«Τα πράγματα εδώ είναι απλά. Τα σπίτια δεν τα κλειδώνουμε και τα παιδιά παίζουν στους δρόμους ως τα μεσάνυχτα το καλοκαίρι». Ο κύριος Ηλίας, ο ευγενικός και χαμογελαστός οδηγός του ταξί από το αεροδρόμιο, απέδωσε με μια σύντομη φράση σχεδόν όλη την ψυχή της Σκύρου. Του νησιού των ζωντανών παραδόσεων, της σπουδαίας λαογραφίας, της αυθεντικότητας και των ρυθμών που εύχεσαι να είχες κάθε μέρα στη ζωή σου. Μια πρώτη, αναγνωριστική βόλτα στο Χωριό -όπως αποκαλούν οι ντόπιοι την πανέμορφη Χώρα- δεν αργεί να επιβεβαιώσει τα λεγόμενά του. Στην κεντρική πλατεία τα παιδιά ευχαριστιούνται παιχνίδι χωρίς το άγχος της διαρκούς επίβλεψης και οι Σκυριανοί σε χαιρετούν με το που διασταυρωθούν τα βλέμματά σας. Κάθε φορά.
Πολλοί χαρακτηρίζουν τη Σκύρο «νησί των αντιθέσεων». Καταρχάς, παρότι αποτελεί το μεγαλύτερο νησί των Βόρειων Σποράδων, διοικητικά υπάγεται στην Περιφερειακή Ενότητα Εύβοιας, στην Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας. Έπειτα, από τη μια το καταπράσινο -ειδικά αυτή την εποχή- τοπίο μαρτυρά ότι βρισκόμαστε στις Σποράδες, και από την άλλη τα κατάλευκα, απέριττα εξωτερικά σπίτια και τ’ ασπρισμένα σοκάκια που σκαρφαλώνουν στον τραχύ βράχο της Χώρας, θα μπορούσαν να ανήκουν σε κυκλαδονήσι. Κι ενώ η εύκολη πρόσβαση ακτοπλοϊκώς ή αεροπορικώς και οι υπέροχες σκυριανές παραλίες θα ήταν αρκετά για να μεταμορφώσουν το νησί σε δημοφιλή προορισμό, απ΄την άλλη είναι αξιοθαύμαστος ο τρόπος που η γραφική Σκύρος διατηρεί την πραγματικά μοναδική της ταυτότητα και τους χαλαρούς ρυθμούς.
Με έναν μαγικό τρόπο, στο νησί των αντιθέσεων όλα δένουν αρμονικά κι εσύ δεν αργείς να συντονιστείς σε έναν πιο αργό τρόπο ζωής. Λες κι από τη μια στο επιβάλλει η καθηλωτική θέση της αμφιθεατρικά χτισμένης πρωτεύουσας κι από την άλλη σε παρασύρει η φύση που την κυκλώνει. Και καθώς ο χρόνος μοιάζει να διαστέλλεται, εκπλήσσεσαι διαπιστώνοντας πόσο γεμάτη από μοναδικές εμπειρίες μπορεί να αποδειχθεί ακόμη και μια διήμερη εξόρμηση στη Χώρα της Σκύρου, ανάμεσα στο βυζαντινό Κάστρο στο ψηλότερο σημείο και στην εντυπωσιακή παραλία των Μαγαζιών που απλώνεται στα πόδια της.
Ιστορίες για πειρατές και ποιητές
Χτισμένη στο βορειοανατολικό τμήμα του νησιού, η Χώρα εκμεταλλεύτηκε τον ύψους 179 μέτρων απόκρημνο βράχο όπου γαντζώνεται, για να παραμείνει αθέατη από πειρατές και επιδρομείς που προσέγγιζαν το νησί. Για περαιτέρω προστασία, τα σπίτια αγκαλιάζονται σφιχτά, έχοντας χτιστεί συχνά το ένα δίπλα στο άλλο, αλλά και με ένα κουβάρι από δαιδαλώδη σοκάκια γύρω τους, που προσθέτουν στη γοητευτική εικόνα και σε παρασύρουν να χαθείς περιπλανώμενος κι ανεβοκατεβαίνοντας αμέτρητα σκαλιά. Είναι τα λεγόμενα «πειρατικά», όπως αποκαλούν οι Σκυριανοί τα λιθόστρωτα ανηφορικά στενά που οδηγούσαν τους κατοίκους στο ασφαλές καταφύγιο της οχυρωμένης αλλοτινής ακρόπολης, αποπροσανατολίζοντας ταυτόχρονα τους εισβολείς κατά τις ληστρικές τους επιθέσεις. Την κυριαρχία του λευκού διακόπτουν πόρτες και παράθυρα σε έντονα χρώματα, βουκαμβίλιες που στεφανώνουν περάσματα και βιολέτες που ξεπετάγονται από παντού, ζαλίζοντας με τη γλυκιά ευωδιά τους. Καθώς οι καρτποσταλικές εικόνες διαδέχονται η μία την άλλη, παρατηρήστε τις μικρές λεπτομέρειες: πώς στις εξωτερικές σκάλες των σπιτιών το χαμηλότερο σκαλί είναι στενότερο για εξοικονόμηση χώρου ή πώς το περίγραμμα των εξωτερικών τοίχων διατρέχει μια γκρίζα γραμμή στο σημείο που εφάπτονται στα δρομάκια, το λεγόμενο «φρυδάτσι».
Από την άλλη, ο κεντρικός πεζόδρομος της Χώρας, η Μεγάλη Στράτα, διασχίζει τον οικισμό, οδηγώντας εύκολα από την κεντρική πλατεία στην πλατεία Αιώνιας Ποίησης ή πλατεία Μπρουκ, όπως αποκαλείται από όλους, όπου δεσπόζει το άγαλμα του Άγγλου ποιητή και φιλέλληνα Rupert Brooke (1887-1915). Φιλοτεχνημένο από τον γλύπτη Μιχάλη Τόμπρο το 1930, το άγαλμα του νεαρού άντρα που ατενίζει την αιγαιοπελαγίτικη απεραντοσύνη τιμά το γεγονός πως άφησε την τελευταία του πνοή σε πλοίο αγκυροβολημένο στη Σκύρο και θάφτηκε σε έναν ελαιώνα στο νησί.
Αρχαιολογία και Λαογραφία ξετυλίγουν το δικό τους αφήγημα
Τα δύο μουσεία της Χώρας βρίσκονται σχεδόν εκατέρωθεν του μνημείου του Μπρουκ, φωτίζοντας το καθένα τη δική του πτυχή της ιστορίας ενός τόπου που φαίνεται να κατοικήθηκε για πρώτη φορά πριν από 7.000 χρόνια. Αυτό, μεταξύ άλλων, μαθαίνουμε στο Αρχαιολογικό Μουσείο Σκύρου, του οποίου η μικρή αλλά περιεκτική συλλογή καλύπτει το διάστημα από την Πρωτοελλαδική Περίοδο έως τη Ρωμαϊκή Εποχή, με εκθέματα που προέρχονται από διάφορες τοποθεσίες του νησιού: μεταξύ αυτών, από τον αρχαϊκό ναό του Απόλλωνα στη Φούρκα, τον ναό του Ποσειδώνα στο Μαρκέσι και τον οχυρωμένο οικισμό στο Παλαμάρι.
Ανάμεσα σε λατρευτικά αγγεία, ταφικά ευρήματα, κοσμήματα από χρυσό, φαγεντιανή και κρυστάλλους, μην παραλείψετε να σταθείτε στη λαογραφική συλλογή που αποτελεί μέρος του μουσείου και αναπαριστά με ιδιαίτερα ζωντανό τρόπο τη μοναδική διάταξη και την ιδιαίτερη επίπλωση ενός παραδοσιακού σκυριανού σπιτιού. Από τον περίτεχνο μπουλμέ μέχρι τα έπιπλα που εκπροσωπούν τη σπουδαία παράδοση της Σκύρου στο σκάλισμα του ξύλου, από τα ζωγραφιστά χειροποίητα κεραμικά που στολίζουν το τζάκι και τους τοίχους, ακριβώς όπως εξακολουθεί να συμβαίνει στις μέρες μας, μια ακόμη περίφημη σκυριανή τέχνη, έως τα υφαντά και τα κεντήματα γεμάτα ζωηρόχρωμα μοτίβα και συμβολισμούς, η οικιακή ζωή των κατοίκων του νησιού μοιάζει να ζωντανεύει μπροστά μας.
Ακόμη εκτενέστερα θα εντρυφήσετε στη σκυριανή λαογραφία στο ιδιαίτερα περιεκτικό Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο Μάνου Φαλτάϊτς, που, καθώς ιδρύθηκε το 1964, αποτελεί ένα από τα πρώτα του είδους του στη χώρα μας. Αληθινός θεματοφύλακας της παραδοσιακής κληρονομιάς του νησιού, το μουσείο μοιάζει με δαιδαλώδη σπηλιά του Αλαντίν, γεμάτη σπάνια κειμήλια, βρίσκοντας ιδανική στέγη στο παλαιό αρχοντικό των Φαλτάϊτς, δίπλα στον πύργο των αρχαίων πελασγικών τειχών του νησιού. Ο Μάνος Φαλτάϊτς, συνεχιστής της παρακαταθήκης του πατέρα του Κωνσταντίνου, αφοσιώθηκε στη διαφύλαξη και ανάδειξη όλων των εκφάνσεων της σκυριανής ιστορίας και του πολιτισμού του νησιού. Αντικείμενα αντιπροσωπευτικά όλων των κλάδων χειροτεχνίας της Σκύρου συνυπάρχουν με άλλα της πρωτογενούς και δευτερογενούς οικονομίας ολόκληρης της Ελλάδας, σε χώρους που φέρουν την πατίνα άλλων εποχών, αλλά ταυτόχρονα μοιάζουν να αναπνέουν ακόμη. Καθένας επιφυλάσσει και μια αξιοθαύμαστη έκπληξη: από τις σπάνιες μαρτυρίες και εκδόσεις του συγγραφέα και δημοσιογράφου Κωνσταντίνου Φαλτάϊτς από τη Μικρασιατική Καταστροφή έως τα παραδοσιακά εργόχειρα με τις ατέλειωτες ώρες δουλειάς, από τους τόμους του 16ου αιώνα στα ράφια της βιβλιοθήκης έως τα προπλάσματα προτομών σημαντικών προσωπικοτήτων της Λουκίας Γεωργαντή κι από παλιές εικόνες έως ένα πολύτιμο τέμπλο εξαίρετης τέχνης. Αναζητήστε τα χειρόγραφα του Παπαδιαμάντη, τα μοναδικά έγγραφα της Φιλικής Εταιρίας και της Επανάστασης του 1821 και μην παραλείψετε αφενός την παραστατική αναπαράσταση του σκυριανού σπιτιού που πλαισιώνεται από παραδοσιακές ενδυμασίες, αφετέρου τον προσωπικό χώρο δημιουργίας του παραγωγικότατου Μάνου Φαλτάϊτς, με ζωγραφικά έργα αντιπροσωπευτικά της 30ετούς δημιουργικής του ενασχόλησης και με ιδιαίτερο ψυχολογικό βάθος.
Στο ψηλότερο σημείο της Isola San Giorgio
Αρχαία ακρόπολη, έδρα του βασιλιά Λυκομήδη, τόπος όπου κρύφτηκε ο Αχιλλέας ντυμένος γυναίκα, προσπαθώντας να αποφύγει τον Τρωικό πόλεμο, βυζαντινό οχυρό που δεν υπέστη ιδιαίτερες μετατροπές και αλλοιώσεις από τους Ενετούς και τους Οθωμανούς: το πλούσιο σε ιστορίες και μύθους Κάστρο που στεφανώνει τη Χώρα αποτελεί το αναμφίβολο στολίδι της. Η προσέγγιση με τα πόδια από το κέντρο του οικισμού απαιτεί την ανάβαση φαινομενικά ατέλειωτων σκαλοπατιών, υπάρχει όμως και η δυνατότητα να φτάσετε αρκετά κοντά με αυτοκίνητο και να ανηφορίσετε για λίγα λεπτά πεζοί. Σε κάθε περίπτωση, η εκπληκτική πανοραμική θέα αποζημιώνει, ειδικά καθώς ατενίζετε την παραλία Μαγαζιά. Πρόκειται για την πλησιέστερη στη Χώρα ακτή, ιδανική κατάληξη μιας σύντομης πεζοπορικής διαδρομής από την πρωτεύουσα του νησιού, ώστε κατόπιν να συνδυάσετε μια πρώτη βουτιά με τη γαστρονομική απόλαυση μπροστά στη φαρδιά αμμουδιά.
Στο Κάστρο της Σκύρου, ωστόσο, δεν θα ανεβείτε μόνο για την οπτική απόλαυση, αλλά και για την επίσκεψη σε ένα από τα σπουδαιότερα θρησκευτικά μνημεία του νησιού, το μοναστήρι που τιμά τον πολιούχο του. Η αρχική Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου χτίστηκε στη βάση του μεσαιωνικού κάστρου το 960 μ.Χ., επί Νικηφόρου Φωκά, ωστόσο, όπως πληροφορεί τους επισκέπτες μια μαρμάρινη επιγραφή του κωδωνοστασίου, ο σημερινός ναός ανάγεται στο 1600. Η μονή μάλιστα, που από τον 15ο αιώνα απέκτησε πανελλήνια ακτινοβολία, ήταν και ο λόγος που ενετικά έγγραφα και χάρτες αναφέρονταν στη Σκύρο ως «Isola San Giorgio», δηλαδή «νησί του Αγίου Γεωργίου». Εκτός από δύο σημαντικές εικόνες του προστάτη της Σκύρου και τις τοιχογραφίες του 18ου αιώνα στο καθολικό, το καστρομονάστηρο επιφυλάσσει και μια αναπάντεχη έκπληξη στους πιστούς: το χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο του Σπύρου Λούη, που ο μεγάλος αθλητής προσέφερε ως τάμα.
Γαστρονομικές απολαύσεις σε κάθε βήμα
Τα ατέλειωτα ανηφορικά μονοπάτια μας δίνουν το καλύτερο άλλοθι για να υποκύψουμε στην πληθώρα γαστρονομικών πειρασμών που μας περιμένουν εντός της Χώρας και στα πέριξ. Παραδοσιακές συνταγές που επιβιώνουν στα σκυριανά τεφτέρια από γενιά σε γενιά, μαγείρισσες και μάγειρες που τις τιμούν καθημερινά, τοπική πρώτη ύλη και γεύσεις αγνές που δεν χορταίνεις. Η μέρα ξεκινά υποχρεωτικά με σκυριανή πίτα. Από τη μια, το γωνιακό μπουγατσάδικο «Μήτσος» δεν αφήνει κανέναν περαστικό ασυγκίνητο με τα αρώματα βουτύρου και κανέλας που ξεχύνονται στα γύρω στενά. Για τους Σκυριανούς αποτελεί κοινό μυστικό, ενώ οι υπόλοιποι εκπλήσσονται με τις φρεσκοψημένες, πλούσιες σε κρέμα μπουγάτσες της κυρίας Καλής, η οποία βρίσκεται επί ποδός από το 1975, όταν ο σύζυγός της άνοιξε το πρώτο εργαστήριο με πίτες στο νησί, ώστε να συνοδεύουν με κάτι νόστιμο τον καφέ τους οι ντόπιοι.
Must και οι χειροποίητες πίτες της κυρά Μαρίας, απέναντι από την κεντρική πλατεία, σημείο αναφοράς εδώ και 26 χρόνια για τους αφοσιωμένους πελάτες που σχηματίζουν ουρές από νωρίς το πρωί και για όσους επισκέπτες πληροφορούνται πού θα βρουν τις νοστιμότερες πίτες του νησιού. Στο τιμόνι του εργαστηρίου, η μαστόρισσα στο άνοιγμα φύλλου κ. Μαρία Φτούλη Μαυρίκη, που καθημερινά μετουσιώνει την παράδοση και το μεράκι σε φουρνίσματα όλο νοστιμιά. Ελάτε νωρίς και δοκιμάστε οπωσδήποτε την αγαπημένη όλων μαρμαρίτα, μια μοναδική κολοκυθόπιτα από κόκκινη κολοκύθα, με μυζήθρα, άφθονο τσιγαρισμένο κρεμμύδι και ξερό δυόσμο, κρεμμυδόπιτα με μυστικό συστατικό την αρνίσια μπόλια, αλλά και τη δική της εκδοχή της σκυριανής λαδόπιτας με την τυρένια γέμιση.
Την απλή και φρεσκοτηγανισμένη λαδόπιτα με το ξινοτύρι στο πλάι ή με μέλι στη γλυκιά της εκδοχή θα απολαύσετε και στο καφενείο Πλάζα, όπου η μέρα ξεκινά με ομελέτες και τα βράδια τα τραπέζια γεμίζουν με μεζέδες, ενώ, εντοπίζοντας το καφενείο Γωνιακό από τα ψάθινα καπέλα που κρέμονται κάτω από τα ζωγραφιστά τραπέζια στον πεζόδρομο, θα δοκιμάσετε από μαγειρευτά με δικά τους ζαρζαβατικά εποχής έως νόστιμα πιάτα κρεατικών. Το σπιτικό ρυζόγαλό του πάντως τρώγεται άνετα οποιαδήποτε ώρα της ημέρας. Άριστα ψημένα κρέατα στα κάρβουνα θα γευτείτε στον Μαργέτη τα βράδια, ενώ δεν λείπουν τα ντόπια φρέσκα ψάρια, αναλόγως των διαθέσεων του καιρού. Θα ήταν πάντως παράλειψη αν δεν αφιερώνατε ένα γεύμα στη βεράντα της ταβέρνας Στέφανος, που επιβλέπει την παραλία Μαγαζιά. Με την τρίτη γενιά να κρατά τα ηνία της κουζίνας που ξεκίνησε ο παππούς Πολύβιος, με τους αστακούς να φιγουράρουν στις πιατέλες με τις πληθωρικές αστακομακαρονάδες, γευστική υπογραφή της Σκύρου, τα μπαρμπούνια, τους ροφούς, τα μελανούρια, τις ψαρόσουπες με σκορπίνες, αλλά και το σκυριανό κατσικάκι μέλι, τα παραθαλάσσια τραπέζια είναι ανελλιπώς γεμάτα από την περίοδο της Αποκριάς, οπότε και ανοίγουν μεσημέρι και βράδυ.
Τα αρώματα της σκυριανής εξοχής και ιδιαίτερα του θυμαριού, του πιο διαδεδομένου βοτάνου του νησιού, θα τα πάρετε μαζί σας επιστρέφοντας, εγκλωβισμένα στο εξαιρετικής ποιότητας μέλι Σκύρου του Μελισσώνα Φεργάδη. Στο καλαίσθητο παντοπωλείο στην καρδιά της Χώρας, βρίσκουμε την τέταρτη γενιά μιας οικογένειας αφοσιωμένων μελισσοκόμων, που εδώ και 86 χρόνια παράγει, εκτός από θυμαρίσιο, μέλι ερείκης, πευκόμελο, κερήθρες, γύρη, χειροποίητα παστέλια, μαρμελάδες όπου μέρος της ζάχαρης αντικαθίσταται από μέλι, αλλά και πατροπαράδοτη κεραλοιφή από αγνό κερί μέλισσας και βιολογικό παρθένο ελαιόλαδο.
Ο απόλυτος προορισμός πάντως για γλυκά αξιώσεων δεν είναι άλλος από το ζαχαροπλαστείο Τα Γλυκά της Φαλταΐνας, του οποίου η φήμη έχει ταξιδέψει πολύ πέρα από το νησί χάρη στα βραβευμένα αμυγδαλωτά του. Με αποκλειστική οικογενειακή συνταγή, γέμιση από θυμαρίσιο μέλι και καρύδι και με το γαρύφαλλο να δίνει έξτρα άρωμα σε κάθε χιονισμένη λευκή μπαλίτσα, όχι μόνο έχουν αποσπάσει διθυραμβικά σχόλια από διακεκριμένους Έλληνες σεφ, αλλά επίσης έχουν κερδίσει παμψηφεί την πρώτη θέση σε γαστρονομικό διαγωνισμό Εύβοιας και Σκύρου. Θα τα απολαύσετε βολτάροντας στα σοκάκια ως ένα υγιεινό σνακ όλο γλύκα, θα σας δροσίσουν σαν παγωτό, μία από τις αγνές σπιτικές γεύσεις που παρασκευάζονται καθημερινά στο οικογενειακό εργαστήριο έξω από τη Χώρα, και θα γίνουν το ιδανικό γευστικό σουβενίρ ή δώρο για το οποίο θα σας ευγνωμονούν. Μην προσπεράσετε τα 38 είδη γλυκών του κουταλιού, μεταξύ των οποίων βύσσινο με Amaretto, καρπούζι, ελιά, τσάπελα και ανθός λεμονιού. Το τελευταίο εξαφανίζεται με το που εμφανιστεί στα ράφια.
Οι θεματοφύλακες της σκυριανής κεραμικής τέχνης
Κάθε σπιτικό στη Σκύρο καυχιέται για τα δικά του. Τα τοποθετούν σε περίοπτη θέση στο τζάκι, κοσμούν ξυλόγλυπτα ράφια και χρησιμοποιούνται ως μέρος του καθημερινού οικιακού εξοπλισμού. Ο λόγος για τα χειροποίητα σκυριανά κεραμικά, κεφαλαιώδες μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς του νησιού, μια αξιοθαύμαστη ολοζώντανη παράδοση που τιμάται με περηφάνια από γενιά σε γενιά. Άξιοι εκπρόσωποί της, δύο άνθρωποι που διακατέχονται από μεράκι για την τέχνη τους, αληθινό σεβασμό για την παράδοση και βαθιά αγάπη για τη δουλειά τους. Οι βιτρίνες των χώρων όπου εκθέτουν τις κεραμικές δημιουργίες τους σίγουρα θα τραβήξουν την προσοχή σας στη Μεγάλη Στράτα. Αξίζει όμως να μπείτε εντός και να βρεθείτε σε ένα σύμπαν όπου η παράδοση παραμένει σε ανοιχτό διάλογο με το παρόν, έναν κόσμο γεμάτο μοναδικά μοτίβα, χρώματα και φόρμες, όπου κάθε αντικείμενο αφηγείται μια ξεχωριστή ιστορία. Κυρίως όμως αξίζει να γνωρίσετε τους δημιουργούς και να σας συνεπάρουν μιλώντας για τις ρίζες της σκυριανής κεραμικής τέχνης, που χάνονται στα βάθη των αιώνων.
Η μεν Όλγα Ζαχαράκη, με βαθιά γνώση της λαογραφίας του νησιού, για την οποία έχει εκδώσει ιδιαίτερα ενδιαφέροντα βιβλία, δημιουργεί μαζί με τον γιο της Μιχάλη χειροποίητα κεραμικά, πιστά αντίγραφα παλαιών σχεδίων από τον 15ο αιώνα και μεταγενέστερα. Εκείνος σμιλεύει τον πηλό, ετοιμάζει βαθιές και ρηχές πιατέλες, παραδοσιακά οικιακά σκεύη, στάμνες, χρηστικά και διακοσμητικά αντικείμενα, που στα χέρια της μητέρας του μεταμορφώνονται σε αληθινά στολίδια για κάθε χώρο. Στη ζωγραφική του καθενός αφιερώνει από ώρες έως μέρες, αλλά από την πρώτη στιγμή αντιλαμβάνεσαι ότι στην κεραμική και στη μελέτη της λαογραφίας έχει αφιερώσει όλη τη ζωή της. Εξίσου αφοσιωμένος, ο Γιάννης Φτούλης δεν κρύβει τον ενθουσιασμό του όταν μιλά για τα δικά του χειροτεχνήματα, κυρίως παραδοσιακά σχέδια, αλλά και δικές του εμπνεύσεις που παίζουν με γραμμές και διχρωμίες. Συνεχίζοντας την τέχνη του πατέρα του Σταμάτη, με θέα το Αιγαίο που λαμπυρίζει από το παράθυρο του εργαστηρίου του στα Μαγαζιά, πιάνει πινέλα και αποδίδει στα κεραμικά που δημιουργεί είτε ο ίδιος είτε οι συνεργάτες του σχέδια που αιχμαλωτίζουν την ίδια την ταυτότητα του τόπου του. Ενός νησιού όπου η αυθεντικότητα και η λαϊκή παράδοση είναι έννοιες αδιαπραγμάτευτες.
Διαβάστε ακόμα:
Η μοναδική μουσική παράδοση της Σκύρου
Σκάρος: Η χαρακτηριστική γεύση του καλοκαιριού στο «Τόξο της Λύρας»

