Το πρωινό ψιλόβροχο «ξαπλώνει» ήρεμα στο μπροστινό τζάμι του αυτοκινήτου, προκαλώντας την αυθόρμητη κίνηση του λαιμού μας προς τα μπρος και την ταυτόχρονη ανύψωση του κεφαλιού μας. Ο γκρι ουρανός μας συντροφεύει από την αφετηρία μας, την Αθήνα, έως τον προορισμό μας, την Ανδρίτσαινα. Στις ενδιάμεσες στάσεις έως εκεί, θαυμάζουμε το όμορφο τοπίο ή μάλλον, αυτό γίνεται η αφορμή για παύσεις στην οδήγηση, καθώς το βλέμμα θέλει να ξεκουραστεί στην απέραντη πράσινη αγκαλιά της φύσης.

19

Αποχρώσεις του πράσινου ξεμυτίζουν στην Αρκαδία. Πίσω τους τα βουνά σε ανοιχτές αποχρώσεις του γαλάζιου δένουν αρμονικά με τον ανήσυχο ουρανό. Τα χρώματα προδίδουν τη χαμηλή θερμοκρασία, μία ημέρα κατά την οποία, παραδοσιακά, η φύση φωτίζεται από τον ήλιο και η επιφάνεια της γης στολίζεται με τα χρώματα των λουλουδιών. Θαρρείς πως η Πρωτομαγιά αυτή σκεπάστηκε από κάποια θλίψη του ουρανού – αυτό ίσως να έλεγε κι ένα παιδί.

Χάρη όμως σε αυτόν τον καιρό, είμαστε τυχεροί να παρατηρούμε το λίκνισμα των κλαδιών των δέντρων και το θρόισμα της φυλλωσιάς τους κατά το πέρασμα του ανέμου. Σαν η πρασινάδα να αναπνέει και συνάμα να μας καλωσορίζει περιμετρικά των δρόμων, δημιουργώντας την αίσθηση μιας φυσικής πύλης.

Η υποδοχή της φύσης σε κάθε χιλιόμετρο της διαδρομής μας υπενθυμίζει την αναγκαιότητα συνύπαρξης του ανθρώπου με το περιβάλλον. Εδώ, ο αέρας είναι πιο ανάλαφρος και καθαρός, η βροχή έχει χαρίσει στο τοπίο μια ιδιαίτερη μυρωδιά που απορρέει από το χώμα δίπλα στα δρομάκια της Ανδρίτσαινας, κεφαλοχωριού στην Ηλεία, αμφιθεατρικά χτισμένου (υψ. 750 μ.) κοντά στα όρια της Ηλείας με την Αρκαδία.

Οι ψιχάλες βροχής είναι καλοδεχούμενες αλλά κάπως ενοχλούν καθώς πέφτουν στα γυαλιά οράσεως. Η περιήγηση στην Ανδρίτσαινα υπό τον ήχο της βροχής (πάνω στην ομπρέλα) παραλληλίζεται με τον ήχο του δείκτη ρολογιού που, εδώ, μας «ταξιδεύει» πίσω στον 19ο αιώνα, με την όψη των διώροφων και τριώροφων κτιρίων (άλλοτε αρχοντικών). Ορισμένα είναι διατηρητέα και κατοικήσιμα, ενώ αρκετά είναι εγκαταλελειμμένα, διατηρώντας, παρά την κατάστασή τους, ψήγματα της άλλοτε αίγλης τους.

Η ομορφιά δεν απουσιάζει από το εσωτερικό τους – το διαπιστώσαμε ιδίοις όμμασι αφότου περάσαμε το κατώφλι του τριώροφου αρχοντικού Γεωργίου Κανελλόπουλου όπου στεγάζεται το Λαογραφικό Μουσείο Ανδρίτσαινας. Στο ισόγειο είδαμε εργαλεία και αντικείμενα της αγροτικής ζωής, οικιακά σκεύη, αργαλειό, στον επάνω όροφο είδαμε το αρχοντικό όπως ήταν με όλα τα αντικείμενά του, και στον δεύτερο όροφο διάφορα αντικείμενα όπως καρέκλα κουρείου, παιδικά ρούχα εφημερίδες και έγγραφα καθώς και παλιές ενδυμασίες τοποθετημένες σε βιτρίνες – εκθέματα τα οποία καλύπτουν το διάστημα μεταξύ 1832 και 1932.

Μεταξύ άλλων, είδαμε καπέλα της περιόδου εκείνης, «τα σχέδια των οποίων έρχονταν από το Παρίσι και στην Ανδρίτσαινα τα κατασκεύαζαν και τα πωλούσαν. Οι γυναίκες δεν έβγαιναν από το σπίτι χωρίς να φορούν καπέλο», μας διηγείται ξεναγός, τονίζοντας ότι «οι άνθρωποι στην Ανδρίτσαινα ασχολούνταν με το εμπόριο».

Σε μικρή απόσταση συναντάμε τη δημόσια βιβλιοθήκη της Ανδρίτσαινας και θαυμάζουμε τις σπάνιες εκδόσεις που αποτελούν κυρίως δωρεά (1838) του Κωνσταντίνου Αγαθόφρονος Νικολοπούλου. Εδώ, η μυρωδιά των παλιών τόμων φέρνει στον νου λέξεις όπως «παλαιότητα», «ιστορία», «αρχείο».

Περπατώντας πίσω, προς την πλατεία της Ανδρίτσαινας, συναντάμε την Τρανή Βρύση και, λίγα μέτρα πιο πέρα, μία άλλη, όχι πέτρινη αλλά πλαισιωμένη από πλάτανο. Παρατηρούμε τους ντόπιους που βάζουν το παγούρι τους και το γεμίζουν με νερό, ενώ μπαίνουμε σε ένα κατάστημα για να προμηθευτούμε τα παραδοσιακά λαζάνια της περιοχής.

Η νυχτερινή σιωπή «σπάει» από τον ήχο του νερού που τρέχει από τη βρύση κάτω από τον πλάτανο και λέει επίσης «καλημέρα» στους πρώτους πρωινούς περαστικούς. Λέμε «καλημέρα» στην Ανδρίτσαινα και ανεβαίνουμε υψομετρικά ώστε, περίπου 30′ μετά, να βρεθούμε στον ναό του Επικούριου Απόλλωνα, στις Βάσσες της Φιγαλείας. Το υψόμετρο (1.130 μ.) προσδίδει μία ακόμη νότα ψύχρας και ο άνεμος «συγκρούεται» με το στέγαστρο με το οποίο, για λόγους προστασίας, είναι καλυμμένος ο ναός, δημιουργώντας έναν ήχο παρόμοιο με εκείνον των πανιών των πλεούμενων όταν φυσά δυνατά ο άνεμος.

Από μία μικρή είσοδο του στεγάστρου μπαίνουμε να θαυμάσουμε τον περίφημο, όπως μας είπαν και οι ντόπιοι, «Παρθενώνα της Πελοποννήσου». Ο ναός ανεγέρθηκε τον 5ο αι. π.Χ., αποδίδεται στον Ικτίνο, αρχιτέκτονα του Παρθενώνα στον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης, και αποτελεί ένα από τα καλύτερα σωζόμενα μνημεία της κλασικής αρχαιότητας. Υπόμνημα στον χώρο υπενθυμίζει τη σπουδαιότητά του, καθώς ήταν το πρώτο στη χώρα που ανακηρύχθηκε, το 1986, Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς από την UNESCO.

Τμήμα της περιμετρικής διαδρομής γύρω από τον ναό δεν ήταν προσβάσιμο λόγω εργασιών που εκτελούνται, όμως η διαδρομή αξίζει και η επίσκεψη συστήνεται σε όλους. Επόμενη στάση, ακόμα ένα μνημείο που χρονολογείται στον 11 αι. μ.Χ: η ιστορική Ιερά Μονή Σεπετού Ανδρίτσαινας, αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Η μονή είναι χτισμένη σε απότομο και κάθετο βράχο, πάνω από την όχθη του ποταμού Τρίτωνα, ενός από τους παραποτάμους του Αλφειού, και προσφέρει απέραντη θέα στο φυσικό, περιβάλλοντα τοπίο.

Το φως χαμηλώνει καθώς ο ήλιος δύει, το σούρουπο χαρίζει ένα μενεξεδί χρώμα στον ουρανό, χάρη στο οποίο σκουραίνει και το χρώμα της πρασινάδας. Τα δρομάκια όπου είχαμε περπατήσει λένε «καληνύχτα» στους λίγους περαστικούς, ενώ εμείς ανακαλούμε εικόνες της Ανδρίτσαινας κατά τις ώρες που ο ουρανός ήταν μπλε.

Την επόμενη μέρα ολοκληρώνεται το τριήμερο και η φύση είναι ξανά πρωταγωνίστρια. Αυτή τη φορά η εξερεύνηση του τοπίου γίνεται πλάι στον Αλφειό ποταμό, μέσα από μια ιππική διαδρομή, με φροντίδα και σεβασμό προς τα άλογα που μας συνοδεύουν. Μετά τη γαλήνια αυτή εμπειρία περιηγούμαστε στον παραδοσιακό οικισμό της Καρύταινας, κάνοντας στάσεις στον Πύργο της Λεβένταινας, μεταβυζαντινό πυργόσπιτο που χρονολογείται στα τέλη του 18ου αιώνα, στον μεταβυζαντινό ναό του Αγίου Νικολάου, κτίσμα των αρχών του 18ου αιώνα, και σε οποιοδήποτε άλλο σημείο για να θαυμάσουμε τη φύση που απλώνεται ολόγυρά μας.

Ο χρόνος μοιάζει απροσδιόριστος, ώσπου στάλες βροχής πέφτουν με χαμηλή ταχύτητα στο πρόσωπό μας, προτρέποντάς μας να κοιτάξουμε το ρολόι και σιγά σιγά να πάρουμε τον δρόμο της επιστροφής. Το τοπίο μας χαιρετά υποδεχόμενο τη βροχή, φέροντας στο βλέμμα μας εικόνες της φύσης από ένα γεμάτο τριήμερο και την επιθυμία επιστροφής για περαιτέρω εξερεύνηση.

Διαβάστε ακόμα:

Χρυσοβίτσι-Παναγιά-Ανδρίτσαινα: Μια διαδρομή, δύο νομοί, τρεις προορισμοί

Αποστολή στην Ανδρίτσαινα: Επίσκεψη στη Δημόσια Ιστορική Βιβλιοθήκη και στο Λαογραφικό Μουσείο

Ανδρίτσαινα-Καρύταινα: Ταξίδι σε δύο πανέμορφα χωριά στην καρδιά της Πελοποννήσου