Τη σημαντική συμβολή του τουρισμού στην οικονομία, την απασχόληση και την περιφερειακή ανάπτυξη αναδεικνύει μελέτη του Ινστιτούτου του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων με τίτλο «Ο Ελληνικός Τουρισμός: Επιτεύγματα, Προκλήσεις, Προοπτικές» που παρουσιάστηκε σήμερα σε εκδήλωση η οποία πραγματοποιήθηκε στο Athens Capital Hotel – McGallery Collection.
Αγάπη Σμπώκου: O τουρισμός αποτελεί βασικό συστατικό του παραγωγικού μοντέλου της χώρας
Στην εισαγωγική της τοποθέτηση η Πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων κ. Αγάπη Σμπώκου αναφέρθηκε μεταξύ στην εντυπωσιακή πορεία που έχει διανύσει ο ελληνικός τουρισμός επισημαίνοντας ότι αποτελεί πλέον έναν σταθερό πυλώνα της εθνικής οικονομίας που στηρίζει την περιφερειακή ανάπτυξη και δημιουργεί αξία για τις τοπικές κοινωνίες.
Όπως σημείωσε χαρακτηριστικά: «η θέση αυτή δεν προέκυψε τυχαία. Είναι αποτέλεσμα συλλογικής προσπάθειας, επενδύσεων, γνώσης και εμπειρίας, αλλά και της ανθεκτικότητας που ο τομέας ανέπτυξε μέσα από διαδοχικές κρίσεις και ιδιαίτερα απαιτητικές συνθήκες. Όσα έχουμε πετύχει δεν αποτελούν λόγο εφησυχασμού. Αντίθετα, μας δημιουργούν μεγαλύτερη ευθύνη, να προστατεύσουμε όσα κατακτήθηκαν και να διαμορφώσουμε τις προϋποθέσεις για μια ισχυρή και βιώσιμη συνέχεια. Ο τουρισμός εισέρχεται σε έναν νέο κύκλο. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο να μεγαλώνει σε αριθμούς, αλλά να δημιουργεί μεγαλύτερη και σταθερή αξία για τις επιχειρήσεις, τους εργαζομένους, τους προορισμούς, τις τοπικές κοινωνίες και τη χώρα συνολικά. Σε αυτή τη νέα φάση, ο τουρισμός δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ένας απομονωμένος τομέας της οικονομίας. Αποτελεί βασικό συστατικό του παραγωγικού μοντέλου της χώρας και καταλύτη για την εξέλιξή του. Το ζητούμενο λοιπόν είναι να ενισχύσουμε την παραγωγικότητα τόσο του ίδιου του τομέα όσο και των κλάδων με τους οποίους συνδέεται».
Σε αυτό το περιβάλλον, πρόσθεσε η κ. Σμπώκου ο ΣΕΤΕ, ως θεσμικός εκπρόσωπος και Εθνικός Κοινωνικός Εταίρος του τουρισμού, είναι εδώ για να συμβάλλει ενεργά στη διαμόρφωση στρατηγικής και πολιτικής για τον ελληνικό τουρισμό, να μεταφέρει με αξιοπιστία την πραγματική εικόνα της αγοράς, να συνθέτει τις ανάγκες του τομέα και να καταθέτει τεκμηριωμένες και εφαρμόσιμες προτάσεις.
Σύμφωνα με την κ. Σμπώκου «η μελέτη αποτελεί ένα απτό παράδειγμα της γνώσης και της τεκμηρίωσης που παράγει το Ινστιτούτο, αποτυπώνει συνολικά και με ειλικρίνεια τη σημερινή πραγματικότητα του ελληνικού τουρισμού. Δεν περιορίζεται στην παράθεση στοιχείων. Εξετάζει αντιλήψεις που έχουν εδραιωθεί στη δημόσια συζήτηση και μας βοηθά να διακρίνουμε τις γενικεύσεις και τους μύθους από όσα πραγματικά προκύπτουν από τα δεδομένα. Αναδεικνύει επίσης τη δυναμική σύνδεση του τουρισμού με την αγροδιατροφή, τη μεταποίηση, τον πολιτισμό, τις μεταφορές και το εμπόριο. Καταγράφει όσα έχουν επιτευχθεί, χωρίς να παρακάμπτει τις πιέσεις, τις αδυναμίες και τις προκλήσεις που οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε. Πώς ο τουρισμός θα λειτουργεί σε ένα σύγχρονο και σαφές πλαίσιο, που θα εξασφαλίζει ασφάλεια δικαίου, θα προστατεύει το περιβάλλον και θα επιτρέπει ανάπτυξη προσαρμοσμένη στις ανάγκες και στις δυνατότητες κάθε προορισμού. Πώς θα μετατρέψουμε την εργασία στον τουρισμό σε πραγματική ευκαιρία καριέρας και εξέλιξης, προσφέροντας στους ανθρώπους του εκπαίδευση και ποιοτικές θέσεις εργασίας. Πώς θα αναγνωρίζουμε με ειλικρίνεια τις πραγματικές πιέσεις, εκεί όπου υπάρχουν, και θα απαντούμε με στοχευμένες λύσεις, όχι με οριζόντιες προσεγγίσεις που αγνοούν τις σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ προορισμών. Όλα αυτά συνδέονται με το πρότυπο τουριστικής ανάπτυξης που επιδιώκουμε για τη χώρα: ανταγωνιστικό, βιώσιμο και ανθεκτικό, με ευρύτερη διάχυση της αξίας και ουσιαστικό όφελος για την κοινωνία. Όλοι εμείς, οι άνθρωποι του τουρισμού, γνωρίζουμε πολύ καλά ότι ο τομέας χρειάζεται να διαφυλαχθεί. Όχι με όρους ακινησίας ή με τη διατήρηση του σημερινού μοντέλου χωρίς προσαρμογές, αλλά με ουσιαστικές κινήσεις που θα ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα, την ανθεκτικότητα και την προσαρμοστικότητά του. Φιλοδοξία μας είναι η μελέτη αυτή να αποτελέσει ένα σταθερό σημείο αναφοράς για τον ελληνικό τουρισμό, καταγράφοντας σε ετήσια βάση την πορεία του, τις νέες προκλήσεις και τις προτεραιότητες της επόμενης περιόδου. Με αυτή τη μελέτη ανοίγουμε μια συζήτηση που θέλουμε να έχει συνέχεια. Ο ΣΕΤΕ θα αξιοποιήσει τα ευρήματά της στον διάλογο με την Πολιτεία και τους κοινωνικούς και επιχειρηματικούς εταίρους, με στόχο να συμβάλει στη διαμόρφωση συγκεκριμένων πολιτικών και δράσεων».
Παρουσιάζοντας τη μελέτη, ο Επιστημονικός Διευθυντής του ΙΝΣΕΤΕ, κ. Άρης Ίκκος, ανέδειξε τη θέση του τουρισμού διεθνώς, αλλά και τον κομβικό του ρόλο στην ελληνική οικονομία και κοινωνία. Το 2025 η άμεση συνεισφορά του τομέα αντιστοιχεί στο 13% του ΑΕΠ και η συνολική, άμεση και έμμεση, περί το 30% ενώ οι επενδύσεις του κλάδου εκτιμώνται σε περίπου 5 δισ. ευρώ. Διεθνώς η Ελλάδα κατατάσσεται στην 21η θέση στην τουριστική ανταγωνιστικότητα, έναντι 59ης για την οικονομία συνολικά. Έχει δε ένα πολύ ισχυρό brand και αποτελεί τον τρίτο πιο επιθυμητό προορισμό για Γερμανούς και Ιταλούς και τον τέταρτο για Γάλλους και Βρετανούς.
Το 75% της τουριστικής δραστηριότητας πραγματοποιείται εκτός Αττικής και το 58% στις νησιωτικές περιφέρειες καθιστώντας τον τομέα βάση της οικονομικής και κοινωνικής ζωής για τα νησιά αλλά και για πολλές απομακρυσμένες περιοχές της χώρας. Είναι αξιοσημείωτο ότι ενώ ο πληθυσμός της Ελλάδας μειώθηκε κατά 3,1% μεταξύ των απογραφών του 2011 και του 2021, το Νότιο Αιγαίο κατέγραψε αύξηση κατά 6,1% και η Κρήτη κατά 0,2%, την ίδια ώρα που άλλες Περιφέρειες υποχώρησαν έως και 10,3%.
Καταγράφονται, ωστόσο, και αδυναμίες. Πέντε Περιφέρειες συγκεντρώνουν το 83% των επισκέψεων και το 90% των εισπράξεων, ενώ το 90% των Δημοτικών Ενοτήτων, που καλύπτουν το 95,0% της έκτασης της χώρας, εμφανίζει μικρή έως μηδαμινή τουριστική ανάπτυξη. Το βασικό ζήτημα, συνεπώς, είναι η συγκέντρωση της τουριστικής δραστηριότητας στον χώρο και στον χρόνο (κυρίως στο τρίτο τρίμηνο). Επίσης, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη η φορολογική επιβάρυνση, που κατατάσσει την Ελλάδα 5η μεταξύ 7 ανταγωνιστριών χωρών, το υψηλό ενεργειακό κόστος, τα ελλείμματα στις δημόσιες υποδομές και το κενό ωριμότητας των επιχειρήσεων στην περιβαλλοντική βιωσιμότητα. Ως τμήμα του τουριστικού προϊόντος, η βραχυχρόνια μίσθωση χρειάζεται να ενσωματωθεί με ισορροπημένο τρόπο: με καθαρούς όρους και ελέγχους, φορολογική ισοδυναμία με τα ξενοδοχεία, σύνδεση με τη στέγαση και την ποιότητα της εμπειρίας. Παράλληλα, ο ψηφιακός μετασχηματισμός και η κλιματική αλλαγή διαμορφώνουν ένα νέο, πιο απαιτητικό πλαίσιο.
Παραγωγικότητα, άνθρωποι και κοινωνία στο επίκεντρο
Τρία κρίσιμα θέματα που επικρατούν στον δημόσιο διάλογο για τον τουρισμό συζητήθηκαν σε πάνελ με τον Γενικό Διευθυντή του ΙΝΣΕΤΕ, κ. Ηλία Κικίλια, τον κ. Τάσο Αναστασάτο, Επικεφαλή Οικονομολόγο του Ομίλου Eurobank και Πρόεδρο της Συντονιστικής Επιτροπής Οικονομικών Αναλύσεων και Προοπτικών του Τραπεζικού Κλάδου της ΕΕΤ, την κα Έλενα Γκίκα-Πετρουλάκη, Chief People Officer της Costa Navarino, και την κα Φαίη Μακαντάση, Διευθύντρια Ερευνών της διαΝΕΟσις.
Ο τουρισμός δεν εκτοπίζει άλλους παραγωγικούς τομείς, αλλά αποτελεί κατακτημένο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα
Στη δημόσια συζήτηση ακούγεται συχνά ότι η Ελλάδα πρέπει να αλλάξει παραγωγικό μοντέλο και να περιορίσει την εξάρτησή της από τον τουρισμό. Σύμφωνα με τα δεδομένα όμως, ο τουρισμός δεν εκτοπίζει άλλους παραγωγικούς τομείς, αλλά αποτελεί κατακτημένο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της χώρας. Το ζητούμενο είναι η αύξηση της παραγωγικότητάς του και των κλάδων με τους οποίους διασυνδέεται. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο κ. Αναστασάτος: «Η επιτυχημένη πορεία του ελληνικού τουρισμού τα τελευταία χρόνια έχει συνεισφέρει σημαντικά στην οικονομική ανάπτυξη και την εξισορρόπηση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Τα οφέλη από τον τουρισμό περιλαμβάνουν τη μείωση των περιφερειακών ανισοτήτων, διατήρηση πληθυσμού σε φτωχότερες περιοχές και δημιουργία αξίας για άλλους κλάδους. Το ζητούμενο για την μελλοντική πορεία του κλάδου είναι να μεγιστοποιήσει τη θετική οικονομική του συνεισφορά ελαχιστοποιώντας τις αρνητικές εξωτερικότητες. Αυτό επιτάσσει εστίαση στην βελτίωση των εσόδων ανά επισκέπτη και όχι στον αριθμό των αφίξεων, με αντίστοιχη έμφαση σε -ιδιωτικές και δημόσιες- υποδομές που είναι συμβατές με αυτό τον στόχο. Οι ελληνικές τράπεζες έχουν στηρίξει ουσιαστικά την άνθιση του τουρισμού με μεγάλη αύξηση των πιστοδοτήσεων προς τον κλάδο αλλά και παροχή τεχνογνωσίας, και διαθέτουν τη ρευστότητα και τη διάθεση να στηρίξουν χρηματοδοτικά και την περαιτέρω πρόοδο προς ένα μοντέλο υψηλής προστιθέμενης αξίας».
Επικαλούμενος τραπεζικές πηγές ο κ. Αναστασάτος εκτίμησε ότι το 25% των χρηματοδοτήσεων από τις Τράπεζες προέρχεται κατευθύνεται στην τουριστικές επιχειρήσεις. Επίσης σε ετήσια βάση την τελευταία 5ετία έχουν δοθεί δάνεια της τάξης του 1,2 δισ. ευρώ στον τουριστικό τομέα.
Από τη δημιουργία θέσεων εργασίας στην ανάπτυξη πραγματικών επαγγελματικών προοπτικών
Η φιλοξενία και το υψηλό επίπεδο εξυπηρέτησης που παρέχουν οι άνθρωποι του τουρισμού διαχρονικά αποτελούν σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα του ελληνικού τουριστικού προϊόντος. Παράλληλα, η έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού και η ανάγκη αναβάθμισης δεξιοτήτων αναδεικνύονται ως βασικές προκλήσεις. Η μετάβαση από τις «θέσεις εργασίας» στις «σταδιοδρομίες» αναδεικνύεται ως η πιο στρατηγική επένδυση του τομέα. Στην τοποθέτησή της η κα Γκίκα-Πετρουλάκη σημείωσε ότι: «Για να αντιμετωπίσουμε τις ελλείψεις ανθρώπινου δυναμικού στον τουρισμό, πρέπει πρώτα να επανεξετάσουμε τι προσφέρουμε στους ανθρώπους που θέλουμε να προσελκύσουμε και να διατηρήσουμε. Η αξιοπιστία, η συνέπεια, η ποιότητα της ηγεσίας, η ουσιαστική φροντίδα και οι προοπτικές σταδιοδρομίας δεν είναι πρόσθετες παροχές· είναι προϋποθέσεις μιας βιώσιμης εργασιακής σχέσης. Στην Costa Navarino, η συστηματική επένδυση σε αυτές τις αρχές ενισχύει την εμπιστοσύνη, την αφοσίωση και τη μακροχρόνια επαγγελματική εξέλιξη των ανθρώπων μας. Παράλληλα, επενδύουμε στη συνεχή ανάπτυξη δεξιοτήτων και στην τεχνολογία που απελευθερώνει χρόνο για ανθρώπινη επαφή. Δεν αρκεί να αναζητούμε ανθρώπους για τις ανάγκες του κλάδου. Οφείλουμε να διαμορφώνουμε έναν κλάδο που ανταποκρίνεται και στις ανάγκες των ανθρώπων».
Η κοινωνική αποδοχή ως προϋπόθεση βιώσιμης ανάπτυξης
Η κοινωνία διατηρεί σε μεγάλο βαθμό μια θετική αντίληψη για τον τουρισμό. Βάσει ερευνών, το 82,4% αξιολογεί θετικά την οικονομική του συνεισφορά, ενώ το 54% τον θεωρεί -πρώτο σε κατάταξη- τομέα με τη μεγαλύτερη πρόοδο μετά τη Μεταπολίτευση. Καταγράφονται, ωστόσο, ανησυχίες για ζητήματα όπως το κόστος ζωής, οι πιέσεις στη στέγαση και στις τοπικές υποδομές, θέματα όμως που είναι πολυπαραγοντικά και δεν μπορούν να αποδοθούν αποκλειστικά στον τουρισμό. Η αποδοχή άλλωστε περνά από τη δίκαιη κατανομή των ωφελειών και την ποιότητα ζωής στους προορισμούς. Σχετικά, η κα. Μακαντάση ανέφερε ότι: «Ο ελληνικός τουρισμός πηγαίνει αρκετά καλά. Το ερώτημα είναι ποσό καλά πηγαίνουν και οι τόποι που τον φιλοξενούν. Διότι οι αφίξεις και τα έσοδα λένε την μια πλευρά της ιστορίας. Η επιτυχία του τουρισμού κρίνεται, μεταξύ άλλων, και από το αν οι κάτοικοι έχουν πρόσβαση σε νερό, αν οι υποδομές αντέχουν, αν προστατεύεται το περιβάλλον και αν τα οφέλη φτάνουν στην τοπική οικονομία. Αυτό δεν γίνεται από μόνο του. Χρειάζεται καλύτερος συντονισμός του κράτους με τους Δήμους και τις Περιφέρειες, δημιουργία ισχυρών Οργανισμών Διαχείρισης Προορισμών και ανταποδοτικότητα στη χρήση των τουριστικών εσόδων με ορατά αποτελέσματα για τους κατοίκους».
Ηλίας Κικίλιας: Nα επενδύσουμε στους ανθρώπους και τις δεξιότητές τους
Ο Γενικός Διευθυντής του ΙΝΣΕΤΕ, κ. Ηλίας Κικίλιας, δήλωσε ότι: «Ο ελληνικός τουρισμός διαθέτει σημαντικά πλεονεκτήματα. Η πρόκληση για τα επόμενα χρόνια είναι να τα αξιοποιήσουμε ακόμη καλύτερα. Να αυξήσουμε την παραγωγικότητα και την προστιθέμενη αξία, να επενδύσουμε στους ανθρώπους και τις δεξιότητές τους και να βελτιώσουμε τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζουμε και διαχειριζόμαστε την τουριστική ανάπτυξη. Γιατί τελικά, η επιτυχία του ελληνικού τουρισμού δεν πρέπει να μετριέται μόνο από το πλήθος επισκεπτών που προσελκύουμε, αλλά και από το πόση αξία δημιουργούμε για την οικονομία, τους εργαζομένους και τις τοπικές κοινωνίες».
Την εκδήλωση συντόνισε η Γενική Διευθύντρια του ΣΕΤΕ κ. Μαρία Γάτσου, η οποία υπογράμμισε στην τοποθέτησή της ότι: «Η μελέτη συμβάλλει ουσιαστικά στον δημόσιο διάλογο, καθώς για πρώτη φορά συνθέτει μια ολοκληρωμένη εικόνα του ελληνικού τουρισμού. Σε έναν τομέα που συχνά συζητείται αποσπασματικά, αντιπαραθέτουμε τεκμηριωμένα δεδομένα σε εδραιωμένες αντιλήψεις και απλουστεύσεις. Ο τουρισμός μπορεί να συνεχίσει να αναπτύσσεται και να προσφέρει στην ελληνική οικονομία και κοινωνία, όχι όμως στον αυτόματο πιλότο. Η χάραξη πολιτικής και οι επιχειρηματικές αποφάσεις απαιτούν κοινή βάση γνώσης και κατανόηση των αλληλεξαρτήσεων. Αυτόν ακριβώς τον ρόλο υπηρετεί το οικοσύστημα του ΣΕΤΕ, παράγοντας γνώση και τεκμηρίωση που στηρίζουν αποτελεσματικότερες πολιτικές, ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα και συμβάλλουν στη στρατηγική εξέλιξη του ελληνικού τουρισμού».
Υψηλότερες εισπράξεις, συντομότερα ταξίδια
Στη μελέτη αναφέρεται ότι το 2025 οι αφίξεις του εισερχόμενου τουρισμού, χωρίς την κρουαζιέρα, ανήλθαν σε 37,98 εκατ., αυξημένες κατά 5,6% έναντι του 2024. Οι αντίστοιχες εισπράξεις έφτασαν τα 22,61 δισ. ευρώ, σημειώνοντας άνοδο 9,8%, ενώ οι διανυκτερεύσεις αυξήθηκαν μόλις κατά 0,9%, στα 233,15 εκατ. Συμπεριλαμβανομένης της κρουαζιέρας, οι συνολικές ταξιδιωτικές εισπράξεις διαμορφώθηκαν σε 23,6 δισ. ευρώ.
Πίσω από την αύξηση των εσόδων βρίσκονται δύο διαφορετικές εξελίξεις. Η μέση δαπάνη ανά διανυκτέρευση ανέβηκε στα 97 ευρώ, κατά 8,8% υψηλότερα από το 2024 και κατά 27,5% από το 2019. Ταυτόχρονα, η μέση διάρκεια παραμονής περιορίστηκε στις 6,1 διανυκτερεύσεις, από 6,4 το 2024 και 7,4 το 2019.
Έτσι, η μέση δαπάνη ανά ταξίδι έφτασε τα 595 ευρώ, με αύξηση 3,9% σε ετήσια βάση και 5,5% έναντι του 2019. Η συντόμευση των διακοπών περιορίζει, επομένως, το όφελος από την υψηλότερη ημερήσια δαπάνη. Το ΙΝΣΕΤΕ θέτει ως βασική προτεραιότητα τη δημιουργία περισσότερων κινήτρων παραμονής, μέσα από ελκυστικότερες υπηρεσίες και εμπειρίες.
Πέντε Περιφέρειες συγκεντρώνουν το 90% των εισπράξεων
Η γεωγραφική συγκέντρωση παραμένει ένα από τα εντονότερα χαρακτηριστικά του ελληνικού τουρισμού. Η Αττική, το Νότιο Αιγαίο, η Κρήτη, η Κεντρική Μακεδονία και τα Ιόνια Νησιά συγκεντρώνουν το 83% των επισκέψεων και το 90% των εισπράξεων. Στις υπόλοιπες οκτώ Περιφέρειες αντιστοιχεί συνολικά περίπου το 10% των εσόδων.
Οι επιδόσεις, ωστόσο, διαφοροποιούνται ακόμη και μεταξύ των ισχυρών τουριστικών περιοχών. Το 2025 η Αττική κατέγραψε αύξηση επισκέψεων 10,5% και εισπράξεων 22,9%, ενώ το Νότιο Αιγαίο διατήρησε την πρώτη θέση στις εισπράξεις, με 6,63 δισ. ευρώ. Αντίθετα, στην Κρήτη και στα Ιόνια Νησιά οι εισπράξεις μειώθηκαν κατά 5% και 4,1% αντίστοιχα, παρά την αύξηση των επισκέψεων.
Κατά τη μελέτη, οι πιέσεις στους δημοφιλείς προορισμούς συνδέονται κυρίως με την υπερσυγκέντρωση της ζήτησης σε συγκεκριμένους τόπους και περιόδους, σε συνδυασμό με ανεπάρκειες υποδομών. Η κατεύθυνση που προτείνεται είναι η αποσυμφόρηση των σημείων αιχμής και η οργανωμένη ανάπτυξη περιοχών που παραμένουν τουριστικά υποαξιοποιημένες.
Η επιμήκυνση της περιόδου αποκτά μεγαλύτερη σημασία
Η εποχικότητα παρουσιάζει βελτίωση σε σύγκριση με την προπανδημική περίοδο, διατηρεί όμως ισχυρή παρουσία. Το τρίτο τρίμηνο συγκέντρωσε το 2025 το 52,4% των αφίξεων και το 52,5% των εισπράξεων, έναντι 56% και 58,3% αντίστοιχα το 2019.
Στις διανυκτερεύσεις, το μερίδιο Ιουλίου – Σεπτεμβρίου διαμορφώθηκε σε 52,9%, από 58,5% το 2019. Παράλληλα, το τέταρτο τρίμηνο ενισχύθηκε στο 15,2%, από 11,4%, αποτυπώνοντας τη διεύρυνση της δραστηριότητας προς το τέλος του έτους.
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα χαρακτηριστικά του δεύτερου τριμήνου του 2025. H μέση δαπάνη ανά διανυκτέρευση έφτασε τα 103 ευρώ, έναντι 96 ευρώ στο τρίτο τρίμηνο, ενώ η μέση παραμονή ήταν μεγαλύτερη, στις 6,6 έναντι 6,2 διανυκτερεύσεων. Τα στοιχεία υπογραμμίζουν τις δυνατότητες ανάπτυξης εκτός αιχμής, με οφέλη για τις επιχειρήσεις, τη σταθερότητα της απασχόλησης και την καλύτερη αξιοποίηση των υποδομών.
Οι εργαζόμενοι στηρίζουν την ποιότητα της φιλοξενίας
Το ανθρώπινο δυναμικό αναδεικνύεται σε ένα από τα ισχυρότερα πλεονεκτήματα της Ελλάδας. Στην περίοδο Οκτωβρίου 2025- Μαρτίου 2026, η βαθμολογία του προσωπικού στην αξιολόγηση της τουριστικής εμπειρίας έφτασε το 9,5 στα 10. Η συνολική βαθμολογία της χώρας διαμορφώθηκε σε 9,2, υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 8,9 και από βασικούς ανταγωνιστικούς μεσογειακούς προορισμούς.
Το τρίτο τρίμηνο του 2025 η απασχόληση στα καταλύματα και στην εστίαση έφτασε τους 475.200 εργαζομένους, αντιστοιχώντας στο 10,8% της συνολικής απασχόλησης. Παράλληλα, το ποσοστό πλήρους απασχόλησης αυξήθηκε στο 90,4%, από 82,1% το 2019.
Οι ελλείψεις προσωπικού και δεξιοτήτων παραμένουν κρίσιμες. Σύμφωνα με τη σύνοψη της μελέτης, οι ελλείψεις στα ξενοδοχεία αντιστοιχούσαν το 2025 στο 14% των θέσεων εργασίας, ενώ μόλις το 24% των εργαζομένων τους ήταν απόφοιτοι τουριστικών σχολών. Η κατάρτιση, η συγκράτηση έμπειρων στελεχών και η δημιουργία σταθερότερων επαγγελματικών διαδρομών αποτελούν βασικές προϋποθέσεις διατήρησης της ποιότητας.
Η κοινωνική αποδοχή συνδέεται με την καθημερινότητα
Η έρευνα που παρουσιάζει το ΙΝΣΕΤΕ καταγράφει ευρεία αναγνώριση της οικονομικής σημασίας του τουρισμού. Tο 82,4% αξιολογεί θετικά τη συνεισφορά του. Ταυτόχρονα, αναδεικνύονται έντονες ανησυχίες για τα ενοίκια και το κόστος ζωής.
Η μελέτη αντιμετωπίζει τη διαχείριση αυτών των πιέσεων ως προϋπόθεση μακροχρόνιας ανθεκτικότητας. Η διάχυση των οικονομικών ωφελειών και η αναβάθμιση των υπηρεσιών στους προορισμούς συνδέονται με τη διατήρηση της υποστήριξης των τοπικών κοινωνιών.
Στο περιβαλλοντικό πεδίο, περίπου το 8% των ξενοδοχείων διαθέτει πιστοποίηση βιωσιμότητας. Η διεύρυνση της εφαρμογής τεκμηριωμένων περιβαλλοντικών πρακτικών αποκτά μεγαλύτερη σημασία, καθώς η κλιματική αλλαγή εντείνει τις πιέσεις στους υδατικούς πόρους και στις ακτές, ενώ αυξάνονται οι σχετικές απαιτήσεις της τουριστικής αγοράς.
Διαχείριση προορισμών με δεδομένα και συνεργασίες
Κεντρική θέση στις προτάσεις του ΙΝΣΕΤΕ έχουν οι Οργανισμοί Διαχείρισης και Προώθησης Προορισμών. Η αποστολή τους περιλαμβάνει τον σχεδιασμό της ανάπτυξης, τη διαχείριση επισκεπτών, τον συντονισμό υποδομών και τη σύνδεση της τουριστικής δραστηριότητας με τις ανάγκες των κατοίκων.
Ο εμπλουτισμός της προσφοράς με γαστρονομικές, οινικές, πολιτιστικές, συνεδριακές και φυσιολατρικές εμπειρίες μπορεί να υποστηρίξει μεγαλύτερη παραμονή και ευρύτερη κατανομή της ζήτησης. Προϋπόθεση είναι η συνεργασία δημόσιων και ιδιωτικών φορέων, η εξειδικευμένη στελέχωση και η σταθερή χρηματοδότηση.
Παράλληλα, η μελέτη προτείνει τη δημιουργία εθνικού κόμβου τουριστικών δεδομένων και την αξιοποίηση ψηφιακών εργαλείων για την πρόβλεψη της ζήτησης και την παρακολούθηση των ροών. Η εξάπλωση της τεχνητής νοημοσύνης επηρεάζει ήδη τον τρόπο αναζήτησης και επιλογής ταξιδιών, δημιουργώντας νέες απαιτήσεις για την παρουσία των επιχειρήσεων και των προορισμών στα ψηφιακά κανάλια.
Η επόμενη φάση ανάπτυξης προϋποθέτει, συνεπώς, συντονισμένες παρεμβάσεις, περισσότερους λόγους για μεγαλύτερη παραμονή, λειτουργικότερες υποδομές, καταρτισμένους εργαζομένους και προορισμούς που διαχειρίζονται αποτελεσματικά τους πόρους τους. Σε αυτό το πεδίο θα κριθεί η δυνατότητα του ελληνικού τουρισμού να μετατρέπει τις υψηλές επιδόσεις σε διαρκές όφελος για την οικονομία και τις τοπικές κοινωνίες.
Διαβάστε ακόμα:
Αισιοδοξία στην ελληνική φιλοξενία: Το 73% των καταλυμάτων βλέπει ανάπτυξη
Ποιες είναι οι αγορές που οδηγούν σε ρεκόρ τον ελληνικό τουρισμό
Έτος-ορόσημο το 2026: Πάνω από 45 εκατ. επισκέπτες και 25 δισ. ευρώ στα ταμεία

