσότερες πληροφορίες για τη δουλειά της Νίνας Μπάσδρα θα βρείτε στα ninabasdras.com και soundcloud.com/nina-basdras.

Διαβπάστε ακόμα:

Ισλανδία: Πλεύσαμε με φουσκωτά σκάφη στην παγετωνική λίμνη Jökulsárlón

Hot Springs: Βουτιά στην πιο αυθεντική εμπειρία της Ισλανδίας

5 ανεπανάληπτες εμπειρίες που ζήσαμε στην Ισλανδία