Είναι μια Ελλάδα που τον Δεκαπενταύγουστο παίρνει τον δρόμο προς τα βουνά, τα σπίτια των παιδικών χρόνων και τις πλατείες των χωριών. Εκεί όπου τον περισσότερο χρόνο η ζωή είναι πιο ήρεμη, ο Αύγουστος φέρνει ξανά κόσμο και παρέες που ανταμώνουν έπειτα από μήνες. Για μερικές ημέρες, γύρω στις 15 Αυγούστου, τα χωριά αλλάζουν πρόσωπο και θυμίζουν ξανά τις εποχές που οι γειτονιές ήταν γεμάτες κόσμο.

14

Τον υπόλοιπο χρόνο, πολλά ορεινά χωριά βιώνουν μια καθημερινότητα πιο λιτή. Το καφενείο ανοίγει το πρωί για τους σταθερούς θαμώνες, ο ιερέας λειτουργεί πότε εδώ και πότε στο διπλανό χωριό, ενώ αρκετά σπίτια περιμένουν το καλοκαίρι για να ανοίξουν ξανά. Ο χειμώνας είναι μακρύς και απαιτητικός. Είτε μιλάμε για τη Βόρεια Πίνδο είτε για τα Άγραφα και τα ορεινά χωριά της Πελοποννήσου, η θερμοκρασία πέφτει συχνά κάτω από το μηδέν και η ζωή ακολουθεί μια εντελώς διαφορετική καθημερινότητα από εκείνη των πόλεων. Ίσως γι’ αυτό η επιστροφή του Αυγούστου αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία.

Λίγες ημέρες πριν από τη γιορτή

Η μεταμόρφωση αρχίζει να γίνεται αισθητή από τις πρώτες ημέρες του Αυγούστου και κορυφώνεται όσο πλησιάζει ο Δεκαπενταύγουστος. Στους δρόμους εμφανίζονται περισσότερα αυτοκίνητα, πολλά με πινακίδες Αττικής και Θεσσαλονίκης, άλλα με πινακίδες από το εξωτερικό. Είναι άνθρωποι που έφυγαν πριν από χρόνια, παιδιά και εγγόνια οικογενειών του χωριού, που επιστρέφουν έστω για λίγο.

Τα σπίτια ανοίγουν, οι αυλές καθαρίζονται, τραπέζια και καρέκλες βγαίνουν έξω. Εκεί που μέχρι πριν από λίγες ημέρες περνούσε ένα αυτοκίνητο κάθε τόσο, τώρα δύσκολα βρίσκεις θέση για να παρκάρεις. Ένα χωριό τριάντα μόνιμων κατοίκων μπορεί ξαφνικά να φιλοξενεί μερικές εκατοντάδες ανθρώπους. Οι γειτονιές μυρίζουν φρεσκομαγειρεμένο φαγητό και οι πρώτες συναντήσεις αρχίζουν σχεδόν από πόρτα σε πόρτα.

Ξαδέρφια που έχουν να ιδωθούν από πέρσι, παλιοί συμμαθητές που ζουν πια σε άλλες πόλεις ή χώρες, οικογένειες που γυρίζουν στα σπίτια των παιδικών τους χρόνων. Στην πλατεία, η πρώτη ερώτηση είναι σχεδόν πάντα η ίδια: «Πότε ήρθες;». Και λίγο αργότερα: «Μέχρι πότε θα κάτσεις;». Έτσι, για λίγες ημέρες, άνθρωποι που μέσα στη χρονιά μιλούν σπάνια βρίσκονται ξανά στο ίδιο τραπέζι. Ίσως πλέον να μην έχουν πολλά κοινά. Μοιράζονται, όμως, κάτι που αποδεικνύεται αρκετό: το ίδιο χωριό, τις ίδιες αναμνήσεις και έναν τόπο «σπίτι» της ζωής τους.

Το τραπέζι της γιορτής

Το πρωί της 15ης Αυγούστου ανήκει στην Παναγία. Η καμπάνα ακούγεται από νωρίς και η μικρή εκκλησία, που τις περισσότερες Κυριακές υποδέχεται ελάχιστους πιστούς, γεμίζει. Σε πολλά χωριά ακολουθεί λιτανεία της εικόνας και ύστερα η γιορτή μεταφέρεται στην πλατεία, εκεί όπου στήνονται και τα καζάνια. Από νωρίς ετοιμάζεται το φαγητό για τον κόσμο. Κρέας, ρύζι, χυλοπίτες ή ό,τι ορίζει η παράδοση κάθε τόπου. Άνθρωποι του χωριού αναλαμβάνουν το μαγείρεμα και το σερβίρισμα και τα τραπέζια γεμίζουν χωρίς τυπικότητες. Κάποιος φέρνει κρασί, κάποιος άλλος τσίπουρο και οι παρέες μεγαλώνουν όσο περνά η ώρα.

Το ίδιο συμβαίνει και στα σπίτια. Ένα «χρόνια πολλά» στην πόρτα δύσκολα τελειώνει εκεί. Θα βγει ένας καφές, ένα γλυκό, ένα λικέρ, κάτι που έχει ετοιμαστεί από την προηγουμένη για τους επισκέπτες.

Η πλατεία γεμίζει ξανά

Το βράδυ έρχεται η σειρά του πανηγυριού. Στα χωριά όπου η παράδοση κρατάει, η ορχήστρα στήνεται στην πλατεία και το κλαρίνο ακούγεται μέχρι μακριά. Οι μεγαλύτεροι γνωρίζουν τα βήματα, οι νεότεροι λιγότερο. Μπαίνουν όμως στον κύκλο, κοιτάζουν τον μπροστινό και ακολουθούν. Άλλοι μεγάλωσαν στο χωριό, άλλοι έρχονται μόνο τα καλοκαίρια, κάποιοι γεννήθηκαν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Εκείνο το βράδυ, η διαφορά δεν μετράει.

Το βράδυ έρχεται η σειρά του πανηγυριού. Στα χωριά όπου η παράδοση παραμένει ζωντανή, η ορχήστρα στήνεται στην πλατεία και το κλαρίνο ακούγεται ως τις γύρω γειτονιές. Οι μεγαλύτεροι γνωρίζουν τα βήματα, οι νεότεροι λιγότερο. Μπαίνουν όμως στον κύκλο, κοιτούν τον μπροστινό και ακολουθούν. Άλλοι μεγάλωσαν στο χωριό, άλλοι επιστρέφουν μόνο τα καλοκαίρια, κάποιοι γεννήθηκαν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Εκείνο το βράδυ, όλοι βρίσκονται στον ίδιο κύκλο και οι αποστάσεις μοιάζουν να μικραίνουν.

Το γλέντι μπορεί να κρατήσει μέχρι το πρωί. Σε ορισμένα χωριά της Πίνδου, μάλιστα, δεν τελειώνει με τη νύχτα του Δεκαπενταύγουστου. Τα ανταμώματα συνεχίζονται για δύο και τρεις ημέρες. Ύστερα αρχίζει σιγά σιγά η αναχώρηση. Άλλοι φεύγουν στις 16, άλλοι μένουν λίγο περισσότερο. Τα αυτοκίνητα φορτώνονται, οι αυλές τακτοποιούνται και οι δρόμοι σιγά σιγά αδειάζουν. Όσοι μένουν πίσω επιστρέφουν στη γνώριμη καθημερινότητά τους, μέχρι την επόμενη φορά. Γι’ αυτό και η ευχή που ακούγεται περισσότερο την ώρα της αναχώρησης δεν είναι «καλό ταξίδι». Είναι «καλή αντάμωση».

Διαβάστε ακόμα:

Δεκαπενταύγουστος στo Ρέθυμνο: Μια περιήγηση στις εκκλησίες και τα μοναστήρια του νομού

Δεκαπενταύγουστος στην Πάτμο: 3 πεζοπορικές διαδρομές για να γνωρίσετε το νησί

Δεκαπενταύγουστος με βουτιές, φύση και απομόνωση -Ήσυχες διακοπές σε 4 νησιά της Ελλάδας