Η Τζαμάικα, το θρυλικό νησί στις Μεγάλες Αντίλλες της Καραϊβικής με τις λευκές παραλίες και τους φοίνικες που λικνίζονται στον άνεμο, είναι ένας τόπος πληθωρικός, αισθησιακός, ξέγνοιαστος, αλλά και γεμάτος κοινωνικές ανισότητες. Παρά τους αιώνες της ισπανικής και βρετανικής αποικιοκρατίας, η ψυχή του παραμένει αφρικανική, ενώ οι δοξασίες και η λαϊκή μαγεία διατηρούνται.

42

Μακριά από τις τροπικές ακτές που πλημμυρίζουν από επισκέπτες, αποκαλύπτεται μία εντυπωσιακή ενδοχώρα με καταπράσινα βουνά, πυκνά τροπικά δάση, ποτάμια, σπήλαια και ορμητικούς καταρράκτες. Στα ανατολικά υψώνονται τα Blue Mountains, η μεγαλύτερη οροσειρά της χώρας, όπου μέσα στην ομίχλη και τις φυτείες του φημισμένου διεθνώς καφέ αναπτύσσονται μοναδικά οικοσυστήματα, ενώ στη νότια και δυτική Τζαμάικα το τοπίο χαρακτηρίζουν σαβάνες με κάκτους, ασβεστολιθικοί λόφοι και υγρότοποι. Οι Τζαμαϊκανοί χαρακτηρίζονται από την εξωστρέφεια, τη δημιουργικότητα, την έφεση προς τις τέχνες και μια ιδιαίτερη στάση ζωής. Εκφράζονται μέσα από τη ρέγκε, στην οποία ο φημισμένος Bob Marley έχει αφήσει το διαχρονικό του αποτύπωμα, τις πολύχρωμες τοιχογραφίες που καλύπτουν γειτονιές του Κίνγκστον όπως το Trench Town, τη χειροποίητη λαϊκή τέχνη, αλλά και την κουλτούρα του dancehall που γεννήθηκε από τα υπαίθρια πάρτι στους δρόμους της πρωτεύουσας, με αυτοσχέδια ηχοσυστήματα που παίζουν δυνατά μουσική, DJs και ανθρώπους που χορεύουν μέχρι τα ξημερώματα. Μέρος αυτού του ξεχωριστού πολιτισμού είναι και η γαστρονομία, με έντονες γεύσεις και αρώματα. Το πικάντικο jerk chicken ψήνεται παραδοσιακά πάνω σε ξύλο pimento, ενώ το εθνικό πιάτο ackee and saltfish συνδυάζει παστό μπακαλιάρο με το τροπικό φρούτο ackee, που το χαρακτηρίζει η μαλακή, σχεδόν βουτυράτη υφή του.

Το ρούμι είναι βαθιά συνδεδεμένο με την ιστορία και την κουλτούρα της Τζαμάικα. Η παραγωγή του ξεκίνησε ήδη από τον 17ο αιώνα, την εποχή των μεγάλων φυτειών ζαχαροκάλαμου που δημιούργησαν οι Βρετανοί αποικιοκράτες, και εξελίχθηκε σε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά προϊόντα του νησιού. Η Τζαμάικα θεωρείται μέχρι σήμερα μία από τις σημαντικότερες χώρες παραγωγής premium ρουμιού παγκοσμίως, που ξεχωρίζει για τη βαθιά, πολύπλοκη γεύση του με νότες ώριμων φρούτων, μπαχαρικών, καραμέλας και μελάσας.

Ο ζωντανός και εξωστρεφής τζαμαϊκανός πολιτισμός έχει αφήσει έντονο αποτύπωμα πολύ πέρα από τα σύνορα της Καραϊβικής, κάτι ιδιαίτερα εντυπωσιακό για ένα σχετικά μικρό νησί με δύσκολη ιστορική διαδρομή. Η περίοδος της αποικιοκρατίας και της δουλείας εξακολουθεί να επηρεάζει βαθιά τη συλλογική μνήμη, ενώ οι κοινωνικές ανισότητες παραμένουν έντονες, κατά καιρούς μάλιστα οδηγούν σε ξεσπάσματα βίας που απασχολούν τη διεθνή επικαιρότητα. Μέσα σε αυτή τη σύνθετη πραγματικότητα διαμορφώθηκε ένας λαός γνωστός για τον αυθορμητισμό, την εξωστρέφεια και τον ευθύ τρόπο έκφρασής του, αλλά και για την «cool» στάση ζωής που συνοψίζεται συχνά στη φράση «no problem».

Η Τζαμάικα του James Bond, της Brooke Shields αλλά και του Errol Flynn

Χάρη στα εντυπωσιακά τροπικά τοπία, τις εξωτικές παραλίες και τη χαρακτηριστική ατμόσφαιρά της, η Τζαμάικα έχει «πρωταγωνιστήσει» σε πολλές γνωστές χολιγουντιανές παραγωγές και έχει ταυτιστεί όσο λίγα μέρη στον κόσμο με το κινηματογραφικό σύμπαν του James Bond. Δεν είναι τυχαίο, αφού ο συγγραφέας Ian Fleming πέρασε μεγάλα διαστήματα στο νησί και έγραψε τα μυθιστορήματα του 007 στο παραθαλάσσιο κτήμα GoldenEye στην περιοχή Ορακαμπέσα της βόρειας ακτής.

Η πρώτη ταινία, το «Dr. No» του 1962 με τον Sean Connery, γυρίστηκε σε μεγάλο βαθμό στο νησί. Οι Dunn’s River Falls, η παραλία Laughing Waters και το Πορτ Ρόγιαλ εμφανίζονται σε μερικές από τις πιο εμβληματικές σκηνές, ανάμεσά τους και εκείνη όπου η Ursula Andress αναδύεται από τη θάλασσα. Γυρίσματα έγιναν στην Τζαμάικα και για το «Live and Let Die» του 1973 με τον Roger Moore και το «No Time to Die» του 2021, με τον Daniel Craig. Εμφανίζεται επίσης σε ταινίες όπως το «Cocktail» με τον Tom Cruise και η κωμωδία «Club Paradise» με τον Robin Williams. Η ατμοσφαιρική Blue Lagoon του Πόρτλαντ συνδέθηκε διεθνώς με την ομώνυμη ταινία του 1980 με τη Brooke Shields.

Όμως ήταν το «The Harder They Come» του 1972, με πρωταγωνιστή τον Jimmy Cliff, που έγινε σημείο καμπής για τη διεθνή προβολή της τζαμαϊκανής κουλτούρας. Μέσα από την ιστορία ενός νεαρού μουσικού που προσπαθεί να επιβιώσει στο σκληρό περιβάλλον του Κίνγκστον, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο παγκόσμιο κοινό η σύγχρονη ζωή στην Τζαμάικα, ενώ το soundtrack συνέβαλε καθοριστικά στη διάδοση της ρέγκε εκτός Καραϊβικής.

Πριν από όλους όμως, στη δεκαετία του 1950, ήταν ο σταρ του Χόλιγουντ Errol Flynn που συνέβαλε στη δημιουργία της κοσμοπολίτικης εικόνας της ανατολικής Τζαμάικα. Εγκαταστάθηκε στην περιοχή του Πορτ Αντόνιο, αγοράζοντας το ιστορικό ξενοδοχείο Titchfield και το μικρό τροπικό νησί Navy, τα οποία έγιναν επίκεντρο κοσμικών πάρτι όπου φιλοξενούνταν ηθοποιοί, συγγραφείς και προσωπικότητες της διεθνούς υψηλής κοινωνίας της εποχής.

Η γενέτειρα της ρέγκε και του Bob Marley

Η ρέγκε γεννήθηκε στην Τζαμάικα στα τέλη της δεκαετίας του 1960 ως εξέλιξη παλαιότερων τοπικών ειδών μουσικής όπως το ska και το rocksteady και εξέφρασε τις κοινωνικές ανισότητες και την πολιτική ένταση που χαρακτήριζαν τη χώρα. Επηρεάστηκε βαθιά από το Ρασταφάρι, το θρησκευτικό και κοινωνικοπολιτικό κίνημα που εμφανίστηκε στην Τζαμάικα τη δεκαετία του 1930, προωθώντας ιδέες για την παναφρικανική ταυτότητα, την πνευματική απελευθέρωση και την κοινωνική δικαιοσύνη. Στον πυρήνα του βρισκόταν η πίστη ότι ο αυτοκράτορας της Αιθιοπίας Haile Selassie I αποτελούσε πνευματικό σύμβολο για τους απογόνους των Αφρικανών σκλάβων της Καραϊβικής. Οι ιδέες της ελευθερίας, της αντίστασης στην καταπίεση, της επιστροφής στις αφρικανικές ρίζες και της πνευματικότητας αποτυπώθηκαν στους στίχους και στη φιλοσοφία της ρέγκε, η οποία εξελίχθηκε γρήγορα σε βασικό στοιχείο της σύγχρονης ταυτότητας της Τζαμάικα.

Κορυφαίος εκπρόσωπός της παγκοσμίως έγινε ο Bob Marley, ο πιο αναγνωρίσιμος καλλιτέχνης που ανέδειξε ποτέ η χώρα. Γεννημένος το 1945 στο Nine Mile της ενδοχώρας, μεγάλωσε στο Κίνγκστον και ξεκίνησε τη μουσική του πορεία στη δεκαετία του 1960 με τους Wailers. Τραγούδια όπως τα «No Woman, No Cry», «Exodus», «One Love» και «Redemption Song» έκαναν γνωστή τη μουσική αυτή σε όλο τον κόσμο και μετέτρεψαν τον Marley σε παγκόσμιο σύμβολο ειρήνης, αντίστασης και ελευθερίας.

Το 2018 μάλιστα η μουσική ρέγκε αναγνωρίστηκε από την UNESCO ως στοιχείο της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας.

Τα διάσημα θέρετρα

Το μεγαλύτερο μέρος των τουριστών που έρχονται για διακοπές στην Τζαμάικα συγκεντρώνεται στα τρία μεγάλα θέρετρα: το Μοντέγκο Μπέι, το Νεγκρίλ και το Ότσο Ρίος. Το πολυσύχναστο Μοντέγκο Μπέι είναι γεμάτο ξενοδοχεία, μπαρ και εστιατόρια κατά μήκος της παραλιακής ζώνης, ενώ ανατολικά απλώνονται γήπεδα γκολφ και πολυτελή all inclusive resorts που καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος της ακτογραμμής.

Πιο δυτικά, το Νεγκρίλ, με χαμηλά ξενοδοχειακά συγκροτήματα απλωμένα κατά μήκος της εντυπωσιακής ακτής με τη λευκή άμμο και τα γαλαζοπράσινα νερά, διατηρεί πιο χαλαρή ατμόσφαιρα και παραμένει γνωστό για τη νυχτερινή ζωή του. Οι απόκρημνοι βράχοι στο δυτικό άκρο της περιοχής αποτελούν ένα από τα χαρακτηριστικότερα τοπία της Τζαμάικα.

Ανατολικά του Μοντέγκο Μπέι, το Ότσο Ρίος αποτελεί ένα από τα τρία μεγάλα θέρετρα της χώρας και τον κορυφαίο προορισμό για κρουαζιερόπλοια και οργανωμένες δραστηριότητες. Από τη δεκαετία του 1960 αναπτύχθηκε συστηματικά ως προορισμός διακοπών «sun & sea», με μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες και σύγχρονες υποδομές. Οι παραλίες του δεν θεωρούνται κορυφαίες του νησιού, ωστόσο βρίσκεται κοντά σε σημαντικά φυσικά αξιοθέατα, όπως οι Dunn’s River Falls, μία εντυπωσιακή σειρά καταρρακτών που έχουν σχηματιστεί πάνω σε ασβεστολιθικά πετρώματα, δημιουργώντας διαδοχικές φυσικές αναβαθμίδες μέσα στην τροπική βλάστηση πριν καταλήξουν απευθείας στη θάλασσα της Καραϊβικής.

Ανακαλύψτε τα Blue Mountains

Η πραγματική καρδιά της Τζαμάικα είναι το Κίνγκστον. Μια συναρπαστική πόλη γεμάτη ενέργεια και έντονο παλμό, που δεν αποτελεί μόνο την πολιτική πρωτεύουσα της χώρας αλλά και το πολιτιστικό της επίκεντρο. Διαθέτει εξαιρετικά ξενοδοχεία, εστιατόρια, αγορές και τις περίφημες υπαίθριες καντίνες με τηγανητό ψάρι στην παραλία Hellshire. Εδώ χτυπά και η καρδιά της νυχτερινής ζωής της Τζαμάικα: μουσικές σκηνές, street parties και χορευτικά events γεμάτα κόσμο, με εκκωφαντική μουσική και χορευτές που συναγωνίζονται σε στυλ.

Τα επιβλητικά Blue Mountains που υψώνονται πίσω από το Κίνγκστον ανατρέπουν την κλασική εικόνα του νησιού. Αποτελούν μία από τις πιο επιβλητικές οροσειρές της Καραϊβικής και πήραν το όνομά τους από τη χαρακτηριστική γαλαζωπή ομίχλη που τα καλύπτει όταν τα βλέπει κανείς από μακριά. Οι απόκρημνες κορυφές και οι συνεχείς λοφοσειρές σχηματίζουν μια «ραχοκοκαλιά» που διατρέχει το ανατολικό τμήμα της Τζαμάικα, δημιουργώντας μια εξαιρετικά εύφορη, αλλά και άγρια, περιοχή με απρόσμενα δροσερό και υγρό κλίμα. Τα πυκνά δάση των βουνών αποτέλεσαν ιδανικό καταφύγιο για τους Windward Maroons, τις κοινότητες σκλάβων που δραπέτευσαν και αντιστάθηκαν στους Βρετανούς κατά τον 17ο και 18ο αιώνα. Παραμένουν δύσβατα και αφιλόξενα, και έτσι μέχρι σήμερα ο πληθυσμός συγκεντρώνεται κυρίως σε μικρούς οικισμούς, όπως το Gordon Town και το Newcastle.

Το 1993 μια τεράστια έκταση περίπου 412.000 στρεμμάτων ανακηρύχθηκε εθνικό πάρκο με στόχο την προστασία των φυσικών πόρων των Blue Mountains και την ανάπτυξη ενός πιο βιώσιμου μοντέλου οικοτουρισμού. Μέσα στα δάση έχουν διαμορφωθεί πολλές πεζοπορικές διαδρομές που ακολουθούν παλιά μονοπάτια μεταφοράς καφέ και αγροτικών προϊόντων, η οποία γινόταν με μουλάρια. Η πιο γνωστή ανάβαση οδηγεί στην κορυφή της οροσειράς, το υψηλότερο σημείο της Τζαμάικα στα 2.256 μέτρα, περνώντας μέσα από το ομιχλώδες τροπικό δάσος, με πανοραμική θέα που φτάνει έως την Κούβα όταν ο καιρός είναι καθαρός. Δημοφιλείς είναι οι διαδρομές γύρω από το Holywell Park, με οργανωμένα μονοπάτια μέσα σε πυκνή βλάστηση και παρατηρητήρια, καθώς και εκείνες κοντά στη Lime Tree Farm, που περνούν ανάμεσα σε φυτείες καφέ και μικρούς ορεινούς οικισμούς. Αυτές οι εμπειρίες trekking θεωρούνται από τις καλύτερες στην Καραϊβική, απαιτούν όμως καλή φυσική κατάσταση και σωστή προετοιμασία λόγω υψομέτρου, υγρασίας και απότομων μεταβολών του καιρού.

Γευσιγνωσία του περίφημου καφέ των Blue Mountains

Οι κάτοικοι των βουνών ζουν κυρίως από την καλλιέργεια καφέ και αρκετοί ταξιδιώτες φτάνουν ως εδώ για να δουν από κοντά την παραγωγή και την επεξεργασία του στο εργοστάσιο του Mavis Bank και να πάνε σε ιστορικές φυτείες όπως η Craighton Estate, η Clifton Mount Estate και η Old Tavern Coffee Estate, όπου οργανώνονται ξεναγήσεις και γευσιγνωσίες. Με τη χαρακτηριστικά απαλή και ήπια γεύση του, τις νότες σοκολάτας, ξηρών καρπών και γλυκών μπαχαρικών, ο καφές των Blue Mountains θεωρείται από πολλούς ειδικούς ως ένας από τους κορυφαίους στον κόσμο.

Τα πρώτα καφεόδεντρα μεταφέρθηκαν από τη Μαρτινίκα στην Τζαμάικα το 1728, χάρη σε έναν Βρετανό κυβερνήτη, τον Sir Nicholas Lawes, και ευδοκίμησαν στις δροσερές πλαγιές των Blue Mountains. Οι φυτείες αναπτύχθηκαν πολύ κατά το πρώτο μισό του 19ου αιώνα, όταν έμπειροι καλλιεργητές κατέφυγαν εδώ από την επαναστατημένη Αϊτή, σε μια περίοδο που η ζήτηση για καφέ στην Ευρώπη αυξανόταν. Η χώρα εξελίχθηκε τότε σε έναν από τους σημαντικότερους εξαγωγείς παγκοσμίως.

Η πρώτη μεγάλη κρίση ήρθε μετά την κατάργηση της δουλείας το 1838, όταν πολλοί πρώην σκλάβοι εγκατέλειψαν τις φυτείες δημιουργώντας δικά τους μικρά κτήματα. Όμως, λίγο αργότερα, η Βρετανία περιόρισε το καθεστώς εμπορικής προστασίας που ευνοούσε τον καφέ της Τζαμάικα στις αγορές της αυτοκρατορίας, με αποτέλεσμα οι μικροί παραγωγοί να δυσκολεύονται πλέον να ανταγωνιστούν τους μεγάλους της Νότιας Αμερικής.

Η παρακμή συνεχίστηκε και στον 20ό αιώνα, μέχρι που μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και κυρίως από τη δεκαετία του 1950 η κυβέρνηση της Τζαμάικα θέσπισε αυστηρές προδιαγραφές ποιότητας και γεωγραφικής προέλευσης. Ορίστηκε ότι μόνο ο καφές που καλλιεργείται σε συγκεκριμένες ζώνες και υψόμετρα των Blue Mountains μπορεί να φέρει αυτή την ονομασία. Η αυστηρή πιστοποίηση ενίσχυσε τη φήμη και την αποκλειστικότητα του προϊόντος, καθιερώνοντάς το ως έναν από τους ακριβότερους και πιο περιζήτητους καφέδες στον κόσμο.

Στην καρδιά των Blue Mountains, σε μεγάλο υψόμετρο πάνω από την κοιλάδα του ποταμού Yallahs και ανάμεσα στις απότομες πλαγιές με τις φυτείες καφέ, βρίσκονται οι απομονωμένοι Βοτανικοί Κήποι Cinchona. Οι περισσότεροι επισκέπτες φτάνουν εδώ πεζοπορώντας από το Clydesdale, αν και υπάρχει και δυνατότητα πρόσβασης με τετρακίνητο όχημα από το Westphalia ή το Mavis Bank, ακολουθώντας έναν ιδιαίτερα δύσκολο και στενό ορεινό δρόμο.

Ανακαλύψτε τη Blue Lagoon όπου γυρίστηκε η ομώνυμη ταινία

Στη βόρεια πλευρά των βουνών, η περιοχή του Πόρτλαντ, με λόφους καλυμμένους με τροπική βλάστηση να κατηφορίζουν μέχρι τις εξωτικές ακτές της Καραϊβικής, θεωρείται από τις ωραιότερες στο νησί. Παρότι ο τουρισμός αυξάνεται, κυρίως στα πολυτελή καταλύματα, δεν έχει επηρεάσει τα πανέμορφα τοπία που περιλαμβάνουν καταρράκτες μέσα στη ζούγκλα και την ατμοσφαιρική Blue Lagoon που έγινε παγκοσμίως γνωστή το 1980 χάρη στην ομώνυμη ταινία του σκηνοθέτη Randal Kleiser, με πρωταγωνιστές τη νεαρή τότε Brooke Shields και τον Christopher Atkins. Η ρομαντική περιπέτεια αφηγείται την ιστορία δύο παιδιών που ναυαγούν σε ένα απομονωμένο τροπικό νησί και μεγαλώνουν μακριά από τον πολιτισμό. Αν και τα βασικά γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν κυρίως στα Φίτζι, η Blue Lagoon της Τζαμάικα συνδέθηκε περισσότερο με την ταινία και εξελίχθηκε σε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα φυσικά τοπία του νησιού.

Κρυμμένη ανάμεσα σε λόφους με πυκνή τροπική βλάστηση και απόκρημνα βράχια, η λιμνοθάλασσα έχει βάθος που φθάνει έως και τα 60 μέτρα και εντυπωσιάζει με τα σχεδόν φωσφορίζοντα γαλαζοπράσινα νερά της. Το ιδιαίτερο χρώμα της οφείλεται τόσο στο μεγάλο βάθος, όσο και στα υποθαλάσσια ρεύματα γλυκού νερού που κατεβαίνουν από τα Blue Mountains και αναμειγνύονται με το θαλασσινό νερό. Η εμπειρία της κολύμβησης εκεί είναι ξεχωριστή: στην επιφάνεια το νερό είναι δροσερό λόγω των πηγών, ενώ πιο βαθιά υπάρχουν ζεστά θαλάσσια ρεύματα.

Η πρωτεύουσα της περιοχής, το ιστορικό Πορτ Αντόνιο, διατηρεί τη γοητεία του παλιού λιμανιού που γνώρισε μεγάλη οικονομική άνθιση στα τέλη του 19ου αιώνα χάρη στο εμπόριο μπανάνας. Σήμερα παραμένει μία από τις πιο ατμοσφαιρικές πόλεις της Τζαμάικα, με αποικιακά κτίρια, μικρές μαρίνες, πολύχρωμες αγορές και μια αισθητά πιο χαλαρή ατμόσφαιρα σε σχέση με τα μεγάλα τουριστικά θέρετρα της δυτικής ακτής.

Στην ενδοχώρα, τα πυκνά τροπικά δάση των Blue Mountains κατηφορίζουν μέχρι τη θάλασσα δημιουργώντας ένα εντυπωσιακό σκηνικό με ποτάμια, καταρράκτες και βαθιές κοιλάδες, όπου μπορεί κανείς να περπατήσει μέσα στη φύση ή να κάνει rafting με παραδοσιακές σχεδίες από μπαμπού στον ποταμό Rio Grande, μία δραστηριότητα που ξεκίνησε παλαιότερα για τη μεταφορά των μπανανών προς την ακτή.

Εδώ βρίσκονται και μερικές από τις καλύτερες παραλίες της Τζαμάικα, αισθητά πιο ήσυχες από εκείνες της δυτικής ακτής. Ιδανικοί προορισμοί για surfers χάρη στα κύματά τους είναι το Long Bay, καθώς και το Boston Bay, το οποίο, μάλιστα, θεωρείται γενέτειρα του περίφημου Jamaican jerk, του παραδοσιακού τρόπου μαγειρέματος κρέατος που μαρινάρεται με μπαχαρικά και ψήνεται αργά πάνω σε ξύλο pimento, αποκτώντας χαρακτηριστικό καπνιστό άρωμα και πικάντικη γεύση.

Η παραλία Winnifred, γνωστή και ως Fairy Hill Beach, έχει διατηρήσει τον ανεπιτήδευτο και αυθεντικό της χαρακτήρα. Κρυμμένη μέσα σε πυκνή τροπική βλάστηση, διαθέτει μια μεγάλη καμπύλη χρυσαφένιας άμμου και συγκαταλέγεται στις τελευταίες δημόσιες παραλίες του Πόρτλαντ. Εδώ έγιναν γυρίσματα για την ταινία «Club Paradise» (1986) του Harold Ramis με πρωταγωνιστή τον Robin Williams, ενώ αρκετές σκηνές γυρίστηκαν γενικότερα στην περιοχή του Πορτ Αντόνιο.

Ένας μικρός κοραλλιογενής ύφαλος προστατεύει τον κόλπο από τα μεγάλα κύματα και τα ήρεμα, γαλαζοπράσινα νερά είναι ιδανικά για κολύμπι και snorkeling. Στην περιοχή οργανώνονται επίσης μικρές βαρκάδες προς το κοντινό Monkey Island, ενώ συχνά θα συναντήσει κανείς ντόπιους ψαράδες, υπαίθριες καντίνες και μικρούς πάγκους που σερβίρουν απλό τοπικό φαγητό δίπλα στην παραλία.

Η «χώρα του Έρολ Φλυν»

Ο διάσημος σταρ του Χόλιγουντ απέκτησε τη δεκαετία του 1950 μια μεγάλη παραθαλάσσια έκταση στην περιοχή του Πόρτλαντ, κοντά στο Πορτ Αντόνιο, και η σύζυγός του, Patrice Wymore, διαχειριζόταν τις φυτείες καρύδας και τροπικών φρούτων, όπως η γκουάβα, καθώς και τις κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις του κτήματος μέχρι τον θάνατό της το 2014.

Όταν ο Έρολ Φλυν έφτασε για πρώτη φορά στην Τζαμάικα το 1947 με το θρυλικό γιοτ του Zaca, η κινηματογραφική του καριέρα είχε ήδη αρχίσει να παίρνει την κατιούσα. Παρ’ όλα αυτά, η χαρισματική προσωπικότητα, η φήμη του ως γοητευτικού bon vivant και η αδυναμία του στο ποτό και στον τζόγο τον έκαναν γρήγορα τοπικό θρύλο. Ο ηθοποιός αγάπησε βαθιά την Τζαμάικα. Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 απέκτησε το ιστορικό ξενοδοχείο Titchfield στο Πορτ Αντόνιο, που θεωρούνταν ένα από τα σπουδαιότερα της Καραϊβικής. Αγόρασε επίσης το Navy Island, ένα καταπράσινο νησάκι μέσα στον κόλπο του Πορτ Αντόνιο, που χρησιμοποιούνταν παλαιότερα από το βρετανικό ναυτικό ως σταθμός ανεφοδιασμού. Όπως λέει ο τοπικός θρύλος, το έχασε αργότερα σε μια παρτίδα πόκερ.

Τα ξενοδοχεία και τα σπίτια του Φλυν έγιναν επίκεντρο μεγάλων πάρτι όπου φιλοξενούνταν διάσημοι ηθοποιοί, καλλιτέχνες και προσωπικότητες της εποχής. Μεταξύ αυτών ήταν ο Ian Fleming, δημιουργός του James Bond, ο Truman Capote, η Katharine Hepburn, ο David Niven και ο Peter O’Toole. Η περιοχή του Πορτ Αντόνιο απέκτησε τότε τη φήμη ενός εξωτικού καταφυγίου για καλλιτέχνες, συγγραφείς και εκπροσώπους της διεθνούς κοσμικής ζωής.

Ωστόσο, οι αποτυχημένες προσπάθειες επιστροφής του στο Χόλιγουντ, τα σοβαρά προβλήματα υγείας και η έντονη ζωή άρχισαν σταδιακά να καταβάλλουν τον ηθοποιό. Πέθανε το 1959, αλλά το πέρασμά του από την ανατολική Τζαμάικα δύσκολα θα ξεχαστεί.

Διαβάστε ακόμα:

Η χώρα με το πιο ιδιαίτερο πρωινό στον κόσμο

“No Time To Die”: Τα εντυπωσιακά μέρη όπου γυρίστηκε η νέα ταινία του Τζέιμς Μποντ

Δομινικανή Δημοκρατία: Ένας κόσμος εμπειριών στην Καραϊβική – Γιατί αξίζει μια θέση στην ταξιδιωτική σας λίστα