Νεάπολη, Χριστούπολη, Καβάλα. Σύμφωνα με τα αρχαιολογικά ευρήματα, η ιστορία της πόλης και της περιοχής φτάνει ακόμη και στην προϊστορική εποχή. Τον αρχικό πυρήνα της αποτέλεσε η συνοικία της Παναγίας, που κατοικείται σχεδόν αδιάκοπα από τον 7ο αιώνα π.Χ. Στη μικρή, οχυρωμένη χερσόνησο περιορίστηκε για αιώνες η πόλη και στις αρχές του 16ου αιώνα επεκτάθηκε έξω από αυτήν, διατηρώντας σε γενικές γραμμές τα ίδια όρια μέχρι το 1870. Από το 1928 άρχισε να παίρνει τη σημερινή της μορφή.

50

Η Καβάλα οφείλει τη στρατηγική και οικονομική σημασία της, στη διάρκεια των αιώνων, κυρίως στη θέση της, αφού αποτελούσε σταθμό στους θαλάσσιους δρόμους της περιοχής. Την οφείλει επίσης στην Εγνατία Οδό, που περνούσε και από εκεί, συνδέοντας την Ανατολή με τη Δύση, στο φυσικό λιμάνι της και στη φυσική οχύρωση της χερσονήσου όπου ήταν κτισμένη. Η Καβάλα υπήρξε επίσης «Μέκκα του καπνού», καθώς η συστηματική καλλιέργεια και κυρίως η εμπορία του ξεκίνησαν στις αρχές του 19ου αιώνα. Για περισσότερο από 150 χρόνια συνδέθηκε με την ιστορία και την εξέλιξή της και οι τεράστιες καπναποθήκες, είτε ανακατασκευασμένες είτε ερειπωμένες, έχουν μείνει για να θυμίζουν ακόμη εκείνη την περίοδο.

Περιήγηση στην παλιά πόλη

Η πλατεία του Μεχμέτ Αλή Πασά και το κονάκι του

Κοιτάζοντάς την από την προκυμαία, η άλλοτε περιτειχισμένη παλιά πόλη με την ακρόπολή της επιδεικνύει ένα γοητευτικό, συμπαγές οικιστικό σύνολο που διατηρεί την ενότητά του καθώς ξεδιπλώνεται επάνω στη φυσικά οχυρή χερσόνησο. Κομβικό σημείο είναι η πλατεία του Μεχμέτ Αλή, που δημιουργήθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα με το γκρέμισμα των σπιτιών όπου κατοικούσαν οι χριστιανοί κατά την Τουρκοκρατία. Στο κέντρο υψώνεται το άγαλμά του, ανάμεσα στο κονάκι του και στην εκκλησία της Παναγίας, που κτίστηκε μετά το 1965 πάνω στην παλιότερη μεταβυζαντινή τρίκλιτη βασιλική και έδωσε το όνομά της στην ιστορική περιοχή.

Το ορειχάλκινο άγαλμα του έφιππου Μεχμέτ Αλή, φιλοτεχνημένο από τον Στενημαχίτη γλύπτη Κωνσταντίνο Δημητριάδη, έγινε κατά τη μεταφορά του αιτία να ανοιχτεί η σημερινή οδός Θ. Πουλίδου. Αν το κοιτάξετε προσεκτικά, θα καταλάβετε και τον συμβολισμό, καθώς παρουσιάζεται να βγάζει το σπαθί του, σημάδι ότι επιστρέφει στο σπίτι. Το λεγόμενο κονάκι του (το σπίτι της οικογένειάς του) είναι κτισμένο στα τέλη του 18ου αιώνα και έχει αναστηλωθεί υποδειγματικά, όπως και το Ιμαρέτ, από την οικογένεια των καπνεμπόρων Μισιριάν.

Το μνημείο θεωρείται ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σωζόμενα δείγματα οθωμανικής αρχιτεκτονικής του 18ου αιώνα στην Ελλάδα. Στη νότια ενότητα βρίσκεται το selamlik, το οποίο περιλαμβάνει τους χώρους της ημερήσιας διαμονής και εργασίας των ανδρών και τους χώρους υποδοχής των επισκεπτών τους. Στη βόρεια ενότητα βρίσκεται το harem, με τους χώρους των γυναικών, καθώς και το ιδιαίτερο δωμάτιο του πασά, το δωμάτιο της ευνοούμενης και τον σοφά. Επίπλωση στο σπίτι δεν υπάρχει, ενώ μοναδικό διακοσμητικό στοιχείο αποτελούν οι ξύλινες εντοιχισμένες ντουλάπες και τα τζάκια.

Ο Μεχμέτ Αλή γεννήθηκε στην Καβάλα το 1769 και ήταν γιος Τουρκαλβανού αγά. Κατατάχθηκε νέος στον οθωμανικό στρατό και διακρίθηκε, το 1801 μάλιστα πήρε ως υπολοχαγός μέρος στις μάχες εναντίον του Ναπολέοντα Βοναπάρτη, που είχε καταλάβει την Αίγυπτο από το 1798. Κατάφερε να επικρατήσει στην Αίγυπτο απέναντι στους Μαμελούκους και τους ξένους κατακτητές και, έπειτα από λίγα χρόνια, έχοντας αποκτήσει δύναμη, επαναστάτησε κατά του Πασά της Αιγύπτου, κατέλαβε την εξουσία και αυτοανακηρύχθηκε Βαλής της Αιγύπτου. Σε λίγο καιρό έβαλε τα θεμέλια για την αναδιοργάνωση της χώρας και πέρασε στην ιστορία ως εκσυγχρονιστής και ο άνθρωπος που εισήγαγε εκεί ευρωπαϊκές συνήθειες. Παρόλο που δεν επισκεπτόταν την Καβάλα, η οποία του είχε παραχωρηθεί από τον Σουλτάνο μαζί με τη Θάσο, δεν την ξεχνούσε και το 1817 της δώρισε το külliye (σημερινό Ιμαρέτ). Πέθανε το 1849 στο Κάιρο.

Ιμαρέτ, ένα μνημείο μοναδικό στην Ελλάδα

Το τεράστιο οικοδόμημα που ίδρυσε ο Μεχμέτ Αλή Πασάς στις αρχές του 19ου αιώνα στη γενέθλια πόλη του έχει ιδιαίτερη γοητεία, μακρόχρονη, περιπετειώδη ιστορία και μοναδική αύρα. Επιβιώνει στον 21ο αιώνα, καθώς αναστηλώθηκε από τη γνωστή στην Καβάλα οικογένεια των καπνεμπόρων Μισιριάν και ειδικότερα την Άννα Μισιριάν, η οποία το 2001, μετά από διαπραγματεύσεις, μίσθωσε το μνημείο από την αιγυπτιακή κυβέρνηση, στην οποία ανήκει. Στη συνέχεια το μετέτρεψε σε έναν πολυτελή χώρο φιλοξενίας 5 αστέρων, μοναδικό για τα ελληνικά δεδομένα.

Το συγκρότημα των κτιρίων βρίσκεται στη δυτική πλευρά της παλιάς πόλης και τα κτίριά του καταλαμβάνουν έκταση 3.500 τ.μ. Κτίστηκε σε μεταβατική περίοδο, όταν άρχισε να αμφισβητείται το παραδοσιακό θρησκευτικό σύστημα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, και η Καβάλα ήταν μια μικρή πόλη περίπου 3.000-4.000 κατοίκων, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν μουσουλμάνοι. Πρόκειται για ένα külliye, δηλαδή ένα αρχιτεκτονικό συγκρότημα ισλαμικού κοινωφελούς χαρακτήρα, που κτίστηκε πάνω σε παλαιότερο Ιμαρέτ του Ιμπραήμ Πασά. Παρείχε κοινωνικές και εκπαιδευτικές υπηρεσίες και αποτελούσε θεσμό γνωστό και συνηθισμένο στις οθωμανικές πόλεις.

Το külliye αποτελούσαν δύο μεντρεσέδες (εκπαιδευτικά ιδρύματα, ιεροδιδασκαλεία), δύο μεστζίτ (χώροι προσευχής που χρησιμοποιούνταν και ως αίθουσες διδασκαλίας), ιμαρέτ (κουζίνα διανομής συσσιτίου), μεκτέμπ (σχολείο πρώτης βαθμίδας) κ.ά. Στους μεντρεσέδες υπήρχαν συνολικά 61 κελιά για τη διαμονή των οικοτρόφων. Οι αρχικοί φιλανθρωπικοί και μορφωτικοί στόχοι του ιδρύματος ατόνησαν με τον καιρό και από το 1858 άρχισαν να το θεωρούν έως και επιβλαβές για την πόλη, πολλοί μάλιστα το αποκαλούσαν «τεμπελχανείο» και ζητούσαν την κατάργησή του. Με την ανταλλαγή των πληθυσμών και μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1970, στα κτίρια του Ιμαρέτ κατοίκησαν οικογένειες προσφύγων ή άποροι και κάποιοι χώροι χρησιμοποιήθηκαν ως αποθήκες των γύρω μαγαζιών. Στη διάρκεια της δικτατορίας, το 1967, έγινε διοικητική αποβολή τους και τα κτίρια ερήμωσαν και βανδαλίστηκαν.

Η εξαιρετικά προσεκτική αναστήλωση του μνημείου, που έχει κηρυχθεί διατηρητέο, κράτησε 22 μήνες και εργάστηκαν 120 άτομα, ενώ δόθηκε μεγάλη προσοχή στα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν, αλλά και στην εσωτερική διακόσμηση. Τα κτίσματα έχουν έντονα χαρακτηριστικά της τουρκομπαρόκ περιόδου και πολλές καμπύλες επιφάνειες. Έμβλημά του είναι οι χαρακτηριστικοί μολύβδινοι τρούλοι και καμινάδες σε διάφορα ύψη, καθώς όλα τα κελιά του διέθεταν τζάκι. Εξαιρετικές είναι οι τρεις εσωτερικές αυλές και κυρίως η μεγάλη τετράγωνη, με την κινστέρνα, που σήμερα αποκαλείται «κήπος του νερού».

Περισσότερες πληροφορίες εδώ.

Το τζαμί του Χαλίλ Μπέη, ή «Παλιά Μουσική»

Η περιήγηση στην παλιά πόλη θα σας φέρει στο αποκατεστημένο τζαμί του Χαλίλ Μπέη, το οποίο πιθανολογείται ότι κτίστηκε την περίοδο της ανασυγκρότησης της πόλης, γύρω στο 1530. Στη θέση του προϋπήρχε, σύμφωνα με τα αρχαιολογικά ευρήματα, η τρίκλιτη παλαιοχριστιανική εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, τα κατάλοιπα της οποίας σήμερα είναι ορατά κάτω από το γυάλινο δάπεδο. Το τζαμί αποτελούσε μέρος ενός ευρύτερου συγκροτήματος που περιλάμβανε και μεντρεσέ, ο οποίος έχει σωθεί σε καλή κατάσταση. Την περίοδο 1930–1940 στον χώρο στεγαζόταν η Φιλαρμονική του Δήμου, οπότε απέκτησε την επωνυμία «Τζαμί της Μουσικής» και σήμερα αποκαλείται «Παλιά Μουσική». Ο μιναρές γκρεμίστηκε κατά τη δεκαετία του 1950. Χάρη στα έργα αναστήλωσης και διαμόρφωσης που έγιναν από την Εφορεία Αρχαιοτήτων και τον Δήμο Καβάλας, το μνημείο είναι επισκέψιμο και εκεί διοργανώνονται εκδηλώσεις.

Το κάστρο και η ακρόπολη

Η ακρόπολη της Καβάλας που βλέπετε σήμερα κατασκευάστηκε από τους Οθωμανούς επάνω στα ερείπια βυζαντινού κάστρου σε δύο φάσεις: το 1425 και το 1530, όταν κτίστηκε και ο εξωτερικός περίβολος, με την προσθήκη του οποίου το κάστρο επεκτάθηκε και αύξησε την αμυντική του ισχύ. Το πιο σημαντικό τμήμα της ακρόπολης ήταν ο εσωτερικός περίβολος, μέσα στον οποίο υπήρχαν η δεξαμενή νερού, πάνω από την οποία κτίστηκε μικρό τζαμί, η αποθήκη πυρομαχικών και τροφίμων, ο κεντρικός κυλινδρικός πύργος και τα καταλύματα της φρουράς. Ο εξωτερικός περίβολος ένωνε την ακρόπολη με τα περιμετρικά τείχη της χερσονήσου και οχύρωνε τη χαμηλότερη πλευρά του λόφου προς το λιμάνι. Σε αυτόν βρίσκονται οι δύο πύλες εισόδου στην ακρόπολη.

Το κάστρο κτίστηκε σε εποχή που δεν χρησιμοποιούσαν ευρέως πυρίτιδα και προοριζόταν να αντισταθεί σε επιθέσεις με τόξα, βέλη και ξίφη. Έτσι, στα κατοπινά χρόνια δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις νέες τεχνικές του πολέμου και είχε μικρή αμυντική ισχύ. Γι’ αυτούς τους λόγους, και επειδή δεν υπήρχε μεγάλος κίνδυνος εξωτερικών επιθέσεων, από το 1700 και μετά έπαψε να αποτελεί αμυντικό κέντρο της περιοχής, έγινε όμως τόπος εξορίας και φυλάκισης υπηκόων του σουλτάνου. Στην ακρόπολη, μέχρι το 1880, βρισκόταν το διοικητικό κέντρο της Καβάλας και της γύρω περιοχής και ήταν εγκατεστημένες οι οθωμανικές αρχές και οι αξιωματούχοι. Εξακολούθησε να αποτελεί διοικητικό κέντρο της περιοχής για μία έως δύο δεκαετίες μετά την επέκταση της πόλης εκτός των τειχών, το 1864.

Τα τείχη που περιβάλλουν τη χερσόνησο της Παναγίας ανακατασκευάστηκαν και αυτά από τους Οθωμανούς στις αρχές του 16ου αιώνα. Ακολουθούσαν το σχήμα της χερσονήσου και περιέκλειαν την πόλη, η οποία αργότερα επεκτάθηκε εκτός αυτών και περιέλαβε ένα τραπεζοειδές κομμάτι γης δίπλα στη θάλασσα και το λιμάνι. Παρά τη συντήρηση των τειχών αυτών επί αιώνες, σταδιακά η σημασία τους υποβαθμίστηκε και, στις τελευταίες δεκαετίες της Οθωμανικής περιόδου, εγκαταλείφθηκαν.

Περιήγηση στη σύγχρονη πόλη

Η σύγχρονη πόλη, όσο κι αν υστερεί σε αισθητική, καθώς κυριαρχούν οι πολυκατοικίες που κτίστηκαν τη δεκαετία του 1970, τόσο σε κερδίζει με τη ζωντάνια της, την προκυμαία της, που είναι ιδανική για βόλτες και προσφέρει καταπληκτική θέα προς τον λόφο της Παναγίας, τη φιλόξενη διάθεση των ανθρώπων, την εξαιρετική αγορά, τα καφέ-μπαρ, τα εστιατόρια και τα μεζεδοπωλεία με το σπουδαίο φαγητό και τη βραδινή ζωή της. Τι άλλο να ζητήσει κανείς;

Η πολυσύχναστη πλατεία Ελευθερίας, άλλοτε πλατεία Φουάτ, που περιβάλλεται από εμπορικά καταστήματα, δημιουργήθηκε το 1928, αφού κατεδαφίστηκε το μεγάλο καραβανσαράι και τα μικρότερα χάνια γύρω από αυτό. Απέναντι από την πλατεία βρίσκεται η συνοικία του Αγίου Νικολάου, με τα στενά της δρομάκια που φιλοξενούν πολλά μικρομάγαζα, καθώς και τον ναό του Αγίου Νικολάου, που κάποτε ήταν τζαμί. Εξωτερικά υπάρχει ψηφιδωτή παράσταση της άφιξης του Αποστόλου Παύλου, πολιούχου της πόλης, καθώς ήταν η πρώτη πόλη που επισκέφτηκε σε ευρωπαϊκό έδαφος.

Αξίζει να περπατήσετε στη συνοικία του Αγίου Ιωάννη, όπως και στις οδούς Ομονοίας και Βενιζέλου με τα εμπορικά καταστήματα, όπου θα δείτε και το μεγάλο κτήριο της Δημοτικής Αγοράς. Πολύ κόσμο προσελκύει ο πεζόδρομος της Μεγάλου Αλεξάνδρου, όπου υπάρχουν πολυάριθμα καλαίσθητα μαγαζιά, καφέ-μπαρ, καθώς και μια μεγάλη καπναποθήκη που φιλοξενεί ένα εμπορικό κέντρο με διάφορα καταστήματα. Συνεχίζοντας, φτάνετε στην πλατεία Καπνεργάτη, όπου δεσπόζει η Δημοτική Καπναποθήκη, κτισμένη το 1910 από τον καπνέμπορο Κιαζίμ Εμίν.

Δείτε μερικά από τα πιο αξιόλογα κτήρια της Καβάλας

Στην Καβάλα εφαρμόστηκαν σχεδόν όλες οι τεχνοτροπίες που εκδηλώθηκαν είτε στον δυτικοευρωπαϊκό είτε στον ελληνικό χώρο. Στην παλιά πόλη υπάρχουν σπίτια μακεδονικής λαϊκής αρχιτεκτονικής και στη σύγχρονη κτίρια με έντονα νεοκλασικά στοιχεία, δείγματα μπαρόκ, ροκοκό, γοτθικού ρυθμού κ.ά.

Βάλτε στον χάρτη σας τα παρακάτω κτίρια και θαυμάστε τα από κοντά.

  • Μέγαρο Τόκου (1879). Κατοικία του καπνοκόπτη Δημ. Τόκου, όπου στεγάστηκε το προξενείο της Ιταλίας μεταξύ 1879–1880. Έχει τα μορφολογικά πρότυπα του οθωμανικού νεοκλασικισμού και του μπαρόκ, αλλά διατηρεί και στοιχεία της τοπικής παράδοσης.

  • Δημαρχείο (1890), κατοικία του Ούγγρου καπνέμπορα Pierre Herzog. Μέχρι το 1921 φιλοξένησε λαμπρές κοσμικές εκδηλώσεις και το 1937 αγοράστηκε από τον Δήμο Καβάλας για να στεγάσει το Δημαρχείο. Αποτελεί εντυπωσιακή προβολή αισθητικών ρευμάτων του κεντροευρωπαϊκού εκλεκτικισμού.

  • Μέγαρο Wix (1898–1900). Μέχρι το 1925 ήταν η κατοικία του Γερμανού βαρώνου Adolf Wix von Zsolna, εβραϊκής καταγωγής. Είναι νεογοτθικό, με ίχνη νεομπαρόκ στοιχείων.

  • Παλιό Παρθεναγωγείο (1891–1894). Με λιτά νεοκλασικά χαρακτηριστικά, στεγάζει το 10ο Δημοτικό Σχολείο.

  • Μεγάλη Λέσχη (1910). Κτίστηκε ως λέσχη της Ελληνικής Κοινότητας Καβάλας από τη Φιλόπτωχο Αδελφότητα. Είναι εξαιρετικό δείγμα νεοκλασικής αρχιτεκτονικής, με νεομπαρόκ στοιχεία.

  • Καθολική Αποστολή (1888–1892). Είναι το κτίριο της Μονής Λαζαριστών, που στέγασε αργότερα το γαλλικό προξενείο και σχολείο εκμάθησης της γλώσσας. Έχει επιδράσεις ιταλικού νεοκλασικισμού.

Οι Καμάρες

Το πιο αναγνωρίσιμο σημείο της Καβάλας, κηρυγμένο διατηρητέο μνημείο, είναι μόνιμα πολιορκημένο από αυτοκίνητα, αφού από εκεί περνούν οι δύο κύριες αρτηρίες για την είσοδο και την έξοδο από την πόλη. Οι Καμάρες, μήκους 270 μ. και μέγιστου ύψους 26 μ., είναι κτισμένες με ντόπιους γρανιτόλιθους και πλίνθους που πατούν σε 18 «ποδαρικά», τα οποία γεφυρώνονται από ισάριθμα τόξα. Αποτελούν τμήμα ενός μεγάλου συστήματος ύδρευσης του άλλοτε άνυδρου βράχου της Παναγίας, όπου ήταν κτισμένη η αρχαία και μεσαιωνική πόλη. Το υδραγωγείο είχε μήκος περίπου 6.400 μέτρων και ανοιχτή ροή, κάτι που δείχνει ότι η λειτουργία του δεν βασιζόταν σε αρχές συγκοινωνούντων δοχείων, αλλά στις πολύ καλά μελετημένες κλίσεις.

Τη σημερινή του μορφή πήρε την εποχή του Σουλτάνου Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς (1520–1566), που είχε φιλόδοξα σχέδια για την ανοικοδόμηση της πόλης. Δεν είναι συνηθισμένη οθωμανική κατασκευή, άλλωστε οι Οθωμανοί δεν έχουν να επιδείξουν κάτι αντίστοιχο ούτε στην Κωνσταντινούπολη, ενώ από μελέτες της τοιχοποιίας των κατώτερων τμημάτων οι ειδικοί θεωρούν ότι είναι παλαιότερο. Ενδεχομένως πρόκειται για το ρωμαϊκό υδραγωγείο της αρχαίας Νεάπολης, που εξακολούθησε να χρησιμοποιείται, συντηρούμενο από τους Βυζαντινούς.

Το υδραγωγείο ξεκινούσε από τους λόφους στη θέση Σούμπαση ή Τρία Καραγάτσια, όπου υπάρχουν πηγές νερού σε υψόμετρο περίπου 400 μέτρων. Ακολουθούσε τις κλίσεις του εδάφους και περνούσε από πέντε πέτρινες γέφυρες. Διέθετε τέσσερις κτιστές κρήνες με γούρνες για το πότισμα των ζώων και οι Καμάρες αποτελούν το τελευταίο τμήμα του και το πιο εντυπωσιακό, καθώς γεφυρώνουν το τμήμα του εδάφους που παρεμβάλλεται μεταξύ του βράχου της χερσονήσου και του λόφου των πηγών. Επάνω στις Καμάρες θα δείτε σήμερα «κολλημένα» κάποια προσφυγικά σπιτάκια, τα οποία μάλιστα έχουν αναστηλωθεί και βαφτεί.

Το παλιό καρνάγιο

Το καρνάγιο (ταρσανάς) θα το βρείτε κάνοντας έναν περίπατο στον μικρό κόλπο πίσω από τις Καμάρες. Λειτούργησε εποχικά από τις αρχές του 20ού αιώνα και μοιάζει με σκηνικό από παλιές ταινίες. Στην άκρη του καρνάγιου βρίσκεται το μικρό και φημισμένο τσιπουράδικο Ναυπηγείο, που άνοιξε το 1922 και έγινε στέκι των εργαζομένων στον ταρσανά.

Εκεί συχνάζουν οι πάντες, από πολυάσχολους επιχειρηματίες μέχρι οικογένειες, ζευγάρια και φοιτητές, και είναι ένα από τα μέρη για φαγητό που θα σας προτείνουν οι Καβαλιώτες. Θα φάτε ολόφρεσκα ψάρια, θαλασσινά και λίγα κρεατικά, που θα συνοδέψετε με τσίπουρο και καλό κρασί του καταστήματος. Το Ναυπηγείο ξεχωρίζει επίσης για την αυθεντική του ατμόσφαιρα και τον χώρο με την ξυλόσομπα, όπου συχνά οι θαμώνες παίζουν και τραγουδούν στις παρέες τους.

Η «Μέκκα του καπνού»

Καθώς βρισκόταν κοντά σε περιοχές όπου καλλιεργούνταν η ποικιλία καπνού μπασμάς και χάρη στο λιμάνι της, η Καβάλα συγκέντρωσε, στα μέσα του 19ου αι., την εμπορική εκμετάλλευση των καπνών της Βαλκανικής. Η ανάπτυξη του καπνεμπορίου έφερε στην πόλη εμπορικούς οίκους της Ευρώπης και προξενεία ευρωπαϊκών χωρών. Η μεγάλη οικονομική ανάπτυξη προκάλεσε σημαντικές αλλαγές στην κοινωνία και οδήγησε στη δημιουργία μιας εύρωστης αστικής τάξης, που συναλλασσόταν με χώρες της Ευρώπης. Η προσέλκυση εργατών από την ύπαιθρο και, αργότερα, Μικρασιατών προσφύγων διαμόρφωσε παράλληλα ένα σημαντικό συνδικαλιστικό κίνημα, που είχε επίδραση σε ολόκληρη την Ελλάδα. Η οικονομική ζωή της Καβάλας, όσον αφορά στο καπνεμπόριο, πέρασε σε περίοδο ύφεσης μετά το 1950, με τη μαζική εισαγωγή της ποικιλίας καπνού «Βιρτζίνια», που συνδέεται με την είσοδο των πολυεθνικών κεφαλαίων.

Μέχρι το 1900 οι περισσότερες καπναποθήκες συγκεντρώθηκαν στην παραλιακή περιοχή του Αϊ Γιάννη και στο κέντρο, ώστε να γίνεται εύκολα η μεταφορά και η φόρτωση των καπνών στα καράβια. Έτσι δημιουργήθηκε ένα εντυπωσιακό μέτωπο προς τη θάλασσα, ενώ αργότερα καπναποθήκες κτίστηκαν και σε άλλες συνοικίες. Την εποχή της ακμής της εμπορίας του καπνού, μετά το 1918, στην Καβάλα δραστηριοποιούνταν περίπου 50 καπνεμπορικές εταιρείες και στις 160 καπναποθήκες δούλευε μεγάλο μέρος του καπνεργατικού δυναμικού της χώρας, περίπου 14.000 εργάτες.

Η ανεργία άρχισε να πλήττει τον κλάδο μετά το 1929, με την παγκόσμια οικονομική κρίση, και εντάθηκε μέχρι το 1936, όταν στις διεκδικήσεις των εργατών οι καπνέμποροι και η κυβέρνηση απάντησαν με την εφαρμογή της τόγκας: της απλής και γρήγορης ποιοτικής διαλογής, δεματοποίησης και εξαγωγής των φύλλων του καπνού, χωρίς αράδιασμα κατά μέγεθος. Στη δουλειά αυτή απασχολούνταν πλέον κυρίως γυναίκες, που πληρώνονταν λιγότερο από τους άνδρες, οι οποίοι έμεναν χωρίς εργασία. Τον Μάρτιο του 1953, η άρση από τη Βουλή της κατοχύρωσης του επαγγέλματος του καπνεργάτη και ο αποκλεισμός των ανδρών οδήγησαν το σημαντικό αυτό κέντρο επεξεργασίας καπνού των Βαλκανίων σε παρακμή.

Info: Ο συνδικαλισμός αναπτύχθηκε νωρίς στην Καβάλα, η πρώτη απεργία μάλιστα χρονολογείται το 1876, και η πρώτη συλλογική σύμβαση εργασίας των καπνεργατών υπογράφηκε το 1914. Οι πρόσφυγες που ήρθαν στις αρχές της δεκαετίας του 1920 ενίσχυσαν το συνδικαλιστικό κίνημα. Μεγάλες απεργίες και συγκρούσεις έγιναν το 1909 και το 1914 στο λιμάνι της Καβάλας. Την περίοδο 1927-1928 κηρύχθηκαν μαζικές απεργίες με νεκρούς και τραυματίες.

Το Μουσείο Καπνού

Στο πολύ ενδιαφέρον αυτό θεματικό μουσείο έχει συγκεντρωθεί μεγάλος αριθμός σημαντικού υλικού σχετικά με το καπνεμπόριο, μεταξύ των οποίων δωρεές από διάφορους φορείς και σωματεία. Οι συλλογές παρουσιάζουν την πρόσφατη ιστορία του καπνού, των καπνεργατών και του κινήματός τους στην Καβάλα και αναδεικνύουν την τεχνολογική και ιστορική εξέλιξη ευρύτερα στην Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη. Μεταξύ άλλων θα δείτε πολλά δείγματα καπνών και εργαλεία για την καλλιέργειά τους, μηχανήματα εμπορικής επεξεργασίας, βιβλία και φωτογραφικό υλικό, σπάνια ντοκουμέντα, χάρτες και πολλά άλλα.

Το Αρχαιολογικό Μουσείο

Το μουσείο αυτό θεωρείται από τα πιο σημαντικά του είδους του στη χώρα μας. Το πρώτο μουσείο ιδρύθηκε το 1935, στεγασμένο σε ένα νεοκλασικό, το επονομαζόμενο «Φάληρο», το οποίο παραχώρησε ο Δήμος. Έμεινε κλειστό μετά την Κατοχή και λειτούργησε ξανά στο ίδιο νεοκλασικό το 1954. Το κτίριο που το φιλοξενεί σήμερα άρχισε να κτίζεται το 1961, σε σχέδια των καθηγητών της Αρχιτεκτονικής Σχολής του Α.Π.Θ. Δ. Φατούρου και Ι. Τριανταφυλλίδη, και εγκαινιάστηκε το 1964. Με χρηματοδότηση του Β΄ Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης δημιουργήθηκε η νέα πτέρυγα του μουσείου, με σχέδια που εκπονήθηκαν σε συνεργασία με τον αρχικό μελετητή, καθηγητή Δ. Φατούρο, και τους συνεργάτες του. Η επανέκθεση ολοκληρώθηκε το 2009.

Το μεγαλύτερο τμήμα του Αρχαιολογικού Μουσείου καταλαμβάνει η μόνιμη έκθεση με τίτλο «Νεάπολις – Χριστούπολις- Καβάλα», με θέμα τη διαχρονική παρουσία της πόλης μέσα από τα μνημεία της. Θα δείτε επίσης ευρήματα από τον οικισμό Ντικιλί Τας, που χρονολογούνται στη Νεολιθική περίοδο, και τα εντυπωσιακά αρχιτεκτονικά μέλη από τον μεγαλοπρεπή ιωνικό ναό που ήταν αφιερωμένος στη θεά Παρθένο, πολιούχο της Νεάπολης, και χρονολογείται στις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. Στον χώρο εκτίθενται επίσης γλυπτά, νομίσματα και μια μεγάλη συλλογή αγγείων και ειδωλίων, τα οποία ήταν συνήθως αφιερώματα των πιστών προς τη θεά. (Στοιχεία από τον ιστότοπο του Δήμου Καβάλας).

Οι περίφημοι Αρχαίοι Φίλιπποι

Πρόκειται για έναν από τους σημαντικότερους αρχαιολογικούς χώρους της Ανατολικής Μακεδονίας και Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO. Η αρχαία πόλη των Φιλίππων ιδρύθηκε στις παρυφές των ελών, των τεναγών, που κάλυπταν το νοτιοανατολικό τμήμα της πεδιάδας της Δράμας, από αποίκους που ήρθαν από τη Θάσο. Γύρω στο 360 π.Χ. ίδρυσαν την αποικία των Κρηνίδων, αξιοποιώντας τον πλούτο της περιοχής σε πολύτιμα μέταλλα, ξυλεία και γεωργικά προϊόντα. Λίγα χρόνια αργότερα, το 356 π.Χ., καθώς η πόλη απειλούνταν από τους Θράκες, οι κάτοικοι ζήτησαν τη βοήθεια του Φιλίππου Β΄, βασιλιά της Μακεδονίας, ο οποίος, διαβλέποντας την οικονομική και στρατηγική σημασία της, την κατέλαβε, την οχύρωσε και της έδωσε το όνομά του. Στην περίοδο ανάπτυξής της, στα ελληνιστικά χρόνια, η πόλη απέκτησε το τείχος της, το θέατρο, δημόσια οικοδομήματα και ιδιωτικές κατοικίες. Η διέλευση της Εγνατίας Οδού μέσα από τους Φιλίππους, τον 2ο αιώνα π.Χ., τη μετέτρεψε σε σημείο αναφοράς της περιοχής.

Το 42 π.Χ. η δραματική μάχη των Φιλίππων, έξω από τα δυτικά τείχη της πόλης, άλλαξε εντελώς τον χαρακτήρα της, αφού, μετά την επικράτησή του, ο Οκταβιανός τη μετέτρεψε σε ρωμαϊκή αποικία, η οποία μεγάλωσε και αναδείχθηκε σε οικονομικό, διοικητικό και καλλιτεχνικό κέντρο. Ένα σημαντικό γεγονός άλλαξε και πάλι τη φυσιογνωμία των Φιλίππων: η έλευση του Αποστόλου Παύλου, ο οποίος ίδρυσε εκεί την πρώτη χριστιανική εκκλησία σε ευρωπαϊκό έδαφος το 49/50 μ.Χ. Η επικράτηση της νέας θρησκείας και η μεταφορά της πρωτεύουσας του ρωμαϊκού κράτους στην Κωνσταντινούπολη προσέδωσαν νέα αίγλη στην πόλη. Κατά τα παλαιοχριστιανικά χρόνια (4ος-6ος αιώνας μ.Χ.), στη θέση των ρωμαϊκών κτηρίων ιδρύθηκαν το συγκρότημα του Οκταγώνου, με τον μητροπολιτικό ναό αφιερωμένο στον Απόστολο Παύλο, και τρεις μεγαλόπρεπες βασιλικές.

Η πόλη άρχισε να εγκαταλείπεται στις αρχές του 7ου αιώνα μ.Χ., εξαιτίας μεγάλων σεισμών και σλαβικών επιδρομών. Διατηρήθηκε στα βυζαντινά χρόνια ως οχυρό φρούριο και ερήμωσε με την οθωμανική κατάκτηση στα τέλη του 14ου αιώνα. Η ανασκαφική έρευνα άρχισε στους Φιλίππους το 1914 από τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή. (Από τον ιστότοπο του ΥΠ.ΠΟ.). Ο αρχαιολογικός χώρος χωρίζεται σε βόρειο και νότιο τμήμα. Στο πρώτο εντάσσεται το θέατρο του 4ου αιώνα π.Χ., που έκτισε πιθανότατα ο Φίλιππος, διάφορα ιερά, η Βασιλική Α’ (5ου-6ου αιώνα), η λεγόμενη φυλακή του Αποστόλου Παύλου και η Βασιλική Γ’ (4ος-6ος αιώνας μ.Χ.). Στο δεύτερο υπάρχουν ίχνη της Εγνατίας Οδού και τα δημόσια κτίρια, η μνημειώδης Βασιλική Β’, το Οκτάγωνο, το Επισκοπείο και το Βαλανείο.

Ψηλά, πάνω στον λόφο, όπου θα πάτε από μονοπάτι (περίπου 45’), ορθώνεται η ακρόπολη. Στο εσωτερικό της υπάρχει ο τετράπλευρος πύργος των υστεροβυζαντινών χρόνων και γύρω του βυζαντινό τείχος, θεμελιωμένο πάνω σε εκείνο της εποχής του Φιλίππου. Το τείχος, ξεκινώντας από εδώ, περιέκλειε τμήμα της πεδιάδας προς τα νότια και η περίμετρός του έφτανε τα 3,5 χλμ. Κατά διαστήματα είχε ισχυρούς πύργους. Στον αρχαιολογικό χώρο η περιήγηση συνδέεται άμεσα με το θέατρο, που αποτελεί τον βασικό πυρήνα των πολιτιστικών δρώμενων της Βόρειας Ελλάδας, καθώς συγκαταλέγεται στα σημαντικότερα αρχαία θέατρα της περιοχής που φιλοξενούν παραστάσεις. Το φεστιβάλ αρχαίου δράματος, που διοργανώνεται εδώ μαζί με άλλες εκδηλώσεις, μετρά πολλά χρόνια ζωής.

Το Βαπτιστήριο της Αγίας Λυδίας

Δυτικά των αρχαίων Φιλίππων βρίσκεται το Βαπτιστήριο της πρώτης Ελληνίδας χριστιανής, της Λυδίας, την οποία, κατά την παράδοση, βάπτισε ο Απόστολος Παύλος μαζί με την οικογένειά της στα νερά του ποταμού Ζυγάκτη. Στη συνέχεια, εκείνη συνέβαλε στη διάδοση του χριστιανισμού. Το 1974, σε ανάμνηση αυτού του γεγονότος, κτίστηκε ο ναός με τα εντυπωσιακά βιτρό και το εσωτερικό βαπτιστήριο, ενώ υπάρχει και υπαίθριο, όπου κάθε χρόνο, στις 20 Μαΐου, που γιορτάζεται η μνήμη της Λυδίας, γίνονται βαπτίσεις ενηλίκων.

MANTILITY, η γκαλερί χειροποίητων μεταξωτών μαντιλιών της Καβάλας

Ο τίτλος είναι μια σύνθεση των λέξεων Μαντίλι και Mentality και η ιδέα ήταν η δημιουργία μιας γκαλερί μεταξωτών μαντιλιών, φτιαγμένων αποκλειστικά από Έλληνες καλλιτέχνες, η οποία παρουσιάζεται ως η πρώτη του είδους της διεθνώς. Σε αυτά προσθέστε πολλά ακόμη: υψηλή ποιότητα, μοναδικά σχέδια, πολύ οργανωμένο μάρκετινγκ, χειροποίητες συσκευασίες, υψηλής ποιότητας μετάξι από το Σουφλί και πολλά άλλα. Το Made in Greece στα καλύτερά του. Η start-up εταιρεία της Καβάλας ιδρύθηκε το 2019 από τη Βασιλική Ζαφειρία Υψηλάντη, αρχικά χάρη σε καμπάνια crowdfunding στην πλατφόρμα Indiegogo, μέσω της οποίας συγκεντρώθηκαν τα πρώτα 12.000 ευρώ. Με βάση την εμπειρία και τις σπουδές της, μαζί με φίλους και μια κοινότητα δημιουργικών ανθρώπων που γνώριζε, η Βασιλική οραματίστηκε να δημιουργήσει την πρώτη γκαλερί μεταξιού διεθνώς και το κατάφερε, ξεκινώντας με το e-shop και τον χώρο όπου στεγάζεται η MANTILITY στην Καβάλα.

Τον Αύγουστο του 2020 πραγματοποιήθηκε η πρώτη έκθεση «Κήπος από Μετάξι», στον χώρο του Ιμαρέτ. Την ομάδα αποτελούν περισσότεροι από 40 καλλιτέχνες: ζωγράφοι, γραφίστες, εικονογράφοι, αρχιτέκτονες, κεραμίστες, σκηνογράφοι και graffiti artists. Πάνω από 150 διαφορετικά σχέδια αποτυπώνονται σε μαντίλια διαφόρων διαστάσεων, που παράγονται στο Σουφλί από μετάξι υψηλής ποιότητας και τυπώνονται ψηφιακά με οικολογικές μεθόδους. «Στην ομάδα της MANTILITY αντιλαμβανόμαστε τα μαντίλια μας ως έναν ευγενή αγγελιαφόρο του μεταξιού και ως “καμβάδες” για ταλαντούχους καλλιτέχνες, ώστε να αφηγηθούν ιστορίες και συναισθήματα και να δημιουργήσουν μοναδικά τεχνουργήματα μόδας που θα συντροφεύουν ιδανικά τις καθημερινές στιγμές των ανθρώπων που θα τα φορούν», λέει η ιδρύτρια.

Διαβάστε ακόμα:

Εμπειρίες που αξίζει να ζήσετε στην Καβάλα

Ανοιξιάτικο long weekend στην Καβάλα

Οι πολιτιστικές επιλογές στην Καβάλα