Γνωρίστε τη μικρή χώρα των Ιμαλαΐων όχι μόνο για τη φυσική ομορφιά και τον πολιτισμό της, αλλά και επειδή μεριμνά για την ευημερία των πολιτών της με βάση τη φιλοσοφία της «Ακαθάριστης Εθνικής Ευτυχίας».
Σκαρφαλωμένο στο ανατολικό άκρο των Ιμαλαΐων, ανάμεσα στην Κίνα και την Ινδία, το μικρό βασίλειο του Μπουτάν ήταν ανέκαθεν τυλιγμένο σε ένα πέπλο μυστηρίου. Από τις υποτροπικές κοιλάδες του νότου μέχρι τα αλπικά τοπία και τις χιονισμένες κορυφές του βορρά, το χαρακτηρίζει μια εντυπωσιακή ποικιλία τοπίων και οικοσυστημάτων. Περισσότερο από το 70% της επικράτειάς του καλύπτεται από δάση και τα προστατευόμενα οικοσυστήματα φιλοξενούν πλούσια άγρια ζωή. Οι πεζοπορικές διαδρομές, μεταξύ των οποίων το περίφημο Trans Bhutan Trail μήκους 403 χιλιομέτρων, διασχίζουν δασωμένες πλαγιές, ορεινά περάσματα, κοιλάδες, απομονωμένα χωριά, αρχαίους ναούς και μοναστήρια. Στις κοιλάδες συναντά κανείς καλλιέργειες και μικρούς οικισμούς, ενώ στις πόλεις δεσπόζουν τα ντζονγκ, τα εντυπωσιακά οχυρωμένα μοναστηριακά συγκροτήματα που συνδυάζουν θρησκευτικές και διοικητικές λειτουργίες. Ναοί, μοναστήρια, τσόρτεν (βουδιστικές στούπες) και γέφυρες με πολύχρωμες σημαίες προσευχής αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του τοπίου και αποκαλύπτουν τη βαθιά σχέση της χώρας με τον βουδισμό.
Η διατήρηση του Μπουτάν ως ανεξάρτητου κράτους έως σήμερα αποτελεί αξιοσημείωτο επίτευγμα. Με το γειτονικό βασίλειο του Σικίμ να έχει ενσωματωθεί στην Ινδία, και το Θιβέτ να έχει περάσει υπό κινεζικό έλεγχο στη δεκαετία του 1950, αποτελεί το μοναδικό εναπομείναν βουδιστικό κράτος της περιοχής. Είναι ένας τόπος διαφορετικός από τους περισσότερους προορισμούς του κόσμου και θα το καταλάβετε εάν τον επισκεφθείτε. Δεν είναι προορισμός για βιαστικές περιηγήσεις, αλλά ανταμείβει πλουσιοπάροχα όσους φτάνουν ως εκεί με γνήσια διάθεση εξερεύνησης και σεβασμό προς όλα όσα εκπροσωπεί.
Μια χώρα που επιδιώκει την «Ακαθάριστη Εθνική Ευτυχία»
Το Μπουτάν άνοιξε τις πύλες του στους ξένους επισκέπτες μόλις το 1974 και εξακολουθεί να διατηρεί τον ιδιαίτερο χαρακτήρα και τις παραδόσεις του. Όσοι από εμάς στη Δύση διαμαρτυρόμαστε για τις συνέπειες του υπερτουρισμού και της μόλυνσης του περιβάλλοντος έχουμε πολλά παραδείγματα να πάρουμε από αυτό. Σε αντίθεση με τις περισσότερες χώρες, που αξιολογούν την οικονομική τους πρόοδο κυρίως με βάση το ΑΕΠ, το Μπουτάν έχει θέσει στο επίκεντρο της αναπτυξιακής του πολιτικής την Ακαθάριστη Εθνική Ευτυχία (Gross National Happiness). Πρόκειται για ένα ευρύτερο πλαίσιο που επιδιώκει να συνδυάσει την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη με την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, την περιβαλλοντική βιωσιμότητα και τη χρηστή διακυβέρνηση. Στόχος είναι η ευημερία των σημερινών, αλλά και των μελλοντικών γενεών.
Η φιλοσοφία αυτή αποτυπώνεται σε διάφορους τομείς. Η προστασία των δασών και των φυσικών οικοσυστημάτων αποτελεί συνταγματική υποχρέωση και συγκαταλέγεται στις ελάχιστες χώρες παγκοσμίως με αρνητικό ισοζύγιο άνθρακα. Το Σύνταγμά του Μπουτάν προβλέπει ότι τουλάχιστον το 60% της επικράτειας πρέπει να παραμένει καλυμμένο από δάση -ποσοστό που σήμερα ξεπερνά το 70%.
Ιδιαίτερη προσοχή έχει δοθεί και στην τουριστική πολιτική, με βασική αρχή τον «Τουρισμό Υψηλής Αξίας και Περιορισμένης Κλίμακας» («High Value, Low Volume» -κάτι που η Ελλάδα έπρεπε να έχει υιοθετήσει εδώ και πολλά χρόνια). Οι επισκέπτες μπορούν να οργανώσουν το ταξίδι τους, ανεξάρτητα ή μέσω αδειοδοτημένων τουριστικών φορέων, καταβάλλοντας τέλος Βιώσιμης Ανάπτυξης ύψους 100 δολαρίων ανά ενήλικα και ανά διανυκτέρευση. Το τέλος συμβάλλει στη χρηματοδότηση της προστασίας του περιβάλλοντος και της πολιτιστικής κληρονομιάς, της ανάπτυξης προγραμμάτων υγείας και εκπαίδευσης, των υποδομών και της στήριξης των τοπικών κοινοτήτων.
Μετά από όλα αυτά, είναι να μην ζηλεύουμε το μικρό Μπουτάν που έχει προνοήσει ώστε να αποφύγει τα προβλήματα που ταλανίζουν σήμερα τους μεγαλύτερους τουριστικούς προορισμούς του πλανήτη -και όχι να σπεύδει εκ των υστέρων να προσπαθεί να τα διορθώσει;
Ανέβασμα στη «Φωλιά της Τίγρης»
Το Τάκτσανγκ Λακχάνγκ, γνωστό ως «Φωλιά της Τίγρης», είναι το πιο εμβληματικό αξιοθέατο του Μπουτάν και ένα από τα σημαντικότερα προσκυνήματά του. Το μοναστήρι μοιάζει να κρέμεται από έναν απόκρημνο βράχο, περίπου 900 μέτρα πάνω από την κοιλάδα του Πάρο, σε υψόμετρο περίπου 3.120 μέτρων και η ιστορία του είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον Γκουρού Πάντμασαμπχαβα ή Ρίνποτσε, ο οποίος έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διάδοση του βουδισμού στη χώρα. Σύμφωνα με την παράδοση, έφτασε στον βράχο πάνω στη ράχη μιας τίγρης και διαλογίστηκε στη σπηλιά που είναι ο ιερός πυρήνας του συγκροτήματος.
Η σημερινή μονή άρχισε να κατασκευάζεται το 1692 και ολοκληρώθηκε το 1694 και από τότε το Τάκτσανγκ διατηρεί τη θρησκευτική του λειτουργία και τη σύνδεσή του με τον Γκουρού Ρίνποτσε. Σους επόμενους αιώνες το συγκρότημα υπέστη φθορές και μετατροπές, χωρίς όμως να χαθεί ο ιερός χαρακτήρας του. Το 1998 μια μεγάλη πυρκαγιά προκάλεσε εκτεταμένες ζημιές στα κτίρια και στους πολύτιμους θρησκευτικούς θησαυρούς του και ακολούθησε μια πολυετής αποκατάσταση ώστε να ξαναπάρει την αρχική του μορφή.
Η ανάβαση από το σημείο όπου ξεκινά το μονοπάτι προς τη «Φωλιά της Τίγρης» διαρκεί περίπου τέσσερις ώρες και περνά μέσα από ένα δασωμένο ορεινό τοπίο -μια διαδρομή που αποτελεί σημαντικό μέρος της εμπειρίας. Το τελευταίο τμήμα της οδηγεί σε μια σειρά από σκαλοπάτια και καταλήγει στη μονή από όπου η θέα προς τις απόκρημνες πλαγιές και την κοιλάδα του Πάρο κόβει την ανάσα. Οι πιο έμπειροι πεζοπόροι μπορούν να συνεχίσουν ακόμη ψηλότερα για να ανακαλύψουν και άλλους μικρότερους ναούς και ιερά.
Περιηγηθείτε στη Θίμπου
Η πρωτεύουσα του Μπουτάν από το 1961 είναι μια μικρή, ζωντανή πόλη κτισμένη σε μια ορεινή κοιλάδα, σε υψόμετρο περίπου 2.300 μέτρων και περιβάλλεται από δασωμένους λόφους και βουνά. Το τοπίο χαρακτηρίζεται κυρίως από πευκοδάση, δάση ροδόδεντρων και δρυών, βαθιές χαράδρες και ψηλές κορυφογραμμές. Αυτό που την κάνει ξεχωριστή στη χώρα είναι πως συνδυάζει την παράδοση με έναν ολοένα και πιο σύγχρονο τρόπο ζωής, καθώς ανάμεσα στα παραδοσιακά κτίρια, τα μοναστήρια και τα ντζονγκ έχουν κάνει την εμφάνισή τους καφέ, εστιατόρια, καταστήματα και χώροι ψυχαγωγίας.
Η περιήγηση στην Θίμπου μπορεί να ξεκινήσει από το Μουσείο Ταχυδρομείων όπου η ιστορία της χώρας ξεδιπλώνεται μέσα από φωτογραφίες, παλιά αντικείμενα, γραμματόσημα και τις ιστορίες των περίφημων αγγελιαφόρων που μετέφεραν μηνύματα ανάμεσα στα ντζονγκ και τις απομονωμένες κοιλάδες διασχίζοντας τα βουνά. Συνεχίστε τη βόλτα σας στο Εθνικό Μνημειακό Τσόρτεν, ένα από τα σημαντικότερα θρησκευτικά σημεία της Θίμπου, που κτίστηκε το 1974 στη μνήμη του τρίτου βασιλιά του χώρας. Στο εσωτερικό, αντί για τα λείψανά του, φυλάσσονται ιερά βουδιστικά κειμήλια και οι κάτοικοι το επισκέπτονται καθημερινά για να προσευχηθούν.
Ένα ακόμη εντυπωσιακό μνημείο είναι το άγαλμα του Βούδα Ντορντένμα, που δεσπόζει στο Φυσικό Πάρκο Kuenselphodrang επάνω από την κοιλάδα της Θίμπου. Το επίχρυσο χάλκινο άγαλμα ύψους 54 μ. απεικονίζει τον Σακιαμούνι Βούδα και στο εσωτερικό του φιλοξενεί 125.000 μικρότερα χάλκινα, επιχρυσωμένα αγάλματα. Το μνημείο ολοκληρώθηκε το 2015 και βρίσκεται πάνω από μια μεγάλη αίθουσα διαλογισμού, σε έναν χώρο με μονοπάτια και τροχούς προσευχής από όπου η θέα προς την κοιλάδα και την Θίμπου είναι πανοραμική.
Για να γνωρίσετε την καθημερινή ζωή στην πόλη αρκεί να περπατήσετε στους δρόμους της και τότε θα αντιληφθείτε τις αντιθέσεις που τη χαρακτηρίζουν: νέοι άνθρωποι με μοντέρνα ρούχα δίπλα σε κατοίκους με παραδοσιακές φορεσιές, καφέ και καταστήματα δίπλα σε ναούς και ιστορικά παλιά κτίρια, αλλά και η έντονη παρουσία της βουδιστικής παράδοσης στην καθημερινότητα, συνθέτουν ενδιαφέρουσες εικόνες. Σ’ αυτές προσθέστε τις τοπικές αγορές και τα καταστήματα που πουλάνε υφαντά, χειροτεχνήματα και προϊόντα που παράγονται στο Μπουτάν, όπως τσάι, μέλι, ρύζι, ζαχαρωτά, αντικείμενα από μπαμπού και καλάμι, ξύλινα σκεύη, κοσμήματα, μάσκες και υφάσματα με θρησκευτικές ζωγραφιές thangka. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν τα χειροποίητα πανιά από τα οποία κατασκευάζονται τα παραδοσιακά ενδύματα kira και gho.
Από τους γύρω λόφους η εικόνα της κοιλάδας όπου είναι κτισμένη η πόλη είναι υπέροχη. Ακολουθώντας ένα όμορφο και σχετικά εύκολο μονοπάτι που ξεκινά από τον πύργο τηλεπικοινωνιών θα περάσετε μέσα από ένα δάσος με πεύκα και βελανιδιές και μετά από περίπου 4 χλμ. θα φτάσετε στο μοναστήρι Γουανγκντίτσε Γκοέμπα, ένα γαλήνιο σημείο για ξεκούραση και διαλογισμό. Στο βόρειο άκρο της πόλης, στην όχθη του ποταμού Γουάνγκ Τσου, δεσπόζει το Τράσι Τσο Ντζονγκ, ένα από τα σημαντικότερα ιστορικά κτίρια του Μπουτάν. Η ιστορία του αρχίζει τον 13ο αιώνα και το 1641 ο Ζαμπντρούνγκ Νγκαουάνγκ Νάμγκιαλ το ανέδειξε σε σημαντικό θρησκευτικό και διοικητικό κέντρο και του έδωσε το σημερινό του όνομα, που σημαίνει «Φρούριο της Ένδοξης Θρησκείας». Αποτελεί σημαντικό διοικητικό και θρησκευτικό κέντρο της χώρας φιλοξενώντας την αίθουσα του θρόνου, τα γραφεία του βασιλιά και την έδρα σημαντικών κυβερνητικών υπηρεσιών. Το ντζονγκ εντυπωσιάζει με τους κατάλευκους τοίχους, τους τέσσερις τριώροφους πύργους στις γωνίες και τις χαρακτηριστικές τριπλές χρυσές στέγες. Στο εσωτερικό ανοίγεται μια μεγάλη αυλή, γύρω από την οποία αναπτύσσονται οι μοναστικοί και διοικητικοί χώροι, με τον κεντρικό πύργο, τον utse, να δεσπόζει στο συγκρότημα.
Η γαστρονομία της Θίμπου είναι ενδιαφέρουσα, καθώς παράλληλα με τα στέκια παραδοσιακής κουζίνας έχει αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια μια μεγάλη ποικιλία εστιατορίων και καφέ. Βασικά στοιχεία της τοπικής διατροφής είναι το ρύζι, τα λαχανικά, το τσίλι, το τυρί και το κρέας. Δοκιμάστε το ema datsi, το χαρακτηριστικό πιάτο με τσίλι και τυρί, το kewa datsi με πατάτες και τυρί, το jasha maru με κοτόπουλο, το phaksha paa με χοιρινό και τα momos, τα δημοφιλή γεμιστά ζυμαρικά. Στα εστιατόρια της πρωτεύουσας θα βρείτε επίσης ινδική, θιβετιανή, νεπαλέζικη, ταϊλανδέζικη, ιαπωνική και κορεατική κουζίνα, καθώς και σύγχρονες εκδοχές της τοπικής γαστρονομίας.
Ανακαλύψτε την ιστορική πόλη Πάρο
Η ιστορική πόλη απλώνεται στην κοιλάδα του ποταμού Πάρο Τσου, με παραδοσιακά κτίρια, καταστήματα, μοναστήρια και σημαντικά μνημεία -φιλοξενεί, δε, το μοναδικό αεροδρόμιο της χώρας. Ανάμεσα στα αξιοθέατά της ξεχωρίζουν το Εθνικό Μουσείο, το επιβλητικό Ρίντσενγκ Πουνγκ Ντζονγκ και, ψηλότερα στις πλαγιές, το περίφημο Τάκτσανγκ, τη «Φωλιά της Τίγρης». Το Ρίντσενγκ Πουνγκ Ντζονγκ, γνωστό και ως Πάρο Ντζονγκ, ή «το φρούριο επάνω σε σωρό κοσμημάτων» είναι ένα από τα χαρακτηριστικότερα του Μπουτάν. Ο Ζαμπντρούνγκ Νγκαουάνγκ Νάμγκιαλ άρχισε την κατασκευή του το 1644, στη θέση παλαιότερου φρουρίου και το συγκρότημα εξελίχθηκε σε σημαντικό διοικητικό και μοναστικό κέντρο του δυτικού Μπουτάν. Επάνω από το Πάρο Ντζονγκ δεσπόζει το Τα Ντζονγκ, ένας κυκλικός πύργος που κτίστηκε το 1649 ως παρατηρητήριο και αμυντικό φυλάκιο του φρουρίου. Σήμερα στεγάζει το Εθνικό Μουσείο του Μπουτάν, με συλλογές που παρουσιάζουν την ιστορία, την τέχνη, τον πολιτισμό και τη θρησκευτική παράδοση της χώρας. Ανάμεσα στα εκθέματα περιλαμβάνονται θάνγκα -υφάσματα ζωγραφισμένα με παραδοσιακές βουδιστικές παραστάσεις -, μπρούντζινα αγάλματα, όπλα, γραμματόσημα και αντικείμενα της καθημερινής ζωής.
Επίσκεψη στην Πουνάκα
Η πόλη απλώνεται σε μια εύφορη κοιλάδα με καλλιέργειες ρυζιού και τσίλι, δασωμένες πλαγιές και μικρούς οικισμούς. Στην καρδιά της βρίσκεται η συμβολή των ποταμών Μο Τσου και Φο Τσου, επάνω στην οποία δεσπόζει το Πουνάκα Ντζονγκ, ένα από τα σημαντικότερα ιστορικά και θρησκευτικά μνημεία της χώρας. Από το ντζονγκ, η ιστορική γέφυρα Μπαζάμ οδηγεί στην απέναντι όχθη και οι δύο ποταμοί προσφέρονται για οργανωμένες δραστηριότητες όπως το ράφτινγκ. Σε μικρή απόσταση βρίσκεται το Τσίμι Λακχάνγκ, ο περίφημος «Ναός της Γονιμότητας», που συνδέεται με τον λόγιο και ασκητή Ντρούκπα Κούνλεϊ και προσελκύει προσκυνητές που αναζητούν την ευλογία για τεκνοποίηση.
Το αρχαίο φρούριο Πουνάκα Ντζονγκ
Γνωστό ως Pungthang Dechen Phodrang αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής των ντζονγκ. Κατασκευάστηκε το 1638 και στη συνέχεια έγινε το σημαντικότερο διοικητικό και θρησκευτικό κέντρο της χώρας και έδρα της κυβέρνησης μέχρι το 1955, όταν η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε στη Θίμπου. Η Πουνάκα διατήρησε, ωστόσο, τον θρησκευτικό της ρόλο και το ντζονγκ εξακολουθεί να φιλοξενεί τους χειμερινούς μήνες το Κεντρικό Μοναστικό Σώμα. Εδώ πραγματοποιήθηκε το 1907 η στέψη του Ουγκιέν Γουάνγκτσακ ως πρώτου βασιλιά του Μπουτάν, εγκαινιάζοντας τη σύγχρονη μοναρχία στη χώρα.
Το ντζονγκ έχει μήκος περίπου 183 μέτρα και πλάτος 73 μέτρα. Ο κεντρικός πύργος, ο utse, δεσπόζει πάνω από τις τρεις αυλές του συγκροτήματος. Οι λευκοί εξωτερικοί τοίχοι, οι ξύλινες κατασκευές και οι περίτεχνα διακοσμημένες προσόψεις δημιουργούν ένα εντυπωσιακό σύνολο, που γίνεται ακόμη πιο επιβλητικό καθώς το ντζονγκ υψώνεται πάνω από τη συμβολή των δύο ποταμών. Στο εσωτερικό οι ναοί και οι αίθουσες κοσμούνται με ξυλόγλυπτες λεπτομέρειες και τοιχογραφίες με σκηνές από τη βουδιστική παράδοση. Ιδιαίτερη θέση κατέχει το Ματσέι Λακχάνγκ, όπου θεωρείται ότι φυλάσσονται τα λείψανα του Ζαμπντρούνγκ Νγκαουάνγκ Νάμγκιαλ που θεωρείται ο ιδρυτής του ενιαίου μπουτανικού κράτους, με πρωτοβουλία του οποίου κτίστηκε το ντζονγκ της Πουνάκα.
Ακολουθήστε τα αρχαία μονοπάτια μέσω του Trans Bhutan Trail
Το Trans Bhutan Trail είναι από μόνο του ένας βασικός λόγος για να ταξιδέψετε στη χώρα. Διασχίζει το Μπουτάν από τη Χαά, στα δυτικά, έως το Τρασιγκάνγκ, στα ανατολικά, σε μια διαδρομή περίπου 403 χιλιομέτρων πάνω στους αρχαίους δρόμους. Τα μονοπάτια χρησιμοποιούνταν τουλάχιστον από τον 16ο αιώνα από προσκυνητές, εμπόρους, στρατιώτες και αγγελιαφόρους που μετέφεραν μηνύματα ανάμεσα στα ντζονγκ και τις απομονωμένες κοιλάδες. Εγκαταλείφθηκαν σταδιακά μετά την κατασκευή του οδικού δικτύου στη δεκαετία του 1960. H πεζοπορική διαδρομή αποκαταστάθηκε από το 2018 και εγκαινιάστηκε το 2022, προσφέροντας σήμερα τη δυνατότητα να τη διασχίσετε ολόκληρη, σε περίπου 28 ημέρες, ή να επιλέξετε μικρότερα τμήματα -ακόμη και ημερήσιες ή μισής ημέρας πεζοπορίες. Περνά από δάση, χωριά, καλλιέργειες, ορεινά σημεία και κοιλάδες, και θα σας φέρει σε επαφή με την καθημερινή ζωή των κατοίκων.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το τμήμα του Trans Bhutan Trail από τη Χαά προς το Πάρο, μέσω του περάσματος Κάλεϊλα. Το μονοπάτι ακολουθεί την κοιλάδα της Χαά, περνά από βοσκοτόπια και δάση πεύκων και ροδόδεντρων και ανεβαίνει μέχρι το πέρασμα από όπου, όταν ο καιρός είναι καθαρός, θα απολαύσετε μεγαλειώδη θέα προς τις ψηλές κορυφές των Ιμαλαΐων. Στη συνέχεια κατηφορίζει μέσα από δάσος μπαμπού και ροδόδεντρων προς την κοιλάδα του Πάρο. Η συγκεκριμένη πεζοπορία είναι περίπου 14,3 χλμ. και διαρκεί 6–7 ώρες.
Η διάσχιση του εμβληματικού περάσματος Ντοχούλα
Αφήνοντας τη Θίμπου με κατεύθυνση προς την Πουνάκα ένας δρόμος με αλλεπάλληλες στροφές ανηφορίζει μέσα από δασωμένες πλαγιές και φτάνει στο περίφημο πέρασμα Ντοχούλα (Dochula Pass), στα 24 χλμ. από την πρωτεύουσα. Σε υψόμετρο περίπου 3.100 μέτρων, το πέρασμα αποτελεί το υψηλότερο σημείο της διαδρομής πριν ο δρόμος αρχίσει να κατηφορίζει προς την κοιλάδα της Πουνάκα. Τις καθαρές ημέρες, ιδιαίτερα τον χειμώνα, από εδώ απολαμβάνει κανείς εντυπωσιακή θέα προς τις χιονισμένες κορυφές των ανατολικών Ιμαλαΐων. Στο κέντρο του περάσματος βρίσκονται οι 108 Druk Wangyal Chortens, οι μνημειακές στούπες οι οποίες κατασκευάστηκαν για να τιμήσουν τη μνήμη των Μπουτανέζων στρατιωτών που έχασαν τη ζωή τους στην επιχείρηση του 2003 εναντίον ένοπλων ανταρτών που είχαν εγκατασταθεί στο νότιο Μπουτάν. Στο Ντοχούλα μπορείτε να φτάσετε και πεζοπορώντας στο Trans Bhutan Trail από τη Χονγκτσό (20 χλμ. από τη Θίμπου) περνώντας από οπωρώνες, καλλιέργειες, πυκνά δάση και λιβάδια.
Τα Ιμαλάια στο Μπουτάν και το Royal Highland Festival
Στο βόρειο Μπουτάν υψώνεται το ανατολικό τμήμα των Ιμαλαΐων, μια από τις πιο εντυπωσιακές ορεινές περιοχές της χώρας με χιονισμένες κορυφές, βαθιές κοιλάδες, παγετώνες και αλπικά λιβάδια. Εδώ βρίσκονται μερικά από τα ψηλότερα βουνά του Μπουτάν ανάμεσα στα οποία είναι το Γκανγκκάρ Πουένσουμ, με υψόμετρο 7.570 μέτρων. Οι βόρειες ορεινές περιοχές παραμένουν αραιοκατοικημένες και φιλοξενούν μοναδικά οικοσυστήματα και σπάνια είδη ζώων. Τα Ιμαλάια αποτελούν επίσης σημαντικό μέρος της πολιτιστικής ζωής του Μπουτάν καθώς οι απομονωμένες ορεινές κοινότητες έχουν διατηρήσει ιδιαίτερες παραδόσεις και έναν τρόπο ζωής στενά συνδεδεμένο με τα βουνά.
Χαρακτηριστική έκφρασή τους είναι το Royal Highland Festival το οποίο θα είστε τυχεροί αν μπορέσετε να παρακολουθήσετε μαζί με τους εκατοντάδες επισκέπτες από το Μπουτάν και το εξωτερικό που φθάνουν ως εκεί ακολουθώντας τα εντυπωσιακά μονοπάτια των Ιμαλαΐων. Διοργανώνεται κάθε χρόνο, στις 23 και 24 Οκτωβρίου, στη Λάγια, στην περιοχή Γκάσα, σε υψόμετρο περίπου 4.000 μέτρων. Η διήμερη γιορτή, αφιερωμένη στους νομάδες των υψιπέδων, έχει στόχο να αναδείξει και να διατηρήσει τον ιδιαίτερο πολιτισμό, τις παραδόσεις και τον τρόπο ζωής τους, στηρίζοντας παράλληλα την τοπική οικονομία. Η πρόσβαση στη Λάγια αποτελεί μέρος της εμπειρίας: από την Τίμφου χρειάζονται περίπου έξι ώρες οδικώς μέχρι το Tongshida και στη συνέχεια τέσσερις ώρες πεζοπορίας.
Το πρόγραμμα του φεστιβάλ περιλαμβάνει παραδοσιακή μουσική και χορούς, ποίηση, παρουσίαση τοπικών τεχνών και χειροτεχνιών, παρελάσεις, αγώνες και διαγωνισμούς με ζώα των ορεινών περιοχών, όπως γιακ, άλογα και θιβετιανούς μαστίφ -μια αρχαία φυλή σκύλων των Ιμαλαΐων με πολύ πυκνό τρίχωμα και εντυπωσιακή χαίτη γύρω από τον λαιμό οι οποίοι παραδοσιακά χρησιμοποιούνταν για τη φύλαξη κοπαδιών και μοναστηριών, χάρη στη δύναμη και την αντοχή τους. Οι κάτοικοι της Λάγια, οι Λάγιαπ προσφέρουν στους επισκέπτες τοπικά προϊόντα και εδέσματα.
Η περιφέρεια Γκάσα, στην οποία ανήκει η Λάγια, αποτελεί τμήμα του Εθνικού Πάρκου Jigme Dorji Wangchuck. Τα βουνά, οι παγετωνικές λίμνες και τα αλπικά οικοσυστήματα φιλοξενούν πλούσια άγρια ζωή, μεταξύ άλλων γιακ, μπλε πρόβατα (άγρια ορεινά αιγοπρόβατο των Ιμαλαΐων, με γκριζο-μπλέ τρίχωμα), και κόκκινα πάντα (μικρά δενδρόβια θηλαστικά με χαρακτηριστικό κοκκινωπό τρίχωμα, λευκά σημάδια στο πρόσωπο και μακριά, δακτυλιωτή ουρά). Εκεί ζει επίσης η λεοπάρδαλη του χιονιού και το τάκιν, το μεγάλο θηλαστικό των ανατολικών Ιμαλαΐων και εθνικό ζώο του Μπουτάν. Έχει χαρακτηριστική, ογκώδη εμφάνιση, με χοντρό σώμα, κοντά πόδια και καμπυλωτά κέρατα.
Παρατήρηση των σπάνιων μαυρόλαιμων γερανών
Χάρη στην εξαιρετική ποικιλία των οικοσυστημάτων του το Μπουτάν φιλοξενεί μεταξύ άλλων και εντυπωσιακή άγρια ορνιθοπανίδα. Ανάμεσα στα πιο ξεχωριστά είδη είναι ο μαυρόλαιμος γερανός (Grus nigricollis), ένα σπάνιο και απειλούμενο πουλί που μεταναστεύει από το Θιβετιανό οροπέδιο και φτάνει στη χώρα από τα τέλη Οκτωβρίου για να περάσει εκεί τους χειμερινούς μήνες. Ο μεγαλύτερος αριθμός τους συγκεντρώνεται κάθε χρόνο στην κοιλάδα Φομπτζίχα και η άφιξή τους αποτελεί σημαντικό γεγονός για την τοπική κοινωνία που διοργανώνει κάθε χρόνο το Φεστιβάλ του Μαυρόλαιμου Γερανού, με παραδοσιακούς χορούς, τραγούδια και εκδηλώσεις ενημέρωσης για την προστασία του είδους. Η κοιλάδα προσφέρεται επίσης για πεζοπορία και περιπάτους στη φύση, με το μονοπάτι Gangtey να αποτελεί μία από τις δημοφιλείς διαδρομές της περιοχής.
Διαβάστε ακόμα:
Τατζικιστάν: To «μπαλκόνι» της Κεντρικής Ασίας
Ένα resort-παράδεισος του wellness στα Ιμαλάια
Από την κορυφή του κόσμου, στα έγκατα της γης: 10 ιδιαίτερες εμπειρίες εναλλακτικών μορφών τουρισμού

