Πριν από 4 χρόνια ακριβώς επισκέφτηκα για πρώτη φορά την Αρτοτίνα. 28η Οκτωβρίου ήταν, η κατάλληλη περίοδος για να ζήσεις τη φάση που όλη μέρα καίει η ξυλόσομπα και το τζάκι μες στο σπίτι, αλλά μπορείς να περπατήσεις και στο χωριό χωρίς να ξεπαγιάσεις.
Ο Ορέστης, το αγόρι μου, χρειάστηκε σχεδόν έναν χρόνο για να με πείσει να πάω μαζί του εκεί. Δε σνόμπαρα το χωριό του, απλώς, μέχρι να τον γνωρίσω και να μου «ξεκλειδώσει» την πίστα των ταξιδιών, δυσκολευόμουν να φύγω και να χαλαρώσω μακριά απ’ το σπίτι. Την πρώτη φορά, λοιπόν, πήγαμε μεγάλη παρέα. Ήταν η πρώτη φορά, ουσιαστικά, που ενώσαμε τις παρέες μας και κάναμε bonding. Πήγε τέλεια. Εγώ ερωτεύτηκα το χωριό, το σπίτι και το πώς με κάνει να νιώθω αυτό το μέρος.
Τσίπουρα, επιτραπέζια, μουσική, ελληνικός καφές το πρωί, ταινίες στον προτζέκτορα, αγροτικές δουλειές, άπλωμα τραχανά με τη γιαγιά Καίτη, σταυρόλεξο, περίπατοι στο βουνό με τον Φρέντυ, κρυφτό και ζωγραφική με τα μικρότερα παιδάκια της γειτονιάς είναι μερικές από τις δραστηριότητες που απολαμβάνω κάθε φορά στην Αρτοτίνα.
Η αγαπημένη μου εκδρομή εκεί είναι απέναντι, στα Βαρδούσια Όρη. Είτε πας χειμώνα είτε καλοκαίρι, θα συναντήσεις μικροκλίματα. Θα θέλεις να γδυθείς γιατί ο ήλιος σε καίει και, μέσα σε 10 λεπτά, θα θες να ξαναφορέσεις το μπουφάν σου γιατί η υγρασία απ’ τα έλατα δεν συγχωρεί. Οι καταρράκτες μέσα στα βουνά είναι πανύψηλοι και θορυβώδεις, οι πιθανότητες να συναντήσεις αλεπούδες, ζαρκάδια και σκαντζόχοιρους είναι πολλές κι αν είσαι τυχερός και πετύχεις και λίγο χιονάκι, τότε έχεις ζήσει την απόλυτη μέρα στο βουνό.
Το ποτάμι κάτω από τη γέφυρα είναι ό,τι πιο κοντινό σε νερό μπορείς να βρεις για το καλοκαίρι. Είναι πάντα κρύο, ο ήλιος όμως σκάει εκεί όλη μέρα, οπότε δεν κρυώνεις. Από το σπίτι είναι ένα εικοσιπεντάλεπτο με τα πόδια. Συνήθως παίρνουμε μαζί πίτα της γιαγιάς, καμιά μπίρα κι ένα ηχειάκι. Αν έπρεπε να βάλω soundtrack σ’ αυτήν την εικόνα, θα ήταν το «Here, There and Everywhere» των Beatles.
Θα σας πάω στην πλατεία τώρα και πιο συγκεκριμένα στον «Τριβήλο», τη μοναδική ταβέρνα/καφενείο του χωριού που είναι ανοιχτή όλο τον χρόνο. Δεν υπάρχει περίπτωση να μην τον επισκεφτούμε και να μην πιούμε ένα τσίπουρο μαζί του. Έχω καταλάβει ότι τρελαίνεται για τα παιδιά και κάθε φορά που του εκφράζω ότι η Αρτοτίνα είναι ο παράδεισός μου κι ότι θέλω να ζήσω μόνιμα κάποια στιγμή στο χωριό, μου αναφέρει τη μοναξιά και με προσγειώνει απότομα. Πιστεύω πως ο Τριβήλος «κρατάει» κατά κάποιον τρόπο το χωριό και με τον χαρακτήρα του και με την ποιότητα της δουλειάς του.
Το χωριό βρίσκεται στην ορεινή Φωκίδα, είναι χτισμένο στα 1.100-1.350 μέτρα και δεν έχει πολλούς μόνιμους κατοίκους. Δεν έχει φαρμακείο, ούτε περίπτερο, ούτε καν φούρνο. Όλοι φροντίζουν να έχουν εξοπλιστεί πλήρως πριν πάνε και, κυρίως τους καλοκαιρινούς μήνες, περνάνε μέσα στη βδομάδα, με τα φορτηγάκια τους, ο ψαράς, ο μανάβης κι ο φούρναρης. Το σήμα τους, για να καταλάβει το χωριό ότι ήρθαν, είναι η μουσική στη διαπασών ή οι ασταμάτητες κόρνες. Μαγεία και αυτό!
Κάθε μέρα έρχεται και μια έκπληξη στο σπίτι, ένα πιάτο φαΐ που δεν ήξερες ότι θέλεις. Υπάρχει μεγάλη αγάπη μεταξύ της γιαγιάς μας και των γυναικών στα απέναντι σπίτια: έχουν μεγαλώσει μαζί κι έχουν φτιάξει τη δική τους οικογένεια. Όταν παίρνουμε τη γιαγιά για να γυρίσουμε στην Αθήνα -δε μένει ούτε εκείνη μόνιμα εκεί- πάντα βουρκώνω όταν τις βλέπω να χαιρετιούνται. Τότε σκέφτομαι τις δικές μου φίλες και όσα ζούμε μεγαλώνοντας.
Εδώ και τέσσερα χρόνια είναι η πρώτη μου επιλογή όσον αφορά τις διακοπές μας. Ίσως να είναι και το μοναδικό μέρος, μέχρι στιγμής, όπου νιώθω πως ο χρόνος σταματάει και μαζί του σταματούν το άγχος και η ένταση της Αθήνας. Αξίζουν και οι πέντε ώρες διαδρομής ως εκεί…
*Η Μυρτώ Βασιλείου είναι τραγουδίστρια.
Το άρθρο αποτελεί προσωπική άποψη και αφήγηση της γράφουσας. Το περιεχόμενο δημοσιεύεται όπως παραδόθηκε από τη δημιουργό του, χωρίς ουσιαστική παρέμβαση από την ομάδα του Travel.gr, πέραν των απαραίτητων συντακτικών ή τεχνικών διορθώσεων.
Διαβάστε ακόμα:
Slow Living: Σαββατοκύριακο σε 3 χωριά ησυχαστήρια της Φωκίδας
Ανεξερεύνητοι Τόποι: Καλοκαιρινή απόδραση στο Μοναστηράκι Φωκίδας
Βάργιανη: Ο «άγνωστος», κρυμμένος παράδεισος της Φωκίδας

