Τι είναι αυτό που μας τραβάει τόσο στο καλοκαίρι και το αναμένουμε κάθε χρόνο με τέτοια ανυπομονησία; Είναι κάτι μαγικό, κάτι παράξενο που συμβαίνει μόνο τότε. Οι καλοκαιρινές αναμνήσεις μας γίνονται συναισθήματα, μετατρέπονται σιγά σιγά σε θολές αλλά πάντα υπαρκτές στιγμές που μας συντροφεύουν στην ζωή· μικρές και μεγαλύτερες αναμνήσεις στις οποίες πάντα επιστρέφουμε για να ξανανιώσουμε εκείνη την θαλπωρή, εκείνο το όμορφο θολό συναίσθημα του να σε ζαλίζει ο ήλιος ο καυτός.

15

Το απόγευμα κατά τις 8 ξεκινάτε από την παραλία προς το σπίτι. Μπαίνετε στο αμάξι και με τα αλάτια στο κορμί και τα μαγιό σας ακόμη μισοβρεγμένα πριν από οτιδήποτε άλλο διαλέγετε την μουσική που θα παίζει στην διαδρομή. Το αυτοκίνητο παίρνει μπροστά, το παράθυρο κατεβαίνει, η μουσική δυναμώνει μαζί με τις φωνές σας και εκείνη ακριβώς την στιγμή, ο ουρανός ντύνεται στα πορτοκαλί. Η ομορφότερη στιγμή της ημέρας, αυτή η μετέωρη ώρα που δεν είναι ούτε μέρα ούτε νύχτα, που ο ουρανός σε προκαλεί και σε προσκαλεί ταυτόχρονα να χαθείς ανάμεσα στους χρωματισμούς που δημιουργεί. Άλλοτε κίτρινοι, άλλοτε πορτοκαλί και άλλοτε μωβ, όλοι το ίδιο συγκλονιστικοί και ελπιδοφόροι. Για εκείνα τα ελάχιστα λεπτά όλα είναι μικρά και ασήμαντα. «Κόκκινα σύννεφα στον ουρανό και εσύ γελάς…». Το καλοκαίρι στις αναμνήσεις σου ξαφνικά ακούγεται σαν τραγούδι του Παύλου Παυλίδη. Το χέρι σου βγαίνει έξω από το παράθυρο και κυματίζει -κόντρα στον άνεμο- στον ρυθμό του τραγουδιού που ακούγεται· και τότε, νιώθεις «καλοκαίρι».

Τα Αυγουστιάτικα παιδικά καλοκαίρια στο σπίτι των παππούδων μας είναι από μόνα τους ένα συναίσθημα που όμοιό του δεν υπάρχει· η απέραντη ελευθερία που νιώθαμε, οι μέρες που μετριόντουσαν με παγωτά και το «Γιαγιά, φεύγω» που ακούγονταν πριν πας να βρεις τα παιδιά στην πλατεία. Υπάρχει όμως μια ακόμα στιγμή που διαδραματιζόταν σε αυτές τις καυτές αυλές της καλοκαιρινής ελληνικής επαρχίας, εκείνη η στιγμή που μαζί με τους καφέδες των μεγάλων, βγαίνει και το υποβρύχιο βανίλια για εσένα. Το γλυκό μέσα στο δροσερό νερό, η σκιά από τα δέντρα της αυλής να πέφτει από πάνω σας και αγαπημένοι άνθρωποι γύρω από ένα τραπέζι για το καθημερινό απογευματινό σουσου· δεν θα μπορούσε να σε περιμένει κάτι καλύτερο μετά την μεσημεριανή σιέστα σου.

Τα μεσημέρια όμως δεν είχαν πάντα την ίδια γλύκα, δεν περνούσαν πάντοτε τόσο ευχάριστα και γρήγορα ή έτσι νομίζαμε τουλάχιστον. Όσο ήμασταν μικρότεροι δεν αντέχαμε την απόλυτη μεσημεριανή σιγή του χωριού. Δεν μπορούσαμε να διανοηθούμε πως γίνεται να μην κυκλοφορεί κανένας, πως είμαστε αναγκασμένοι να μένουμε στο σπίτι και όχι να είμαστε στα στενά και τις αυλές των φίλων μας. Το σπίτι ήταν βυθισμένο στην ησυχία, το μόνο που μπορούσες να ακούσεις ήταν οι δείκτες του επιτοίχιου ρολογιού και κάποιοι τυχαίοι ήχοι από το ψυγείο που έσπαγαν την ηχώ του τίποτα. Και πως θα μπορούσαμε άλλωστε να συνειδητοποιήσουμε τότε τι χρυσός κρύβεται στις σιωπές. Πόσο πολύτιμες ήταν αυτές οι στιγμές που περνούσαν ανεπιστρεπτί. Πως τώρα αναζητούμε ένα δίωρο κενό να μη σκεφτόμαστε τίποτα και να καταφέρουμε να αφεθούμε τόσο, που το μόνο που θα ακούγεται πιο δυνατά από τις σκέψεις μας θα είναι οι δείκτες του ρολογιού που στέκει απέναντί μας. Το συναίσθημα που από την απόλυτη βαρεμάρα μετατρέπεται σε προσμονή, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως έναρξη της ενηλικίωσης.

Η στιγμή που ακουμπάς το δροσερό σεντόνι λίγο πριν κοιμηθείς και νιώθεις την ανατριχίλα σε όλο σου το σώμα είναι η απόδειξη πως οι μικρές χαρές μπορούν να κρύβονται παντού· και κυρίως εκεί που δεν το περιμένεις. Αυτό το συναίσθημα του «ρεύματος» που σε διαπερνά και σου χαρίζει μια δόση χαράς, η στιγμή που η θερμοκρασία για κάποια δευτερόλεπτα αλλάζει. Το ίδιο συμβαίνει και τα βράδια του Αυγούστου, στις πλατείες των χωριών ή στα πανηγύρια στο νησί, αυτή η στιγμή που ο αέρας θα σε κάνει να κρυώσεις για πρώτη φορά μετά από μήνες, που θα σε κάνει να πεις πως «ναι, τώρα είμαι ευτυχισμένος». Οι στιγμές αυτές που αλλάζει η θερμοκρασία ύστερα από καιρό και σε αναγκάζει να αλλάξεις τις συνήθειες μηνών, να φορέσεις ζακέτα ένα δροσερό βράδυ στα τέλη του καλοκαιριού και να πεις ότι μάλλον ήρθε η ώρα για ένα σεντόνι, αυτές ακριβώς είναι οι στιγμές που αναζητάς την υπόλοιπη διάρκεια του χρόνου.

Κάνει ζέστη, πολλή ζέστη και ακόμα περισσότερη μέσα στο σπίτι. Οπότε παίρνεις δίχως δεύτερη σκέψη την απόφαση να βγεις μαζί με μια μπύρα στο μπαλκόνι ή στην αυλή του σπιτιού σου, για να σε χαϊδέψουν τα μελτέμια του καλοκαιριού. Χαλαρός όπως είσαι και με την δροσερή μπύρα στο χέρι ξαφνικά αντιλαμβάνεσαι πως εκτός από τα τζιτζίκια ακούγεται και κάτι άλλο από μακριά. Κάτι σαν μουσική, βασικά ναι, μουσική ακούγεται. Αλλά στα μισά τραγούδια δεν μπορείς να καταλάβεις τους στίχους. Το βράδυ έγινε αυτομάτως πολύ καλύτερο από όσο μπορούσες να φανταστείς. Προσπαθείς να καταλάβεις από που έρχεται αυτή η αγνώστου προελεύσεως μουσική· είναι από κάποια γειτονική αυλή; Μήπως από κάποιο πανηγύρι; Λίγη σημασία έχει πλέον. Εσύ απόλαυσες το βράδυ σου με όλα τα αναπάντεχα δώρα που αυτό σου έφερε και ένιωσες ένα κύμα χαράς που δεν είχες σχεδιάσει.

Το καλοκαίρι δεν θα μπορούσε να είναι καλοκαίρι χωρίς αυτό το αέναο κυνηγητό ανάμεσα σε εσένα και τις ακτίνες του ηλίου, που σε βρίσκουν όπου και αν προσπαθήσεις να κρυφτείς. Υπάρχει και θα υπάρχει πάντα μια χαραμάδα από την οποία το φως θα ξεγλιστρήσει και θα σε φτάσει. Γιατί η αλήθεια βρίσκεται σε αυτές τις ρωγμές μας, από εκεί μπαίνει το φως και φωτίζει τα σκοτάδια μας, εκεί που μπλέκεται ο χειμώνας και το καλοκαίρι. Απόλαυσε αυτά που σου φέρνει η ζωή και αν νιώσεις τα σκοτάδια να πληθαίνουν, ψάξε για την ρωγμή. Ή όπως λέει και ο Leonard Cohen

«Ring the bells that still can ring
Forget your perfect offering
There is a crack, a crack in everything
That’s how the light gets in»

Διαβάστε ακόμα:

Πώς χωράει ένα Ταξίδι σε μια λέξη

Το Ταξίδι της ζωής

Γιατί το ταξίδι αξίζει περισσότερο από τον προορισμό