Από ψηλά, το καρνάγιο της Αγίας Κυριακής μοιάζει με μακέτα. Σκαριά ανασηκωμένα στο λιμάνι, σκαλωσιές, η πίσσα να λαμπυρίζει στον ήλιο. Ο Κωστής Αγγελόπουλος το έπιασε έτσι από ψηλά, και στη φωτογραφία του φαίνεται κάτι που στο έδαφος χάνεται: πόσο μικρός είναι αυτός ο τόπος, και πόσα χωράει μέσα του. Το ναυπηγείο, το λιμανάκι, τα σπίτια που ανηφορίζουν αμφιθεατρικά, όλα μαζεμένα στην άκρη του Πηλίου, εκεί όπου η χερσόνησος τελειώνει απότομα στα νερά του Παγασητικού.

21

«Εδώ δεν περνάς τυχαία. Έρχεσαι γιατί το έχεις αποφασίσει», λέει η Ελένη Ψυχούλη, δημοσιογράφος με καταγωγή από το Νότιο Πήλιο, περιγράφοντας έναν τόπο που ζητά χρόνο ώσπου να φανερωθεί στον επισκέπτη. Η Αγία Κυριακή βρίσκεται στο ακραίο νότιο άκρο της χερσονήσου, 80 χιλιόμετρα από τον Βόλο σε δρόμο που ανοίχτηκε μόλις το 1984. Μέχρι τότε, ο τόπος επικοινωνούσε με τον κόσμο αποκλειστικά μέσω θαλάσσης, πράγμα που δεν ήταν μόνο γεωγραφική αναγκαιότητα, αλλά ταυτότητα.

Το χωριό που έχτισαν για να μην το βλέπουν

Το ορεινό Τρίκερι, στα 450 μέτρα, είναι κάτι διαφορετικό από αυτό που περιμένεις. Τα σοκάκια στενεύουν σαν να θέλουν να σε κρατήσουν μέσα, τα σπίτια κολλημένα το ένα στο άλλο, φρουριακή αρχιτεκτονική του 17ου αιώνα, σχεδιασμένη ώστε τα κτίρια να λειτουργούν ως ενιαίο τείχος απέναντι στους πειρατές. Οι κάτοικοι έχτισαν το χωριό τους σε θέση που δεν φαινόταν από τη θάλασσα, αλλά από εκεί έβλεπαν τα πάντα: ολόκληρο το πέρασμα προς το Αιγαίο, κάθε σκάφος που πλησίαζε από μίλια μακριά.

Ανάμεσα στα πέτρινα στενά αναδύεται και κάτι απρόσμενο: αρχοντικά διώροφα με σαχνισιά και νεοκλασικές λεπτομέρειες, σπίτια ναυτικών που γύρισαν με χρήμα και κόσμο στα μάτια. Ο Κωστής τα φωτογραφίζει από κάτω, ψάχνει τη γωνία που πιάνει το ξεθωριασμένο χρώμα δίπλα στο πελεκητό κιονόκρανο, τη δόξα και τον χρόνο στο ίδιο κάδρο. «Οι κάτοικοι της περιοχής, δεν ήταν ψαράδες», λέει η Ελένη. «Ήταν καραβοκύρηδες. Η διαφορά μετράει».

Στον ναό της Αγίας Τριάδας, χτισμένος το 1739, το ξυλόγλυπτο τέμπλο είναι ό,τι πιο εντυπωσιακό έχεις δει σε μικρό ναό. Και ο δεσποτικός θρόνος, με τη φήμη που τον ακολουθεί: Τρικεριώτες ναυτικοί τον αγόρασαν σε δημοπρασία όταν το πλοίο που τον μετέφερε κατασχέθηκε, και ο θρόνος που είχε φτιαχτεί για τον Ναπολέοντα κατέληξε σε μια εκκλησία στην άκρη του Πηλίου. Αλήθεια ή θρύλος, δεν αλλάζει τίποτα. Ο θρόνος υπάρχει, είναι εδώ, και μαζί του μια ολόκληρη εποχή όπου το Τρίκερι συναλλασσόταν με τον κόσμο ισότιμα και ίσως τον κέρδιζε.

Αλμύρα και πίσσα στο λιμάνι

Στην Αγία Κυριακή κατεβαίνεις είτε με το αυτοκίνητο είτε καλύτερα, από το παλιό καλντερίμι, μισή ώρα κατηφόρα με τον Παγασητικό να απλώνεται μπροστά σου. Ο οικισμός σε υποδέχεται με ασπρισμένα σοκάκια και βάρκες δεμένες. Το καρνάγιο είναι ένας από τους ελάχιστους ταρσανάδες που δουλεύουν ακόμη στην Ελλάδα, καθώς εδώ ναυπηγούνται τρεχαντήρια και αλιευτικά με εμπειρική τέχνη που δεν περνά από σχέδια, μόνο από τα χέρια.

Η σπογγαλιεία εδώ δεν είναι μόνο ιστορία στα βιβλία, είναι το DNA αυτού του τόπου. Για γενιές, οι άντρες βουτούσαν σε βάθη που το σώμα δεν συγχωρεί λάθη, φτάνοντας με τη σκανδαλόπετρα στον βυθό και αργότερα με σκαφάνδρο σε βάθη 150 μέτρων. Πολλοί δεν γύριζαν, ή γύριζαν χτυπημένοι από τη νόσο της αποσυμπίεσης. Το 1882, οι γυναίκες της περιοχής πίεσαν τόσο ώστε η Οθωμανική Αυτοκρατορία να απαγορεύσει προσωρινά τη χρήση του σκαφάνδρου. Ήταν μάλλον η πρώτη εργατική διαμαρτυρία στην ιστορία αυτών των νερών.

Το μεσημέρι τρως καραβιδομακαρονάδα στο Μουράγιο με καραβίδες από τα βαθιά νερά του διαύλου, σάλτσα που έχει τη γλύκα της θάλασσας χωρίς να την φωνάζει. Το κρασί έρχεται σε μεταλλική κανάτα, ο σερβιτόρος ξέρει ήδη τι θα πάρεις.

Κόττες: Eκεί που ο ήλιος δύει νωρίς

Έξι χιλιόμετρα νοτιότερα από το Τρίκερι, σε έναν όρμο που το βουνό τον σκεπάζει νωρίς, κρύβεται ο οικισμός Κόττες, το νοτιότερο σημείο του Παγασητικού. Η τοπική παράδοση λέει ότι το αρχικό του όνομα ήταν «Σκότες», γιατί ο ήλιος εδώ δύει πολύ πριν τη δύση, αφήνοντας τον όρμο στη σκιά πρώτο από όλους. Λίγοι κάτοικοι, σκάφη δεμένα, ψαράδες που η ζωή τους δεν άλλαξε και πολύ από τότε που μαζεύανε σφουγγάρια.

Η ατμόσφαιρα εδώ έχει κάτι από νησί των Σποράδων, τους ίδιους ασβεστωμένους τοίχους, η ίδια σιωπή. Φτάνεις με το αυτοκίνητο, αλλά καλύτερα να έρθεις πεζός από το παλιό καλντερίμι, μία ώρα μέσα από ελαιώνες που καταλήγουν σε μια πέτρινη βρύση στην είσοδο του χωριού. Αν περπατήσεις το μονοπάτι, για κανένα δεκάλεπτο, μετά τον οικισμό, πάνω στη θάλασσα θα βρεθείς στην ταβέρνα του Άγγελου. Σερβίρει καραβιδομακαρονάδα και μια καροτοσαλάτα της γιαγιάς που δεν τη βρίσκεις στο menu, σου την φέρνουν από μόνοι τους.

Το νησί των γυναικών

Το θαλάσσιο ταξί για το Παλαιό Τρίκερι φεύγει από τον Αλογόπορο. Δέκα λεπτά θαλάσσης και βρίσκεσαι σε έναν κόσμο χωρίς αυτοκίνητα, με ελαιώνες να κατεβαίνουν ως τη θάλασσα και μονοπάτια που τα περπατάς αργά, χωρίς πρόγραμμα. Κάναμε τον γύρο του νησιού με τα πόδια, λίγες ώρες που μυρίζουν θυμάρι και αλμύρα.

Στο κέντρο δεσπόζει το μοναστήρι της Παναγίας Ευαγγελίστριας, χτισμένο το 1835 μετά την εύρεση θαυματουργής εικόνας. Το συγκρότημα εκτείνεται με περίπου εκατό κελιά-ξενώνες γύρω από την αυλή, αρχιτεκτονική που παραπέμπει περισσότερο σε μικρή μοναστική πολιτεία παρά σε τυπικό ελληνικό μοναστήρι. Η ησυχία που βρίσκεις εκεί, όμως, έχει βάρος. Από το 1948 έως το 1953, περίπου πέντε χιλιάδες γυναίκες πολιτικές εξόριστες πέρασαν από αυτά τα κελιά. Έγραφαν ποιήματα και τα έθαβαν στο χώμα για να τα βρουν άλλοι, έστηναν κρυφά σχολεία, αρνούνταν να υπογράψουν. Ο Κωστής φωτογραφίζει τους τοίχους της αυλής, τα κελιά, τα μικρά παράθυρα, τα δέντρα και τα λουλούδια. Μερικές εικόνες δεν χρειάζονται λεζάντα.

Στο τέλος της μέρας, στην προκυμαία με έναν καφέ που κρυώνει αργά, σκέφτεσαι τον δρόμο που άνοιξε το ’84. Βόλεψε τον τόπο, αλλά τον άλλαξε. Εκείνες οι δεκαετίες της απομόνωσης έσωσαν μια γλώσσα, μια φορεσιά, και έναν τρόπο να στέκεσαι στον κόσμο. Το Τρίκερι δεν κρατά τον επισκέπτη σε απόσταση, αντίθετα, τον αφήνει να μπει, αρκεί να έχει υπομονή να περιμένει να τον δουν κι αυτοί.

Διαβάστε ακόμα:

Μούρεσι: Το χωριό-ησυχαστήριο του Πηλίου

Long weekend στον Κισσό Πηλίου: Ένα καταφύγιο μέσα στο βουνό των Κενταύρων

Αποστολή στο Νότιο Πήλιο: Επισκεφθήκαμε το παλαιότερο καφενείο της Ελλάδας