Αν κάποιος μου ζητούσε να σκεφτώ έναν τρόπο να φτάσω σε ένα ελληνικό νησί, το τρένο σίγουρα δεν θα ήταν η πρώτη μου απάντηση. Κι όμως, υπάρχει ένα νησί στην Ελλάδα για το οποίο υπάρχει απευθείας σύνδεση με τρένο, ξεκινώντας μάλιστα από την καρδιά της πρωτεύουσας: η Εύβοια.
Αυτός είναι και ένας από τους λόγους που η διαδρομή ως την Χαλκίδα μου κινεί το ενδιαφέρον πριν ακόμη αναχωρήσω. Η Εύβοια βρίσκεται τόσο κοντά στην χερσαία Ελλάδα, που στη Χαλκίδα οι δύο στεριές σχεδόν αγγίζουν η μία την άλλη. Ανάμεσά τους κυλά ο πορθμός του Ευρίπου. Στο στενότερο σημείο του, η Παλαιά Γέφυρα ενώνει τις δύο ακτές, εκεί όπου παρατηρείται το ιδιαίτερο φαινόμενο της εναλλαγής των θαλάσσιων ρευμάτων. Το δικό μου πέρασμα στην Εύβοια, όμως, ξεκινά αρκετά χιλιόμετρα μακριά από τη θάλασσα, στο κέντρο της Αθήνας.
Φτάνω στον Σταθμό Λαρίσης, τον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό της Αθήνας, από όπου ξεκινά σήμερα το δικό μου ταξίδι προς τη Χαλκίδα. Το όνομα του σταθμού δεν είναι τυχαίο, αφού όταν δημιουργήθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα, ήταν η αφετηρία της γραμμής που ένωνε την Αθήνα με τη Λάρισα. Περίπου έναν αιώνα αργότερα, οι προορισμοί από τις αποβάθρες του είναι πολλοί, ανάμεσά τους και ο δικός μου σημερινός.
Η σύνδεση με τη Χαλκίδα είναι απευθείας, με δρομολόγια που πραγματοποιούνται από νωρίς το πρωί έως αργά το βράδυ, κάτι που μου επιτρέπει να οργανώσω την ημέρα μου με μεγαλύτερη ελευθερία. Πριν την άφιξη μου στον σταθμό, έχω ήδη φροντίσει για την έκδοση του εισιτηρίου μου, το οποίο αγόρασα ηλεκτρονικά μέσω της επίσημης ιστοσελίδας της Hellenic Train. Εναλλακτικά, το εισιτήριο μπορεί να εκδοθεί μέσω της εφαρμογής της Hellenic Train, τηλεφωνικά μέσω του Κέντρου Εξυπηρέτησης Πελατών στο 14511, από τα εκδοτήρια του σταθμού ή μέσα στο τρένο (από κάποιους σταθμούς που δεν διαθέτουν εκδοτήρια).
Με το εισιτήριο στο κινητό και τη Χαλκίδα ως τελικό προορισμό, επιβιβάζομαι στον προαστιακό συρμό και βρίσκω τη θέση μου. Λίγα λεπτά αργότερα, ο σταθμός αρχίζει να μένει πίσω μας και μαζί του αρχίζει να απομακρύνεται σταδιακά και η Αθήνα.
Στην αρχή της διαδρομής υπάρχουν ακόμη οι γνώριμες εικόνες μιας μεγάλης πόλης: πολυκατοικίες, πολυσύχναστοι δρόμοι, αποθήκες, εργοτάξια, πινακίδες και κτίρια που περνούν γοργά το ένα μετά το άλλο. Σταδιακά, τα κτίρια αραιώνουν, και τη θέση τους παίρνουν ανοιχτές εκτάσεις γης, καλλιέργειες και μικροί οικισμοί που εμφανίζονται κατά μήκος της διαδρομής. Η διαδρομή διαρκεί σχεδόν 1 ώρα και 20 λεπτά.
Λίγο πριν τον τερματικό σταθμό, η Χαλκίδα αρχίζει να ξεπροβάλλει στα δεξιά μου. Παρατηρώ την πόλη να απλώνεται κατά μήκος της ακτής, με τα κτίριά της να καθρεφτίζονται στα νερά του Ευρίπου. Αυτή είναι η πρώτη εικόνα που δέχομαι από τη Χαλκίδα, και ίσως, μία από τις ομορφότερες της διαδρομής. Λίγα λεπτά αργότερα, με το θαλασσινό τοπίο να ανοίγει τις αγκάλες του, το τρένο τερματίζει μια ανάσα από την Εύβοια. Κατεβαίνω στην αποβάθρα και η ιδέα που μου φαινόταν παράξενη στην αρχή της διαδρομής γίνεται πραγματικότητα: μόλις έφθασα στην πύλη ενός νησιού, χρησιμοποιώντας μόνο το τρένο.
Από τον σιδηροδρομικό σταθμό της Χαλκίδας συνεχίζω με τα πόδια. Ο πρώτος μου προορισμός είναι σχεδόν αυτονόητος. Προς τη θάλασσα και την Παλαιά Γέφυρα του Ευρίπου. Στέκομαι καταμεσής της γέφυρας και παρατηρώ πως σε αυτό το σημείο η Εύβοια με τη Στερεά Ελλάδα πλησιάζουν τόσο πολύ, ώστε το νερό ανάμεσά τους να θυμίζει περισσότερο ποταμό παρά θάλασσα. Τα «τρελά νερά» που περνούν κάτω από τη γέφυρα με μαγεύουν. Θαλάσσια ρεύματα που αλλάζουν περιοδικά φορά και έχουν προκαλέσει το ενδιαφέρον ήδη από την αρχαιότητα.
Στέκομαι λίγο ακόμη πάνω στη γέφυρα και παρατηρώ τα νερά να χορεύουν. Ωστόσο, η πόλη γύρω μου συνεχίζει κανονικά τη ροή της. Κόσμος περνά από τη μία πλευρά στην άλλη, τα τραπέζια της παραλιακής είναι γεμάτα, μικρά σκάφη κινούνται στο νερό. Συνύπαρξη: αυτή η λέξη χαρακτηρίζει την εμπειρία που βιώνω. Ένα από τα πιο ιδιαίτερα φαινόμενα της χώρας μας αποτελεί μέρος της καθημερινότητας των κατοίκων αυτής της πόλης.
Περνώ τη γέφυρα και συνεχίζω κατά μήκος της παραλιακής, χωρίς να ακολουθώ κάποια συγκεκριμένη διαδρομή. Η Χαλκίδα έχει τα χαρακτηριστικά μίας πόλης που ενθαρρύνει αυτό τον τρόπο περιήγησης. Οι αποστάσεις στο κέντρο είναι μικρές και πολλά από τα σημεία που θέλω να επισκεφθώ συνδέονται μεταξύ τους με έναν περίπατο.
Περπατώντας κατά μήκος της προκυμαίας συναντώ μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά κτίρια της πόλης. Ανάμεσα τους το Μέγαρο Κότσικα, όπου στεγάζεται σήμερα το Δημαρχείο, το «Σπίτι με τα αγάλματα», που πήρε το όνομά του από τα τέσσερα πήλινα αγάλματα στην οροφή του και στους χώρους του οποίου σήμερα φιλοξενείται το Λύκειο Ελληνίδων και γραφεία της Εταιρείας Ευβοϊκών Σπουδών (τμήμα Χαλκίδας), και λίγο παρακάτω, το βλέμμα μου τραβάει το «Κόκκινο Σπίτι», το παλιό αρχοντικό της οικογένειας Μάλλιου που ξεχωρίζει αμέσως εξαιτίας του χαρακτηριστικού του χρώματος. Το κτίριο, σήμερα, ανήκει στον Δήμο Χαλκιδέων και στεγάζει την Εστία Γνώσης και Πολιτισμού της πόλης.
Αποφασίζω πως ήρθε η ώρα να αφήσω για λίγο πίσω μου τη θάλασσα για να χαθώ στα στενά. Η εικόνα αλλάζει σχεδόν αμέσως. Η κίνηση της παραλιακής υποχωρεί και βρίσκομαι σε μικρότερους δρόμους, ανάμεσα σε πολυκατοικίες, καταστήματα και κτίρια διαφορετικών εποχών. Διασχίζω ένα μεγάλο μέρος του κέντρου και σύντομα βρίσκομαι στον κεντρικό εμπορικό δρόμο της Χαλκίδας. Κάθε λογής καταστήματα απλώνονται δεξιά και αριστερά ενώ ο κόσμος κάνει τη βόλτα του – μαζί τους και εγώ. Η πιο αστική πλευρά της Χαλκίδας ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια μου.
Συνεχίζω μέσα από μικρότερους δρόμους, άλλοτε πιο στενούς και άλλοτε πιο απλωμένους, και, λίγο αργότερα, συναντώ το οθωμανικό τέμενος του Εμίρ Ζαδέ. Χτισμένο στα τέλη του 15ου αιώνα, είναι το μοναδικό που διασώζεται από τα έντεκα οθωμανικά τεμένη που υπήρχαν κάποτε στη Χαλκίδα. Ακριβώς δίπλα του βρίσκεται και η μαρμάρινη κρήνη του Χαλίλ. Παραδίπλα, μία παρέα παιδιών παίζει μπάλα γεμίζοντας με φωνές τη μικρή πλατεία που απλώνεται μπροστά από το τέμενος. Είναι μια μικρή στάση στη βόλτα μου, αλλά και μια υπενθύμιση των διαφορετικών πολιτισμών που έχουν αφήσει το αποτύπωμά τους στην πόλη.
Συνεχίζω να περπατώ στα στενά, παρατηρώ και φωτογραφίζω. Δεν ψάχνω μόνο τα αξιοθέατα της πόλης. Αναζητώ του ανθρώπους, τις μικρές λεπτομέρειες, τις καθημερινές στιγμές της Χαλκίδας. Με αυτό τον τρόπο νιώθω πως βιώνω καλύτερα έναν καινούριο προορισμό και έτσι μαθαίνω έναν νέο τόπο: όχι από όσα έχω σημειώσει πως πρέπει να δω, αλλά από όσα και όσους συνάντησα χωρίς να το περιμένω.
Και με αυτή τη σκέψη, επιστρέφω πλάι στο νερό. Βρίσκω ένα παγκάκι απέναντι από τη θάλασσα. Στην τσάντα μου έχω το βιβλίο που διαβάζω αυτή την περίοδο, την «Πόλη και τα αβέβαια τείχη της» του Χαρούκι Μουρακάμι. Το ανοίγω και μένω για λίγο εκεί. Η αντίθεση του βιβλίου με την εικόνα που έχω μπροστά μου είναι σχεδόν αναπόφευκτη. Στις σελίδες του βιβλίου, μια πόλη κλείνεται πίσω από τα τείχη της. Μπροστά μου, η Χαλκίδα μοιάζει να κάνει ακριβώς το αντίθετο: απλώνεται προς το νερό, αφήνοντας τη ζωή της να κυλά κατά μήκος της ακτής.
Διαβάζω μερικές σελίδες και κάθε τόσο σηκώνω το βλέμμα. Δρομείς περνούν κατά μήκος της παραλίας, οικογένειες και παρέες κάνουν την απογευματινή τους βόλτα, ζευγαράκια κάθε ηλικίας κάθονται σε διπλανά παγκάκια, ενώ λίγο πιο πέρα, κοντά στο λιμάνι, ψαράδες έχουν ρίξει τις πετονιές τους στο νερό. Στιγμές απλές, καθημερινές, που σχηματίζουν όμως εικόνες με τρομερή δύναμη.
Η θάλασσα εδώ, σε τούτο το μέρος, είναι ο βασικός παράγοντας γύρω από τον οποίο έχει στηθεί όλη η καθημερινότητα της Χαλκίδας. Είναι ένας χώρος πολυμορφικός που σου προσφέρει την πολυτέλεια να μην χρειάζεται να κάνεις τίποτα περισσότερο από το να βρίσκεσαι εκεί, να παρατηρείς, να ακούς, και, για λίγο, να αφήνεις τον χρόνο να κυλά χωρίς να προσπαθείς να τον προλάβεις.
Αρχίζω να καταλαβαίνω ότι αυτό είναι ένα από τα στοιχεία που κάνουν την Χαλκίδα ιδανική έστω και για μία μονοήμερη εκδρομή από την Αθήνα. Δεν χρειάζεται να οργανώσω την ημέρα γύρω από μια μεγάλη λίστα με αξιοθέατα και δραστηριότητες. Ο Εύριπος και η Παλαιά Γέφυρα, τα ιστορικά κτίρια, οι εμπορικοί δρόμοι και τα στενά συνυπάρχουν με τον περίπατο, το φαγητό, τον καφέ ή το ποσό, το ψάρεμα, τους ταξιδιώτες, τους κατοίκους και τον χρόνο που κυλά ελεύθερος. Για κάποιον που θέλει να συνεχίσει την εξερεύνηση, δίπλα από την πόλη, στον λόφο του Κανήθου, βρίσκεται το Κάστρο Καράμπαμπα. Το φρούριο στη σημερινή του μορφή χτίστηκε λίγο πριν από την πολιορκία της Χαλκίδας το 1688 και από τη θέση του προσφέρει μια διαφορετική οπτική προς την πόλη και τον Εύριπο. Εγώ κρατώ αυτή τη βόλτα για την επόμενη επίσκεψή μου στην πόλη. Προς το παρόν, το βλέπω στο βάθος και συνεχίζω τη δική μου διαδρομή δίπλα στη θάλασσα.
Όσο περνά η ώρα, το φως αρχίζει να χρυσαφίζει, καθώς ο ήλιος πλησιάζει τις κορυφές των τριγύρω βουνών. Οι αντανακλάσεις πάνω στο νερό σιγά σιγά αλλάζουν, οι σκιές μεγαλώνουν και η κίνηση στην προκυμαία συνεχίζεται. Για λίγα λεπτά, μοιάζει σαν να είμαστε αρκετοί που κοιτάζουμε προς την ίδια κατεύθυνση. Καθώς ο ήλιος κρύβεται πίσω από το βουνό και στον ουρανό αρχίζει να φαίνεται λαμπερό το γεμάτο φεγγάρι, παίρνω τον δρόμο προς τον σιδηροδρομικό σταθμό.
Επιβιβάζομαι ξανά στον προαστιακό, αυτή τη φορά με κατεύθυνση την Αθήνα. Στην επιστροφή δεν αισθάνομαι την ίδια ανάγκη να παρακολουθώ όλη τη διαδρομή. Αφήνω το φεγγάρι να μας συντροφεύει, καθώς οι εικόνες έξω σταδιακά σκοτεινιάζουν, έως ότου να εισέλθουμε πάλι στα πυκνά φώτα της πόλης.
Όσο το τρένο πλησιάζει στην Αθήνα, σκέφτομαι πόσο εύκολα άλλαξε, μέσα σε λίγες ώρες, ο ρυθμός μιας ολόκληρης ημέρας. Ένα τρένο από το κέντρο της Αθήνας ήταν αρκετό για να βρεθώ λίγο αργότερα πλάι στη θάλασσα. Να περάσω μερικές ώρες περπατώντας και ανακαλύπτοντας, σε τελείως διαφορετικό ρυθμό από εκείνο που άφησα πίσω μου.
Αισθάνομαι πως αυτή τελικά είναι η γοητεία της Χαλκίδας: βρίσκεται αρκετά κοντά για να την επιλέξεις αυθόρμητα και έχει πολλές εμπειρίες, εικόνες και ιστορίες να μοιραστεί, αποδεικνύοντας ότι ένα ταξίδι δεν μετριέται πάντα από την απόσταση που σε χωρίζει από τον προορισμό σου.

