Το Angkor, διεθνώς γνωστό για τους ναούς και την ιστορική του σημασία, περιλαμβάνει δεκάδες ναούς, ένα εκτεταμένο σύστημα διαχείρισης των υδάτων και οδικά δίκτυα που απλώνονται σε έκταση περίπου 400 τ. χλμ. Αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους αρχαιολογικούς τόπους της Νοτιοανατολικής Ασίας, συγκαταλέγεται στους μεγαλύτερους επισκέψιμους αρχαιολογικούς χώρους του κόσμου και είναι Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO.
Τα εντυπωσιακά κατάλοιπα των διαδοχικών πρωτευουσών της Αυτοκρατορίας των Χμερ, που χρονολογούνται από τον 9ο έως τον 15ο αιώνα, έχουν μοναδικά χαρακτηριστικά που μαρτυρούν την ύπαρξη ενός σπουδαίου πολιτισμού. Τα μνημεία είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με το φυσικό τους περιβάλλον και ταυτόχρονα έχουν έντονο συμβολικό και θρησκευτικό χαρακτήρα. Ανάμεσα στους ναούς ξεχωρίζουν ο περίφημος Angkor Wat και ο Bayon με τον πλούσιο γλυπτό του διάκοσμο, στην οχυρωμένη πόλη Angkor Thom.
Ο αρχαιολογικός χώρος δεν είναι ένα «υπαίθριο μουσείο». Σύμφωνα με στοιχεία που έχουν συνδεθεί με την ένταξη του Angkor στον κατάλογο της UNESCO, στην περιοχή υπήρχαν περίπου 100.000 κάτοικοι σε 112 ιστορικούς οικισμούς, με βασικές ασχολίες την καλλιέργεια ρυζιού, την καλαθοπλεκτική και την υφαντική. Σύμφωνα με την UNESCO, αρκετές από αυτές τις κοινότητες συνδέονται με πληθυσμούς που κατοικούσαν στην περιοχή ήδη κατά την περίοδο ακμής του Angkor, από τον 9ο έως τον 15ο αιώνα. Οι ναοί εξακολουθούν να αποτελούν επίκεντρα της θρησκευτικής ζωής και διατηρούνται τελετές και τοπικά έθιμα, τα οποία συνδέουν τη σύγχρονη καθημερινότητα με την πολιτιστική κληρονομιά της περιοχής.
Ποιοι ήταν οι Χμερ
Η αυτοκρατορία των Χμερ διαμόρφωσε μεγάλο μέρος της πολιτικής ιστορίας και των καλλιτεχνικών παραδόσεων της ηπειρωτικής Νοτιοανατολικής Ασίας, ξεπερνώντας κατά πολύ σε ισχύ, λαμπρότητα και επιρροή τα προγενέστερα κράτη της περιοχής. Ιδρύθηκε το 802 μ.Χ. από τον βασιλιά Τζαγιαβαρμάν Β΄ και η περίοδος ακμής του Angkor τοποθετείται από το 802 έως το 1431, όταν η πόλη καταλήφθηκε από τις δυνάμεις της Αγιουτάγια. Στο απόγειό της, μεταξύ 11ου και 13ου αιώνα, η επικράτεια της αυτοκρατορίας εκτεινόταν πέρα από τα όρια της σημερινής Καμπότζης, περιλαμβάνοντας περιοχές της Ταϊλάνδης, του Λάος και του Βιετνάμ. Η ισχύς των Χμερ βασίστηκε σε ένα από τα πιο ανεπτυγμένα συστήματα διαχείρισης των υδάτων, το οποίο εξασφάλιζε την άρδευση των ορυζώνων και τη διαβίωση περίπου 700.000 έως 900.000 ανθρώπων, σύμφωνα με επιστημονικές εκτιμήσεις, στην περίοδο της ακμής της. Στην κληρονομιά της ανήκουν, επίσης, μερικά από τα σημαντικότερα μνημεία της Ασίας, με κορυφαίο το Angkor Wat.
Πώς αναπτύχθηκε το Angkor Wat
Από τις αρχές του 9ου αιώνα και για περίπου εξακόσια χρόνια, η περιοχή γύρω από το Angkor ήταν η καρδιά της Αυτοκρατορίας των Χμερ. Παρά τη σημασία της οι γραπτές πηγές είναι ελάχιστες. Οι αρχαίοι Χμερ έγραφαν κυρίως επάνω σε ειδικά επεξεργασμένα φύλλα φοίνικα, ή σε δέρματα ζώων -υλικά που δεν διασώθηκαν. Έτσι, η ιστορία του Αngkor ανασυντέθηκε σταδιακά μέσα από τη μελέτη των ναών και περίπου χιλίων επιγραφών, οι περισσότερες από τις οποίες είναι γραμμένες στα σανσκριτικά. Ακόμη και σήμερα, πολλές πτυχές παραμένουν άγνωστες, καθώς η προέλευση ορισμένων μνημείων, οι ακριβείς χρονολογήσεις τους και η ταυτότητα μερικών από τους ηγεμόνες των Χμερ δεν έχουν εξακριβωθεί με σιγουριά.
Τα παλαιότερα μνημεία του Angkor χρονολογούνται από το 802 μ.Χ., όταν ο βασιλιάς Τζαγιαβαρμάν Β΄ ανακήρυξε την κυριαρχία του στο Phnom Kulen, στα βόρεια της σημερινής περιοχής. Η αυτοκρατορία έφθασε στο απόγειό της τον 12ο αιώνα και στις αρχές του 13ου αιώνα υπό τον Τζαγιαβαρμάν Ζ΄, τον σημαντικότερο δημιουργό ναών της δυναστείας. Την εποχή εκείνη η επιρροή της έφθανε σε περιοχές της σημερινής Ταϊλάνδης, του Λάος και του Βιετνάμ, ενώ η πολιτική και πολιτισμική της ακτινοβολία ξεπερνούσε τα όρια της σημερινής Καμπότζης.
Μετά το τέλος της βασιλείας του Τζαγιαβαρμάν Ζ΄ το 1219, δεν ανεγέρθηκαν πλέον μεγάλοι λίθινοι ναοί. Ως πιθανές αιτίες θεωρούνται η εξάντληση των διαθέσιμων πόρων ή η επικράτηση του βουδισμού Θεραβάντα, ο οποίος δεν ευνοούσε τα μνημειακά οικοδομικά προγράμματα. Οι υπάρχοντες ναοί και τα ανάκτορα συνέχισαν να χρησιμοποιούνται μέχρι το 1431, όταν το Angkor καταλήφθηκε και λεηλατήθηκε από τα στρατεύματα του βασιλείου της Αγιουτάγια. Τον επόμενο χρόνο ο βασιλιάς Ponhea Yat μετέφερε την αυλή του στην Πνομ Πενχ, με αποτέλεσμα η βασιλική και διοικητική ζωή να μετατοπιστεί και πολλά μνημεία να χάσουν σταδιακά τη συστηματική φροντίδα που απαιτούσε η συντήρησή τους. Παρότι η περιοχή δεν εγκαταλείφθηκε ποτέ εντελώς, οι τοπικές κοινότητες που συνέχισαν τις λατρευτικές τελετές στα ιερά δεν διέθεταν τους πόρους για να τα συντηρήσουν.
Γύρω στο 1570, ο βασιλιάς Satha εντυπωσιάστηκε τόσο από τα ερείπια του Angkor Thom, της τελευταίας μεγάλης οχυρωμένης πρωτεύουσας της Αυτοκρατορίας των Χμερ μέσα στη ζούγκλα, ώστε διέταξε τον καθαρισμό της βλάστησης και εγκατέστησε προσωρινά εκεί την αυλή του. Μια ακόμη σύντομη αναβίωση έγινε στα μέσα του 17ου αιώνα, όταν ο βασιλιάς Barom Reachea ΣΤ΄ επισκέφθηκε τον χώρο και μαγεύτηκε από την ομορφιά του.
Παρόλο που αναφορές για μια χαμένη πόλη στη ζούγκλα της Καμπότζης έφθαναν κατά καιρούς στη Δύση μέσω ιεραποστόλων και εμπόρων, το Angkor δεν έγινε ευρύτερα γνωστό στην Ευρώπη πριν από τον 19ο αιώνα. Από τα τέλη του 18ου αιώνα έως το 1907 η περιοχή βρισκόταν υπό σιαμέζικη, δηλαδή ταϊλανδική, διοίκηση, πριν επιστραφεί στην Καμπότζη. Η πρώτη ουσιαστική περιγραφή δημοσιεύθηκε το 1858 από τον Γάλλο ιεραπόστολο Charles Émile Bouillevaux, χωρίς όμως να προκαλέσει ιδιαίτερη απήχηση. Η διεθνής αναγνώριση ήρθε λίγα χρόνια αργότερα, όταν δημοσιεύθηκαν μετά θάνατον, το 1864, τα ημερολόγια του Γάλλου βοτανολόγου και εξερευνητή Henri Mouhot, ο οποίος επισκέφθηκε το Angkor και κατέγραψε με τρόπο που εντυπωσίασε το ευρωπαϊκό κοινό την εικόνα των μνημείων. Οι περιγραφές του προκάλεσαν τεράστιο ενδιαφέρον στον δυτικό κόσμο και συνέβαλαν καθοριστικά στην εξάπλωση της φήμης των μνημείων.
Το 1867 ο Βρετανός φωτογράφος και περιηγητής John Thomson δημοσίευσε από τις πρώτες φωτογραφίες του Angkor και ήταν από τους πρώτους που συνέδεσαν τη μορφή των ναών με το μυθικό όρος Μερού, το ιερό βουνό της ινδουιστικής κοσμολογίας, το οποίο θεωρείται το κέντρο του σύμπαντος. Η αρχιτεκτονική του Angkor είναι τέτοια ώστε να αναπαριστά συμβολικά το Μερού, με τους πέντε κεντρικούς πύργους να παραπέμπουν στις πέντε κορυφές του και τις περιμετρικές τάφρους στον κοσμικό ωκεανό που το περιβάλλει.
Λίγο αργότερα ακολούθησε ο Γάλλος εξερευνητής Ernest Doudart de Lagrée, ο οποίος κατέγραψε και άλλα μνημεία πέρα από την περιοχή του Angkor, όπως το Beng Mealea, έναν μεγάλο ναό του 12ου αιώνα, 40 χλμ. προς τα ανατολικά, με πεσμένους ογκόλιθους και ρίζες δέντρων να καλύπτουν τμήματα των κατασκευών, καθώς και το Preah Khan του Kampong Svay, ένα τεράστιο συγκρότημα ναών στην επαρχία Καμπόνγκ Τομ, περίπου 100 χλμ. επίσης προς τα ανατολικά του αρχαιολογικού χώρου.
Ο μυστηριακός ναός του Angkor
Με τους πέντε επιβλητικούς πύργους του να δεσπόζουν στον ορίζοντα, το πιο εμβληματικό μνημείο της Καμπότζης και αριστούργημα της αρχιτεκτονικής των Χμερ αφιερώθηκε στον θεό Βισνού γύρω στο 1150 και εκτιμάται ότι χρειάστηκαν περίπου τρεις δεκαετίες για να ολοκληρωθεί. Από μακριά εντυπωσιάζει με τη μνημειακή του παρουσία και όσο πλησιάζει κανείς αποκαλύπτεται ο εξαιρετικός πλούτος των λεπτομερειών, καθώς σχεδόν κάθε επιφάνεια είναι διακοσμημένη με περίτεχνα ανάγλυφα και γλυπτά.
Για πολλά χρόνια οι μελετητές εξέφραζαν διάφορες απόψεις σχετικά με το αν το Angkor Wat κατασκευάστηκε αποκλειστικά ως τόπος λατρείας ή αν προοριζόταν εξαρχής και για ταφική χρήση, ένδειξη που συνδέεται με τη διάταξη των ανάγλυφων, τα οποία αναπτύσσονται αντίθετα από τη φορά του ρολογιού, καθώς και με την πρόσβαση από τη δυτική πλευρά. Σήμερα επικρατεί η άποψη ότι ο ναός χρησιμοποιήθηκε από τον βασιλιά για λατρευτικούς σκοπούς όσο ζούσε και μετά τον θάνατό του έγινε μαυσωλείο.
Επίσκεψη σε άλλους σημαντικούς ναούς του αρχαιολογικού χώρου
Το Angkor Thom. Η μεγάλη οχυρωμένη πόλη, που περιέγραψε ένας Κινέζος απεσταλμένος ήδη από τα τέλη του 13ου αιώνα, είναι ο πυρήνας του Angkor και περιβάλλεται από τάφρο και τείχος ύψους περίπου 8 μέτρων. Στο εσωτερικό βρίσκονται σημαντικά ιερά, όπως το Μπαπουόν, το Φιμεανάκας και ο Μπαγιόν, καθώς και πλήθος άλλων βασιλικών, θρησκευτικών και διοικητικών κτισμάτων. Η πόλη έχει έκταση περίπου 9 τετραγωνικών χιλιομέτρων και προστατεύεται από πέντε μνημειακές πύλες: μία σε κάθε κύριο σημείο του ορίζοντα και μία επιπλέον ανατολική, γνωστή ως Πύλη της Νίκης. Κάθε πύλη στεφανώνεται από πύργο με τέσσερα γιγάντια πρόσωπα. Την τάφρο διασχίζουν πέτρινες γέφυρες με κιγκλιδώματα στολισμένα με γιγάντιες νάγκα, τα μυθικά φίδια της ινδουιστικής και βουδιστικής παράδοσης που θεωρούνται προστάτες των ιερών χώρων.
Η είσοδος στο εσωτερικό της πόλης γίνεται από τα νότια, μέσω μιας λιθόστρωτης γέφυρας που διασχίζει την τάφρο. Στις δύο πλευρές της παρατάσσονται 54 θεοί και 54 δαίμονες που κρατούν το σώμα ενός νάγκα με 7 κεφάλια, σε μια αναπαράσταση εμπνευσμένη από τον μύθο της «Ανάδευσης του Ωκεανού του Γάλακτος», σύμφωνα με τον οποίο θεοί και δαίμονες συνεργάστηκαν για να αποκτήσουν το ελιξίριο της αθανασίας.
Το Ta Prohm. Με τη βλάστηση να έχει εισχωρήσει στα ερείπιά του, ο ναός αυτός συγκαταλέγεται στα πιο φωτογραφημένα σημεία του αρχαιολογικού χώρου, καθώς εκεί η ανθρώπινη δημιουργία και το φυσικό περιβάλλον συνυπάρχουν με τρόπο μοναδικό. Αυλές, στοές και αναβαθμίδες μοιάζουν να υποχωρούν μπροστά στη δύναμη της φύσης, ενώ γιγάντιες συκιές και τροπικά δέντρα καπόκ, με μεγάλους κορμούς, απλώνουν τις ρίζες τους πάνω στους τοίχους, αγκαλιάζουν τα ανοίγματα των πυλών και σφηνώνονται ανάμεσα στις τεράστιες πέτρες.
Το Bayon. Αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά και αινιγματικά μνημεία του χώρου. Οι πολυάριθμοι πύργοι του φέρουν γιγάντια χαμογελαστά πρόσωπα, που έχουν γίνει το αναγνωρίσιμο σύμβολο του μνημείου, ωστόσο η ακριβής τους ταυτότητα εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο συζήτησης ανάμεσα στους μελετητές. Σε αντίθεση με άλλους κρατικούς ναούς του Angkor, ο Bayon δεν οργανώνεται γύρω από μια ενιαία πυραμιδοειδή κατασκευή. Η αίσθηση του ύψους δημιουργείται από ένα σύνολο πύργων που υψώνονται προς το κέντρο του συγκροτήματος, συμβολίζοντας το μυθικό Όρος Μερού, το κέντρο του σύμπαντος στην ινδουιστική και βουδιστική κοσμολογία. Από μακριά ο ναός μοιάζει με έναν φυσικό βραχώδη σχηματισμό, όμως όσο πλησιάζει κανείς αποκαλύπτεται η πολυπλοκότητα του σχεδιασμού του. Σήμερα διασώζονται 37 πύργοι, ενώ τα γλυπτά πρόσωπα υπολογίζεται ότι ξεπερνούν τα διακόσια.
Ο ναός κατασκευάστηκε στα τέλη του 12ου ή στις αρχές του 13ου αιώνα. Η μεταγενέστερη ιστορία του μνημείου αντανακλά τη θρησκευτική εναλλαγή και συνύπαρξη βουδιστικών και ινδουιστικών στοιχείων στην αυτοκρατορία των Χμερ. Αφιερώθηκε αρχικά στον βουδισμό. Όταν αργότερα η κρατική θρησκεία επανήλθε στον ινδουισμό, το άγαλμα του Βούδα που βρισκόταν στο κεντρικό ιερό καταστράφηκε.
4 τρόποι για να θαυμάσει κανείς το Angkor από ψηλά
Ένας από τους πιο εντυπωσιακούς τρόπους για να αντιληφθείτε το πώς ήταν δομημένο το Angkor είναι να το δείτε από τον αέρα. Αν και δεν επιτρέπονται πτήσεις ακριβώς πάνω από τους ναούς, υπάρχουν επιλογές ώστε να θαυμάσετε πανοραμική θέα του αρχαιολογικού χώρου και του γύρω τοπίου. Για τις δραστηριότητες αυτές δεν απαιτείται εισιτήριο εισόδου στο Angkor.
Η πιο οικονομική επιλογή είναι το προσδεδεμένο αερόστατο ηλίου που βρίσκεται ανάμεσα στο αεροδρόμιο του Siem Reap και το Angkor, το οποίο υψώνεται, όταν οι καιρικές συνθήκες το επιτρέπουν, σε ύψος περίπου 120 μέτρων, προσφέροντας πανοραμική θέα στο Angkor Wat και στο γύρω τοπίο. Μια διαφορετική θέαση του αρχαιολογικού χώρου προσφέρουν τα ελικόπτερα που αναχωρούν από το αεροδρόμιο του Siem Reap. Υπάρχουν επίσης μεγαλύτερες διαδρομές που περιλαμβάνουν τη λίμνη Τονλέ Σαπ, τους λόφους Κούλεν και άλλα τοπία της βορειοδυτικής Καμπότζης. Τέλος, γίνονται πτήσεις με υπερελαφρά αεροσκάφη που πετούν σε χαμηλό ύψος, προσφέροντας θέα των ναών, των δασών και του εκτεταμένου συστήματος διαχείρισης υδάτων, που συνθέτουν το τοπίο.
Διαβάστε ακόμα:
Οι πλωτές πόλεις του κόσμου – Υπερμοντέρνες ή πανάρχαιες, εντυπωσιάζουν
Ταϊλάνδη: Ο ασιατικός παράδεισος με τα πολλά πρόσωπα
Το μοντέλο της Ταϊλάνδης για την προσέλκυση μακροχρόνιων επισκεπτών και κατοίκων

