Τα λούπεβρα είναι αγριόχορτα που φυτρώνουν σε βορινές πλαγιές βραχονησίδων, έχουν ασύλληπτη γεύση και αν τελικά με κάποιο μαγικό τρόπο έφθαναν σε πάγκο λαϊκής αγοράς, τότε η τιμή τους θα βρισκόταν υψηλότερα κι από εκείνη της τρούφας. Το κυνήγι των λούπεβρων είναι μια καλή αφορμή για μαρτιάτικο ταξίδι εξερεύνησης των βραχονησίδων της συνοριακής, άγονης γραμμής του Αιγαίου. Χρειάζεται ωστόσο προσοχή: μετά από ένα τέτοιο ταξίδι δεν είναι καθόλου εύκολη η επιστροφή στη σύγχρονη κοινωνία.

33

Υπάρχει ένα στοιχείο που προσθέτει μυστήριο σε αυτό το τόσο ιδιαίτερο αγριόχορτο. Για το μαγείρεμά του απαιτείται σχεδόν δίωρο βράσιμο σε χύτρα ταχύτητας. Δεν υπάρχει στομάχι ικανό να χωνέψει ένα μισοβρασμένο λούπεβρο. Ίσως, αυτός είναι ο λόγος που ακόμα και τα πεινασμένα αιγοπρόβατα το αποστρέφονται επιδεικτικά. Όταν όμως το μαγείρεμα γίνει σωστά, η τομάτα με το ξερό κρεμμύδι πέσουν την κατάλληλη στιγμή και εν τέλει η μαγική πιρουνιά βρεθεί στον προορισμό της, αμέσως ένα μικρός θεός γαστρονόμος φανερώνεται, ο ουρανίσκος ξαφνιάζεται και ο εγκέφαλος αδυνατεί να προσδιορίσει αν αυτή η φίνα γεύση προέρχεται από χορταρικό ή από ελαφρύ, κόκκινο κρέας. Δεν θέλει λεμόνι, ούτε και αλάτι, καθώς στις ίνες του φυτού κρύβονται αλατίσματα αιώνων.

Τα μέλη της αποστολής

Με αφορμή την ιδιαίτερη αυτή συγκομιδή το travel.gr ταξίδεψε, μέσω Ρόδου προς τη Σύμη κι από κει με βάρκα ξανοίχτηκε στο πέλαγος των βραχονησίδων της Δωδεκανήσου. Προορισμός η «Χοντρός», η βραχονησίδα μεταξύ της νήσου Σύμης και της τουρκικής παραθαλάσσιας πόλης Ντάτσα. Στο ξερονήσι συνυπάρχουν γλάροι, κατσίκια, μια ολόκληρη πλαγιά γεμάτη έρπουσα βλάστηση και μια παλιά μπανιέρα· πάντα γεμάτη πόσιμο νερό. Στην αποστολή συμμετέχουν ο Γιάννης, η Ντίνα, η Μαρία, η έφηβη Αναστασία και το travel.gr. Εδώ, πρέπει να σημειωθεί ότι η έφηβη Αναστασία είναι παιδί της πόλης, με το μαλλί περασμένο ισιωτική, το νύχι στιλέτο και στο άκουσμα «θα πάμε για λούπεβρα» συμφώνησε να έρθει μαζί, καθώς νόμιζε ότι η αποστολή θα πάει για ψάρεμα. Στην πραγματικότητα, στο τέρμα της θαλάσσιας διαδρομής την «αποστολή» περίμενε ένα μονολιθικό βουνό, γεμάτο χαρακιές από την αλμύρα και τα κύματα, το οποίο έπρεπε να ανεβεί μέχρι την κορυφή του, να διασχίσει την κορυφογραμμή του και στην κατάλληλη πλαγιά να ξεχυθεί προς τα κάτω σε αναζήτηση του «θησαυρού».

Σημαντικό στοιχείο, στη βραχονησίδα δεν υπάρχει κάλυψη από το δίκτυο της κινητής τηλεφωνίας, συνεπώς ούτε και data για internet, ποσταρίσματα στο insta και σκρολάρισμα στο tik tok. Συνεπώς, τα μέλη της αποστολής, μαζί με τα λούπεβρα σε κάποια στιγμή αναζήτησαν να βρουν τους εαυτούς και τις εαυτές τους. Δεν είχε γίνει αντιληπτό ότι αυτό θα ήταν τελικά το πιο δύσκολο κομμάτι της αποστολής.

Οι συμπληγάδες της ιστορίας

Ο Γιάννης αποδείχθηκε εξαιρετικός καπετάνιος και η θάλασσα αρκετά ήρεμη για τέλος Φλεβάρη. Βέβαια, βορειότερα στο Αιγαίο τα πνεύματα της τρικυμίας είχαν ήδη αρχίσει το χορό και για να φθάσουν στη Σύμη χρειαζόντουσαν τουλάχιστον 12 ώρες. Οι νησιώτες και οι θαλασσινοί ξέρουν καλά πως μερικές φορές ο καιρός τρέχει πιο γρήγορα από το χρόνο και το κάνει επίτηδες για να διαψεύσει τις προβλέψεις και τιμωρήσει όσους και όσες ξανοίγονται χωρίς να τον υπολογίζουν. Για το λόγο αυτό αποφασίστηκε από κοινού ότι ο διάπλους λιμάνι Γυαλός Σύμης -βραχονησίδα Χοντρός και επιστροφή, να γίνει στο μικρότερο δυνατό χρόνο.

Παρόλα αυτά, η ταχύτητα των 22 κόμβων δεν στέρησε από τα μέλη της αποστολής την ευκαιρία να δουν από κοντά τα πάνορμα (με την Ομηρική έννοια του όρου) ξωκλήσια της Παναγιάς Νίμου και της Αναλήψεως. Τα δυο τους βρίσκονται αντίκρυ, κάτι σαν τις συμπληγάδες, μόνο που αντί για δοκιμασία στα καράβια, αυτά χτίστηκαν εκεί ως ευχή καλής επιστροφής στους άντρες με τα σκάφανδρα των σφουγγαράδικων του περασμένου αιώνα.

Σε όλο το διάπλου η βάρκα των 4,5 μέτρων (πιο μεγάλη αποτελεί τεκμήριο πολυτελούς διαβίωσης, ακόμα και για τους μικρονησιώτες των συνόρων) κινήθηκε όπως ακριβώς το πινέλο του ζωγράφου επάνω στον τεντωμένο καμβά. Η θάλασσα λάδι και από τη στιγμή του απόπλου χρειάστηκε να περάσει μόνο λίγη ώρα μέχρις ότου εμφανιστεί και ξεκαθαρίσει, ψηλή, επιβλητική, ολοκάθαρη η βραχονησίδα προορισμός. Πρώτη δοκιμασία της αποστολής ήταν να πηδήξει από τη βάρκα στον βράχο.

Στα θεωρεία του Αιγαίου

Οι βραχονησίδες είναι βιότοποι. Διάσπαρτες σε όλο το Αιγαίο προσφέρουν καταφύγιο για όλα τα πετεινά του ουρανού. Οι επιστήμονες έχουν εντοπίσει σε αυτές αποδημητικά πουλιά με αφετηρία την παγωμένη Σιβηρία και προορισμό το ζεστό νότο· νοτιότερα της Μεσογείου. Είναι ασύλληπτες οι αποστάσεις των πτήσεών τους και μέσα στην απεραντοσύνη της θάλασσας η αίσθηση της διαδρομής τους γίνεται ακόμα πιο εσωτερική. Με τι καρδιά, ένα τόσο δα μικρό πλάσμα, πολλές φορές μόνο του, εκκινεί ένα τέτοιο ταξίδι; Σε πόσο μεγάλο βαθμό σύνδεσης βρίσκεται με τα προαιώνια ένστικτα του είδους του ώστε να αποφασίζει: «Πετάω προς το άγνωστο εκεί», χωρίς δεύτερη σκέψη;

Η προσέγγιση ανθρώπων δεν επιτρέπεται στις περισσότερες βραχονησίδες, καθότι με την απροσεξία τους μπορεί να καταστρέψουν μια φωλιά. Η «Χοντρός» δεν ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Η κτηνοτροφική της εκμετάλλευση ανατρέπει την αλυσίδα της προστασίας των αποδημητικών πουλιών. Η ανατροπή έφερε ως αποτέλεσμα τον πολλαπλασιασμό της αποικίας των ενδημικών αιγαιόγλαρων. Στους κάθετους βράχους της βραχονησίδας, χαμηλά, κοντά στο επίπεδο της θάλασσας, οι αιγαιόγλαροι έχουν αναπτύξει τις φωλιές τους σε αρκετά μεγάλη έκταση. Από κει, ως οι επίσημοι προκαθήμενοι στα θεωρεία του Αιγαίου, παρακολουθούν τα παραπλέοντα καράβια, κυνηγούν τα τρεχαντήρια για κάνα ψάρι ξεχασμένο στην κουβέρτα τους και ενίοτε ως άλλοι «Ιωνάθαν Λίβιγκστον», βουτούν στα βαθιά σε αναζήτηση της τροφής για την ανεξαρτησία τους. Τις νύχτες αγναντεύουν τα φώτα από την τουρκική παραθαλάσσια πόλη Ντάτσα. Η απέναντι όχθη βρίσκεται τόσο κοντά, ώστε κάθε φορά που βελάζουν τα τραγιά από την «Χοντρό», ακούγονται να αναστενάζουν τα κατσίκια από τη Ντάτσα.

Το λιβάδι των αισθήσεων

Από το επίπεδο της θάλασσας μέχρι την κορυφή της βραχονησίδας δεν υπάρχει ούτε ένα μέτρο επίπεδου εδάφους και ούτε κατά διάνοια χωμάτινη επιφάνεια. Όλα είναι πέτρα. Ένας βράχος που στο πέρασμα των χιλιετιών τεμαχίστηκε σε τεράστια κομμάτια και χαρακώθηκε από τα κύματα και την αλμύρα που κουβαλούν οι θαλασσινοί αέρηδες. Για τον άνθρωπο της πόλης η συνάντηση με ένα τέτοιο περιβάλλον φέρνει στη μνήμη ένα τρίστιχο, τύπου χαϊκού, από εκείνα της γιαπωνέζικης παράδοσης για την περιγραφή της άγνοιας: «Τα κάστρα, τα μετάξια όλης της Κίνας, οι κήποι, τα νερά της, τα μποστάνια στα χέρια του – και ψοφάει αυτός της πείνας».

Χρειάζεται χρόνος μέχρις ότου οι πέντε αισθήσεις εξοικειωθούν με το καινούριο αυτό «λιβάδι». Μόλις οι μνήμες και τα προαιώνια ένστικτα ξυπνήσουν, αμέσως το σκηνικό αλλάζει όψη. Από τις χαραγματιές ξεπετάγονται ρίγανη και φασκόμηλο, ξεχωρίζουν από τις ευωδιές τους, σπινθιρίζουν τα αρώματά τους καθώς τα φύλλα τους τρίβονται στα παντελόνια. Από κοντά ένα πλήθος αγριόχορτων, γνωστών και αγνώστων. «Τα περισσότερα από αυτά τρώγονται, μα δεν είναι κατάλληλη εποχή να τα μαζέψουμε, χρειάζονται χρόνο ώστε να μεγαλώσουν λίγο ακόμα» ακούγεται από την κορυφή της ομάδας.

Η κατάταξη της βλάστησης σε βρώσιμη και μη προφανώς έχει ευθεία σύνδεση με το ένστικτο της επιβίωσης. Έτσι, εκεί, σε μια από τις πιο απομακρυσμένες νησίδες των ελληνικών συνόρων, το ανθρώπινο συναντά τη ζωώδη του υπόσταση και τα πάντα γίνονται πιο απλά. Οι οπλές των κατσικιών ακούγονται πιο καθαρά, οι αναπνοές γίνονται βαριές από τη δυσκολία της ανόδου και έρχεται υπόκωφος ο ήχος από τα κύματα καθώς σκάνε σε κάποια υπόγεια σπηλιά μεταξύ θάλασσας και βράχου. Ίσως, σ’ ένα τέτοιο μέρος βρέθηκε ο Παπαδιαμάντης προτού γράψει το τελευταίο κεφάλαιο της Φόνισσας και την αποστροφή «στο ενδιάμεσο της διαδρομής, μεταξύ Θεού και ανθρώπων».

Τα λούπεβρα

Φανταζόμασταν τα λούπεβρα να μοιάζουν με μικρούς θάμνους ή έστω με μαρούλια που ξεχωρίζουν από το έδαφος και καλούν τους αγρότες να τα μαζέψουν. Μια καλή φίλη, στο άκουσμα του ονόματός τους, θεώρησε ότι μπορεί άνετα αυτό να ήταν το επώνυμο μιας ανατολικοευρωπαίας αθλήτριας. Τελικά, τα λούπεβρα είναι ένα αγριόχορτο που μοιάζει με φύλλο ρόκας, τριχωτό και ξαπλωμένο στα βράχια. Για τον εντοπισμό τους χρειάζεται αναζήτηση. Ιδανικά το κάθε μέλος της αποστολής πρέπει να πέσει στα γόνατα και να σκαλίζει ανάμεσα στα αγριόχορτα για να ξεχωρίσει τα πολύτιμα φύλλα. Το μέγεθός τους δεν ξεπερνά τη μισή παλάμη και η συγκομιδή γίνεται με μαχαίρι. Ως προς αυτό η οδηγία του Γιάννη είναι ξεκάθαρη:

«Δεν προσπαθούμε να τα ξεριζώσουμε. Κόβουμε μόνο τα φύλλα τους». Όλοι οι κανόνες τις βιωσιμότητας, όλες οι πολιτικές περί sustainability συγκεντρώθηκαν σε αυτή του φράση.

Το λούπεβρο έχει για ρίζα έναν βολβό που μοιάζει με κρεμμύδι. Κόβοντας τα φύλλα, αμέσως ενεργοποιείται ο εσωτερικός μηχανισμός του φυτού στο να γεννήσει καινούρια φυλλωσιά. Αρχικά, έγινε η πρώτη επίδειξη της εικόνας ενός λούπεβρο κι έπειτα άρχισε η αναζήτηση σε όλο το μήκος και το πλάτος της πλαγιάς. Ο καθένας μόνος του. Η καθεμία μόνη με την εαυτή της. Οι μεγάλοι και οι μεγάλες σε δουλειά, η δε, έφηβη προτίμησε να καθίσει κάπου καθαρά, να αγναντεύει το πέλαγος, τα απέναντι τουρκικά παράλια και την ακταιωρό του ελληνικού λιμεναρχείου να διαπλέει, φρουρός και προστάτης στο σύνορο των δύο κρατών.

Για εμάς τους αμύητους χρειάστηκε λίγος χρόνος μέχρις ότου τα μάτια συνηθίσουν και σταδιακά να αρχίσουν να ξεχωρίζουν τα ζητούμενα χορταρικά από τα υπόλοιπα αγριόχορτα. Όσα δεν αναγνωρίζαμε, τα αφήναμε στην ησυχία τους. Οι μυημένοι της αποστολής μάζευαν αγριοράδικα, μερικές βρώσιμες γαλατσίδες και κάποια άλλα πράσινα των οποίων τα ονόματα δεν σημειώθηκαν και χάθηκαν.

Εκεί, στην πλαγιά αβίαστα ξεπετάχτηκε ένα ερώτημα: Άραγε πόσοι αιώνες χρειάστηκαν μέχρις ότου οδηγηθούν τα λούπεβρο μαγειρεμένα στο τραπέζι κι ακόμα πιο βασανιστικό το ερώτημα: Αν εμείς, άνθρωποι των νησιών αδυνατούμε να αναγνωρίσουμε βασικά στοιχεία της βρώσιμης χλωρίδας του τόπου, τότε στις κοινωνίες του μέλλοντος πόσο χρόνο θα χρειαστούν ώστε να πιάσουν ξανά από την αρχή το νήμα της φυσικής διατροφικής αλυσίδας;

Ερωτήματα και ανασφάλειες βρέθηκαν σε πλήρη ανάπτυξη κι όλα αυτά βουβά. Χωρίς από τα στόματα να βγαίνει λέξη. Τριγύρω ακούγονταν μόνο τα κρωξίματα των γλάρων και μοιάζανε με αναμεταξύ τους διάλογο, μπορεί και με ενθάρρυνση, επευφημίες προς την αποστολή μας, προς εμάς που αναζητούσαμε την κρυμμένη τροφή ανάμεσα στα βράχια. Μας επευφημούσαν ως κίνητρο σε συνέχιση της αναζήτησης, μήπως και βρούμε ξανά τη θέληση για τη σύνδεσή μας με τη φύση. Συνεπακόλουθα μήπως και σταματήσουμε να ταλαιπωρούμε όλη την υπόλοιπη πλάση με τις ανάγκες μας. Για μια στιγμή, εκεί στην άκρη του Αιγαίου, οι γλάροι έγιναν η φωνή ολόκληρου του πλανήτη.

Περί ψυχολογίας και άλλων τινών

Έχει ενδιαφέρον ο τρόπος με τον οποίο επέδρασε η βραχονησίδα στον ψυχισμό του καθενός από τα μέλη, ωστόσο αυτή είναι μια γνώση που μάλλον δεν θα δει το φως της δημοσιότητας. Το σίγουρο είναι πως η έφηβη Αναστασία εγκατέλειψε τη θέση της. Ίσως, στο τρίωρο χωρίς social media και εναλλασσόμενες εικόνες στην οθόνη του κινητού, να μην άντεξε την αναμέτρηση με την εαυτή της. Οι εκπαιδευτικοί θεωρούν ότι όσα παιδιά στις ηλικίες μεταξύ 10 έως 14 ετών βίωσαν (στη χρονιά 2020 & 2021) την καραντίνα λόγω της πανδημίας του Covid19, καθώς και την κατ’ όνομα εξ αποστάσεως εκπαίδευση, οδηγήθηκαν σε εσωτερικές διαδρομές για τις οποίες δεν ήταν ακόμα έτοιμα να πορευτούν. Η συμπεριφορά τους στο Σήμερα του 2024, έχει άμεση σύνδεση με τα χαρακτηριστικά εκείνης της περιόδου.

Οι ενήλικοι της αποστολής ολοκλήρωσαν τη συγκομιδή μετά από σχεδόν τρεις ώρες αναζήτησης. Συνολικά συγκεντρώθηκε τόση ποσότητα λούπεβρα όση θα ήταν ικανή να ταΐσει οκτώ άτομα. Αυτό ήταν όλο. Για τη επιστροφή από το σημείο συγκομιδής προς τη βάρκα έγινε ολόκληρος κύκλος. Είχαμε χάσει τον προσανατολισμό μας, μαζί και το δρόμο. Είναι εύκολο να συμβεί σε τέτοια μέρη, ειδικά όταν τα πατήματα στα βράχια δεν αφήνουν αποτυπώματα και οι εικόνες τριγύρω κατά κανόνα μοιάζουν όλες ίδιες.

Στη νέα μας διαδρομή μερικές αγριελιές προσπαθούσαν να ορθώσουν το παράστημά τους απέναντι στους αέρηδες. Η παρουσία τους είναι δείγμα ότι αυτά τα ξερονήσια έχουν ανθρώπους, έρχονται τακτικά να τα δουν, να τα βρουν στη θέση τους, να ανταλλάξουν μια καλημέρα και να φύγουν. Από μακριά η ακταιωρός μας παρακολουθεί διακριτικά. Στα παραπανήσια μας κιλά γίνεται αισθητό το βάρος της σύγχρονης αστικής ζωής. Είμαστε άραγε ξένοι σε αυτό το βράχο; Κι όμως, δεν νιώθουμε ξένοι. Μας ενώνει κάτι βαθύτερο, μια προαιώνια μνήμη ενώνει τις ζωές μας σ’ αυτή την εσχατιά. Η Αναστασία μας περίμενε στη βάρκα. Κατάφερε και την τράβηξε κοντά στο βράχο. Μόνη της. Όπως στη συνέχεια μας εξήγησε, παρακολουθούσε τον λάθος μας δρόμο, μα χωρίς κινητό ήταν αδύνατο να μας ειδοποιήσει. Έτσι, μας άφησε να βρούμε μόνοι μας το μονοπάτι της επιστροφής. Εκείνη τη στιγμή η έφηβη, με το μαλλί και το νύχι που βιαστήκαμε να κρίνουμε, έγινε για όλους μας η μητέρα που επιτρέπει στα παιδιά της να ακολουθήσουν την εσωτερική τους πυξίδα.

Τα λούπεβρα μαγειρεύτηκαν το ίδιο βράδυ από την κα. Άννα, μητέρα της Ντίνας και βρέθηκαν σ’ ένα μεγάλο, φιλόξενο τραπέζι, στην αυλή ενός σπιτιού – χαμένου σε ένα από τα βουνά της Σύμης. Η γεύση τους ήταν ισάξια της εμπειρίας που μας έδωσαν. Το βράδυ άπαντες νιώσαμε την ανάγκη της απομόνωσης. Χαθήκαμε σε ξεχωριστές διαδρομές και το Travel.gr βρέθηκε στον Γυαλό, τον κεντρικό οικισμό -λιμάνι της Σύμης. Στην απέραντη ησυχία, ανάμεσα σε βάρκες και αγάλματα, φανερώθηκε το Θείο που ενώνει ολόκληρη την πλάση, ξεκαθάρισαν τα ένστικτα ανθρώπων, βραχονησίδων, αγριόχορτων και πουλιών· αποδημητικών και ενδημικών. Για άλλη μια φορά χάθηκαν οι αποστάσεις και η ψυχή μας έγινε ταξιδιάρικη. Με την αλλόκοτη δύναμη της ποίησης και με τη διασκευή των στίχων του Λέρμοντοφ, όλα βρέθηκαν στη σωστή τους θέση: «Η νύχτα είναι γαλήνια,
η θάλασσα ακούει το θεό, το άστρο μιλάει στο άστρο».

Μετάβαση από Πειραιά προς Σύμη:

Blue Star Ferries

Μετάβαση από Ρόδο προς Σύμη:

Blue Star Ferries

Δωδεκάνησος Seaways

Sea Dreams, Ναυτιλιακή Εταιρεία Αιγαίου

Saos Ferries

Διαβάστε ακόμα:

Πανορμίτης: Το φημισμένο μοναστήρι της Σύμης με την ιστορία αιώνων

Best of Σύμη: Όλα όσα αξίζει να ζήσετε σε ένα σύντομο ταξίδι

Διακοπές στη Σύμη: Η αρχόντισσα των Δωδεκανήσων αποκαλύπτεται