Η εμπειρία εξερεύνησης της άγνωστης Θεσσαλονίκης αρχίζει ήδη από τη στιγμή που δίνουμε ραντεβού για φαγητό, σε ένα εστιατόριο που διαφορετικά δεν θα ξετρύπωνα εύκολα, το μικρό ρωσικό Σιβηρία, με ανεπιτήδευτη διακόσμηση και λίγα τραπεζάκια παραταγμένα στο πεζοδρόμιο. Παραγγέλνουμε τα παραδοσιακά ζυμαρικά πιλμένι, πίτα με παντζάρι, σαλάτα με τουρσιά και πιπεράτα σφηνάκια βότκας, σε τιμές που σου επιτρέπουν να φας και να πιεις χωρίς ο λογαριασμός να ξεπεράσει τα 10-15 ευρώ το άτομο.
Η Αναστασία χαιρετάει με τη ζεστασιά του πραγματικού θαμώνα την ιδιοκτήτρια, την κυρία Γαλήνη ή Γκαλένα, και μετά το πρώτο σφηνάκι αρχίζει να ξετυλίγει το νήμα της ζωής της, από την Αθήνα, όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, στο Παρίσι, όπου σπούδασε, στην Ορεστιάδα, όπου βρέθηκε ως ερευνήτρια σε ένα πρόγραμμα του ΑΠΘ. Τα τελευταία οκτώ περίπου χρόνια κατοικεί στη Θεσσαλονίκη, όπου νοικιάζει ένα σπίτι στην αγαπημένη της Άνω Πόλη και διαχειρίζεται τον δικό της εκδοτικό οίκο, Oblik Editions, στον οποίο επιδιώκει να συνδυάζει «πολιτική και αισθητική», όπως εξηγεί. Η φωτογραφία είναι ένα από τα διαχρονικά πάθη της, στο οποίο είχε εντρυφήσει στη Γαλλία, σε φοιτητικές ομάδες και σε σκοτεινούς θαλάμους. Διαβάζω κιόλας πάρα πολύ ό,τι έχει να κάνει με φωτογραφία». Ειδικά τα πρώτα χρόνια της στη Θεσσαλονίκη, έπαιρνε την κάμερά της και εξαφανιζόταν για ώρες, καταγράφοντας αγαπημένες γειτονιές, γωνιές, κτήρια, στιγμιότυπα με τη μοναδική ματιά της. Το αποτέλεσμα είναι ένα εκπληκτικά πλούσιο φωτογραφικό έργο, που έχει τροφοδοτήσει μεταξύ άλλων τρεις υπό έκδοση τόμους, τον «Συλλογική κατοίκηση», με εργατικές, προσφυγικές, φοιτητικές και άλλες συλλογικές κατοικίες, «Απομεινάρια της οθωμανικής εποχής» και «Προσφυγικά 1922-2022».
Η Θεσσαλονίκη έχει την τιμητική της και σε βιβλία άλλων δημιουργών, όπως στα graphic novels «Τα Κάτω Τουμπιώτικα» (Βίκτωρ Μοσχόπουλος) και «Τα Νεαπολίτικα. Οδοιπορικό παιδικών αναμνήσεων» (Θανάσης Πέτρου), στο πλαίσιο μιας σειράς όπου «έχουμε ζητήσει από γνωστούς κομιξάδες να φτιάξουν μια ιστορία με τον εαυτό τους να μεγαλώνει στη γειτονιά τους που αλλάζει». Όλα αυτά, φυσικά, κυκλοφορούν από τις Oblik Editions – που το όνομά τους σημαίνει «στις λατινογενείς γλώσσες «λοξός» και στις σλαβογενείς «τύπος, φόρμα, μοτίβο». Οπότε είναι, με κάποιον τρόπο, η λοξή φόρμα».
Η Αναστασία αποφάσισε να μετακομίσει στη Θεσσαλονίκη το 2018, όταν «πολιτικά, επί εποχής Μπουτάρη- και μετά την κρίση της δεκαετίας, ήταν μια εξαιρετική εναλλακτική περίπτωση πόλης. Δεν είχε το χάος της Αθήνας, την οποία ήξερα πολύ καλά αλλά ήταν για μένα κορεσμένη, αλλά είχε έναν βασικό κοσμοπολιτισμό. Συν του ότι, με όλο αυτό το εβραϊκό παρελθόν και τις βαλκανικές προσμείξεις, συνδύαζε μια σειρά από πράγματα που είχα μυριστεί ότι ήθελα να μάθω». Αποφάσισε λοιπόν να κάνει τη Θεσσαλονίκη «τη μικρή της έδρα στην Ελλάδα». Μετακόμισε αρχικά σε μια «τρύπα, ένα δωμάτιο», στην Άνω Πόλη, αλλά με αυλή, «γιατί είχα τότε και το σκυλί μου, τον Λεόν, μια τσοπανοσκυλάρα, που πέθανε το 2019, όταν ξεκίνησα τις Oblik». Άρχισε τις εξερευνήσεις της στην πόλη και στα πέριξ, όπου φωτογράφιζε «τα εβραϊκά μέγαρα, τα προσφυγικά, τις Συκιές, τις επαρχίες, που είναι άλλος κόσμος -Αλιβέρι, Λαγκαδά».
Ακολουθεί ένα ελάχιστο δείγμα από το φωτογραφικό αποτέλεσμα εκείνων των περιπλανήσεων.
Το ΑΠΘ τη νύχτα: «Το μεγαλύτερο πανεπιστημιακό campus των Βαλκανίων και φαινόμενο συγκέντρωσης κτηρίων μοντέρνας αρχιτεκτονικής με το αντίστοιχο πάρκο τους, που σε σημεία γίνεται δάσος, εδώ σε πρώτη νυχτερινή αποτύπωση του συνόλου του, χωρίς καθόλου φίλτρα, μόνο με τη χειμερινή τοπική ομίχλη και τα φώτα του, σαν στολίδια για τις γιορτές. Μία ετεροτοπία δίπλα από το κέντρο της πόλης».
Μέγαρο Ερμείον: «Βρίσκεται στην οδό Βενιζέλου, στον αριθμό 23, ανάμεσα στην Ερμού και την Εγνατία (Στοά Καρύπη). Χτισμένο τη δεκαετία του ’20 (1925), σε εκλεκτικιστικό ρυθμό με επιρροές Art Deco (πολυτελή υλικά όπως μέταλλο και γυαλί, έντονη γεωμετρικότητα στους όγκους και μνημειακό σχεδιασμό των όψεων), από τους αρχιτέκτονες Σ. Μυλωνά και Α. Γεωργακόπουλο, δεσπόζει ως αρχιτεκτονική αλλά και εμπορική συνέχεια της αγοράς Μοδιάνο, αυτό που σήμερα θα λέγαμε το πρώτο mall της εποχής στην πόλη! Στο κτήριο η χρήση ενισχυμένου σκυροδέματος, νέου υλικού για την εποχή, επέτρεψε μεγάλες προσόψεις με υαλοπίνακες που προσφέρουν θέα και φως στους χώρους του. Χαρακτηριστικό του είναι τα όμορφα διακοσμημένα ταβάνια, τα σφυρήλατα σιδερένια κάγκελα με τον αετό, καθώς και τα μεγάλα αίθρια με εξώστες στον κεντρικό κυκλικό φωταγωγό του εσωτερικού του. Χαρακτηρίστηκε διατηρητέο το 1983. Από τα βόρεια παράθυρά του συνομιλεί με το Μέγαρο Αλέγρα Εργάς πάνω από το Μπεζεστένι, από τα δυτικά με τον Φραγκομαχαλά».
Μέγαρο Αδερφών Κόφφα: «Το κτήριο οικοδομήθηκε το 1925, σε σχέδια των Ι. Ζαχαριάδη-Κ. Κοκορόπουλου, στο τετράγωνο Βενιζέλου-Τσιμισκή-Ρογκότη, με επιρροή από το ρεύμα Secession, την αυστρο-γερμανική παραλλαγή του art nouveau. Προπολεμικά, το Μέγαρο Αδερφών Κόφφα ήταν όπως και σήμερα κτήριο γραφείων, κυρίως δικηγόρων, συμβολαιογράφων, αρχιτεκτόνων/μηχανικών, εμπορικών αντιπροσώπων κ.α. Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου επιτάχτηκε από γερμανικές υπηρεσίες της Βέρμαχτ. Μετά την απελευθέρωση στεγάσθηκε η Γενική Διοίκηση Βορείου Ελλάδος, έως το 1955, οπότε μετακόμισε στο σημερινό Υπουργείο Μακεδονίας-Θράκης.
Στα καταστήματα του ισογείου στεγάσθηκαν για μεγάλα χρονικά διαστήματα: το φαρμακείο-εντευκτήριο λογοτεχνών “Ηλία Κατσόγιαννη” (αριστερά της εισόδου του κτηρίου), το βιβλιοπωλείο “ΜΟΛΧΟ” (δεξιά), το παντοπωλείο “Αφών Τζαλαβρά” (παραπλεύρως του “ΜΟΛΧΟ”) και η ΔΕΗ ως εκθεσιακός χώρος (το γωνιακό κατάστημα, αριστερά του φαρμακείου), όπου από το υπόγειο του καταστήματος γίνονταν οι δοκιμές για την μετάδοση του πρώτου πειραματικού τηλεοπτικού σήματος στην Ελλάδα, στα εγκαίνια της Έκθεσης Θεσσαλονίκης το 1961».
Ελαιόρεμα: «Οι ιδρυτές της Θεσσαλονίκης δεν διάλεξαν τυχαία την τοποθεσία της πόλης. Εκτός από τον φυσικό κόλπο του Θερμαϊκού και τους δασωμένους λόφους στα νώτα της, είχε δίπλα της και πολυάριθμες ρεματιές που έκαναν την περιοχή να σφύζει από ζωή. Τα νερά των πηγών του Χορτιάτη κυλούσαν στις πλαγιές του βουνού, δημιουργώντας πολλά ρέματα. Από αυτά υδρευόταν όλη η πόλη. Υπήρχαν και πολλοί νερόμυλοι, που ίχνη τους συναντάμε και σήμερα στο Πλατανόρεμα και στο Ελαιόρεμα, ανατολικά της Θεσσαλονίκης. Το Ελαιόρεμα ή Ρέμα του Πλατάνου, που ξεκινά από το Πανόραμα, περνά από την περιοχή των Ελαιώνων και καταλήγει σήμερα στην περιφερειακή τάφρο μαζί με το ρέμα της οδού Σταγειρίτη. Η περιφερειακή τάφρος κατασκευάστηκε πριν από 60 χρόνια επί Κωνσταντίνου Καραμανλή για να προστατευτούν οι περιοχές Τριανδρίας, Τούμπας και Χαριλάου από τις πλημμύρες. Είναι το γνωστό “Ανάχωμα”».
Πριν να κατασκευαστεί το Ανάχωμα, τα νερά του Σταγειρίτη και του Ελαιορέματος πέρναγαν από την Ιερατική Σχολή και πίσω από του Καλό σχηματίζονταν μικροί καταρράχτες. Λένε οι γεροντότεροι ότι τα νερά τους ήταν καθαρά και τα παιδιά της Πυλαίας πήγαιναν για βουτιές τα καλοκαίρια. Εκεί έβλεπες επίσης ποταμίσια καβούρια και καραβίδες. Σήμερα το Ελαιόρεμα, στην περιοχή των Ελαιώνων αλλά και σε όλο το μήκος του, δέχεται μεγάλη πίεση από την οικοπεδοποίηση και μπαζώματα έχουν προκαλέσει ζημιές σε διάφορα σημεία. Στη θέση που τώρα είναι το γήπεδο ποδοσφαίρου της Α.Ε.Π. υπήρχε ένα πολύ μεγάλο πλατάνι με πλούσιο φύλλωμα. Οι ρίζες του τρέφονταν για αιώνες από τα νερά του Ελαιορέματος. Ήταν καθαρά και σχημάτιζαν νερόλακκους γύρω από το δέντρο. Οι παλιές Πυλαιώτισες νοικοκυρές έπλεναν εκεί φλοκάτες, κουβέρτες και χαλιά με τον κόπανο. Δυστυχώς τα νερά του Πλατάνου λιγόστεψαν και το πλατάνι ξεράθηκε».
Φάληρο: «Ε’ Δημοτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης, η πιο πυκνοκατοικημένη. Το πλούσιο αργιλώδες έδαφος των πρώην Μπαχτσέδων δίπλα στη θάλασσα ύστερα από τη φρενήρη μεταπολεμική ανοικοδόμηση δεν θυμάται πλέον ούτε πλατεία ούτε πάρκο ούτε αλάνα. Το μόνο πράσινο που μένει είναι οι καχεκτικές πρασιές ανάμεσα στις μοντερνίζουσες πολυκατοικίες που ονειρεύονται τη Δύση αλλά τελικά σφύζουν από ομοιόμορφη βαλκανική αναρχία!».



Άνω Πόλη, προσφυγικά: «”Εκεί πού έμεινες; Πρώτα έμενα στον δρόμο. Με χαρτόνια κάτω, δίπλα από την εκκλησία, κάτω από ταράτσα, κάτι τέτοιο. Και κάθε πρωί πήγαινα στην πλατεία όπου περίμεναν εργάτες και δούλευα. Πόσο καιρό έμεινες στον δρόμο; Δε θυμάμαι. Αν ήταν ένα μήνας, θα ήταν καλά. Πολύ παραπάνω. Και έμενα και στα σπίτια που ήταν κλειστά. Θα σας πω την αλήθεια. Έσπασα το παράθυρο και έμπαινα και έβγαινα από το σπασμένο παράθυρο. Τι να έκανα;” Amin Farahat, πρόσφυγας από τη Μαυριτανία, 2016».
Διαβάστε ακόμα:
Η Θεσσαλονίκη του ποιητή Νίκου Καββαδία

