Η Πομπηία ήταν μια ακμάζουσα ρωμαϊκή πόλη της εποχής. Ήταν το θέρετρο των πλούσιων οικογενειών. Για αυτό εκεί βρίσκονταν πολλά πανέμορφα και πολυτελή σπίτια, των οποίων οι κάτοικοι περνούσαν τον περισσότερο χρόνο τους στα αριστοκρατικά ιαματικά λουτρά και τις πισίνες. Τα σπίτια κοσμούσαν υπέροχα ψηφιδωτά δάπεδα και εντυπωσιακές τοιχογραφίες αλλά και νωπογραφίες, καθηλωτικά έργα τέχνης.

14

Στην Πομπηία ακόμα, υπήρχαν χώροι πολιτισμού για τους πλούσιους κατοίκους της, κάποιοι από τους οποίους έχουν διατηρηθεί και είναι μέχρι και σήμερα επισκέψιμοι. Η πόλη είχε μια πολύ πλουσιοπάροχη και γεμάτη ζωή καθημερινότητα, άνθρωποι κυκλοφορούσαν ανελλιπώς· είχε πλούσια αγορά και μια ακόμα πιο ανθηρή αγροτική ζωή. Συνδεόταν επίσης με ένα σημαντικό ποτάμιο λιμάνι της εποχής, αυτό συνέβαλε καθοριστικά στην καθημερινότητα των κατοίκων της, οι οποίοι υπολογίζεται ότι άγγιζαν τις 15 με 20 χιλιάδες.

Στην πόλη δεν ζούσαν όμως αποκλειστικά οι προύχοντες. Ανάμεσά τους υπήρχαν και άνθρωποι που απασχολούνταν στις καθημερινές εργασίες. Αγρότες, φουρνάρηδες, ψαράδες. Υπήρχαν μάλιστα και δημόσια μαγειρεία, από όπου πολλοί αγόραζαν φαγητό. Το νερό για τις ανάγκες τις πόλεις, διοχετευόταν μέσω ενός εξελιγμένου υδραγωγείου σε δημόσιες κρήνες και βρύσες στις άκρες των δρόμων της. Οι μέρες των ανθρώπων περνούσαν ήρεμα και με ομορφιά να τους περικλείει, αλλά και με αρκετές Διονυσιακές τελετές να συμβαίνουν συχνά. Η Έπαυλη των Μυστηρίων είναι μια εξαιρετικά διατηρημένη αρχαία κατοικία, στην οποία υπήρχε δωμάτιο που χρησιμοποιούνταν για τη λατρεία του θεού του κρασιού και της μέθης. Παρά την αυστηρή ρύθμιση των διονυσιακών γιορτών από τη ρωμαϊκή Γερουσία το 186 π.Χ. λόγω της υπερβολικής τους φύσης, οι τελετές αυτές συνέχισαν να διεξάγονται μυστικά.

Μια μέρα του 79 μ.Χ, άρχισε η γη της Πομπηίας να σείεται· και για τις επόμενες ώρες οι κάτοικοι της προσπαθούσαν να βρουν τρόπους διαφυγής. Λίγες μέρες αργότερα -κάποια ημερομηνία που έχει απασχολήσει πολύ τους ερευνητές- ένα μαύρο σύννεφο στάχτης άρχισε να απλώνεται πάνω από την πόλη. Ο ήλιος κρύφτηκε, ο ουρανός βάφτηκε μαύρος και η Πομπηία όπως την γνώριζαν μέχρι εκείνη την στιγμή, θα έπαυε να υπάρχει.

Μαζί με το σύννεφο σκόνης ήρθε η καταστροφική καταιγίδα με ηφαιστειακούς λίθους και τεφροκλινικά υλικά μεγέθους μέχρι και 8 εκατοστά. Αυτή η καταστροφή προκλήθηκε από το ξύπνημα του Βεζούβιου, του γνωστού πλέον ηφαιστείου της περιοχής, που το ξύπνημά του αυτό στοίχησε την ζωή σε παραπάνω από 2 χιλιάδες ανθρώπους και η εκρηκτική του δραστηριότητα κράτησε περίπου δύο ημέρες.

Μέχρι πολύ πρόσφατα, η καταστροφή αυτή χρονολογούνταν την 24η Αυγούστου του 79 μ.Χ. Κάτι που μια επιγραφή μετακίνησε δύο μήνες αργότερα. Ό,τι γνωρίζουμε για την καταστροφή της Πομπηίας μας έχει γίνει γνωστό από τον Πλίνιο τον Νεότερο, ο οποίος όταν ξεκίνησε να αντιλαμβάνεται τον επερχόμενο όλεθρο κατάφερε να παραμείνει ασφαλής στη ναυτική βάση του Μισηνού και να καταγράψει τα γεγονότα από την ξηρά. Ο Πλίνιος έστειλε, περίπου 25 χρόνια αργότερα, στον φίλο του και Ρωμαίο ιστορικό Τάκιτο, 2 επιστολές με όσες λεπτομέρειες θυμόταν, προκειμένου να τον βοηθήσει να καταγράψει με ακρίβεια τα γεγονότα. Στις επιστολές αυτές τοποθετεί την ημέρα της καταστροφής ως την 24η Αυγούστου και για πολλά χρόνια οι ιστορικοί δεν είχαν κάποια τρανταχτή απόδειξη ώστε να το αμφισβητήσουν. Όπως φαίνεται όμως μετά από τόσα χρόνια ο Πλίνιος θυμόταν λάθος και μια επιγραφή με άνθρακα που φέρει πάνω της την ημερομηνία της 17ης Οκτωβρίου, μετακινεί τους ιστορικούς με αποτέλεσμα η πιθανή ημερομηνία να μεταφερθεί την 24η Οκτωβρίου. Μερικά ακόμα στοιχεία ήρθαν στην επιφάνεια που έκαναν τους ιστορικούς να στρέψουν το βλέμμα προς τη νέα ημερομηνία· όπως κάποια φθινοπωρινά φρούτα και μερικά χειμερινά ρούχα που βρέθηκαν απολιθωμένα στο σημείο. Οι τελευταίες μελέτες των ειδικών όμως υποστηρίζουν ότι ο Πλίνιος μπορεί να είχε δίκιο εξαρχής τοποθετώντας το τέλος της Πομπηίας στο τέλος του καλοκαιριού.

Η αποκάλυψη της Πομπηίας ξεκίνησε τυχαία το 1592, όταν ο αρχιτέκτονας Ντομένικο Φοντάνα ανακάλυψε αρχαίους τοίχους και επιγραφές κατά τη διάρκεια εργασιών για ένα υπόγειο υδραγωγείο. Ωστόσο, τα ευρήματα θάφτηκαν ξανά και η σημασία τους αγνοήθηκε για πάνω από έναν αιώνα. Οι συστηματικές ανασκαφές άρχισαν επίσημα το 1748 υπό την αιγίδα του βασιλιά της Νάπολης, Καρόλου Γ΄, ο οποίος αναζητούσε αρχαίους θησαυρούς για τη συλλογή του. Η οριστική ταυτοποίηση της χαμένης πόλης έγινε το 1763, όταν βρέθηκε μια επιγραφή που ανέφερε ρητά την Πομπηία. Η ανασκαφή απέκτησε αυστηρά επιστημονικό χαρακτήρα το 1863 με τον αρχαιολόγο Τζουζέπε Φιορέλι, ο οποίος χώρισε την πόλη σε τομείς και τελειοποίησε την πρωτοποριακή τεχνική με τα εκμαγεία γύψου. Γεμίζοντας τα κενά που άφησαν τα σώματα των θυμάτων στη στάχτη, ο Φιορέλι «πάγωσε» στο χρόνο τις τελευταίες στιγμές των κατοίκων, μετατρέποντας την Πομπηία σε ένα μοναδικό, παγκόσμιο μνημείο ζωντανής ιστορίας.

Οι παλαιότεροι ερευνητές όπως ο Φιορέλι έριχναν γύψο στις κοιλότητες. Ο γύψος έπαιρνε το ακριβές σχήμα του σώματος και έτσι εμείς έχουμε σήμερα ζωντανή την ιστορία της πόλης. Πλέον όμως, οι σύγχρονοι ερευνητές πειραματίζονται ρίχνοντας διάφανη ρητίνη στις κοιλότητες· και έτσι το αποτέλεσμα φανερώνει και τα εναπομείναντα οστά των τελευταίων κατοίκων της Πομπηίας. Οι ανασκαφές συνεχίζονται ακόμα και σήμερα από τον 18ο αιώνα και η πόλη έχει ακόμα πολλά μυστικά να μας φανερώσει. Οι αρχαιολόγοι σε κάθε κύκλο ανασκαφής ανακαλύπτουν νέα ευρήματα, νέους χώρους και φυσικά νέα δεδομένα που μπορεί να αλλάξουν τον ρου της ιστορίας· όπως ο διχασμός με την ημερομηνία που συνέβη η μεγάλη έκρηξη του Βεζούβιου.

Το Ηφαίστειο παραμένει ενεργό ακόμα και σήμερα με την τελευταία έκρηξή του να συμβαίνει το 1944. Ξεκίνησε στις 18 Μαρτίου 1944, την περίοδο που η Νάπολη βρισκόταν υπό συμμαχική απελευθέρωση στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, και σταμάτησε στις 29 Μαρτίου 1944. Η έκρηξη αυτή ήταν η αιτία που βρήκαν τον θάνατο 26 άνθρωποι· κυρίως από αναπνευστικά προβλήματα λόγω της τέφρας. Εκτός από τους νεκρούς, στάθηκε επίσης η αιτία να εκτοπιστούν από τις κατοικίες τους περίπου 12.000 κάτοικοι.

Η πόλη της Πομπηίας μας έχει χαρίσει ένα εξαιρετικά περίεργο δίπολο. Η αρχαία καταστροφή της, της χάρισε ταυτόχρονα και την αθανασία. Λόγω του τεράστιου ολέθρου που υπέστη τότε, υπάρχει πλέον στην θέση της ένα ζωντανό μουσείο που πραγματικά σε μετακινεί με την όψη του. Ο χρόνος κόλλησε μέσα σε μια στιγμή, μια θολή ακαθόριστη γραμμή, και εμείς τώρα απλοί, ανήμποροι θεατές, περιπλανιόμαστε ανάμεσα στις τελευταίες στιγμές ανθρώπων που άλλοτε περπατούσαν, ανέπνεαν και έκαναν όνειρα όπως εμείς. Η καθημερινότητα έγινε μνημείο και η τραγωδία μεταμορφώθηκε σε μια αιώνια, παγωμένη αλήθεια. Η τέφρα που σκέπασε τους δρόμους και τις αυλές δεν υπήρξε μόνο σάβανο, αλλά και ένας παράδοξος, αιώνιος καμβάς. Κάθε αποτυπωμένη χειρονομία, κάθε μισοτελειωμένο γεύμα, κάθε σιωπηλός εναγκαλισμός αποτυπώθηκε στον χρόνο σαν μια κραυγή που αρνείται να σβήσει. Στεκόμαστε εκεί, ανάμεσα στα συντρίμμια, συνειδητοποιώντας πως η διαφορά μας από εκείνους τους ανθρώπους, δεν είναι παρά μια στιγμή εύθραυστης τύχης, μια αθέατη ανάσα πριν από τη σιωπή.

Διαβάστε ακόμα:

Ταξίδι στη Λίμνη Γκάρντα -Γραφικά χωριά, μεσαιωνικά κάστρα και μαγευτικά τοπία

Πρώτη φορά στην Τοσκάνη

Νάπολη, η πόλη των 7 κάστρων